Ξενάγηση στην Εθνική Πινακοθήκη από τον καθηγητή και κριτικό τέχνης Μάνο Στεφανίδη

Ο Μάνος Στεφανίδης μας ξεναγεί στην «ανανεωμένη» Εθνική Πινακοθήκη και μιλάει στην Αφροδίτη Ερμίδη για την απάλειψη των ονομάτων των παλιών δωρητών, την αναπαραγωγή της αισθητικής του 19ου αιώνα στις αίθουσες του μουσείου και την πιθανότητα αδιαφανών διαδικασιών στη διαχείριση του μουσείου.

 

«Η πινακοθήκη πρέπει να είναι ζωντανή και όχι κοιµητήριο της τέχνης». Αυτή η φράση θεωρώ ότι συνοψίζει τη συζήτησή µας µε τον καθηγητή Μάνο Στεφανίδη περί της «νέας» Εθνικής Πινακοθήκης, η οποία άνοιξε τις πόρτες τις πριν από λίγο καιρό. Καθότι η ίδια απλώς φιλότεχνη, θεώρησα σωστό να απευθυνθώ στον Μάνο Στεφανίδη –καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, κριτικό τέχνης και επί 25 χρόνια βασικό επιµελητή της Εθνικής Πινακοθήκης– για να σχολιάσει κατά πόσο αυτά τα δέκα χρόνια τρανταχτής απουσίας δικαιολογούν και ικανοποιούν την αναµονή του ελληνικού και διεθνούς κοινού.

Μάνος Στεφανίδης

«Ήµασταν µια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα χωρίς πινακοθήκη για πολλά χρόνια, άρα ήταν λογικό να τρέφουµε υψηλές προσδοκίες για ένα τέτοιο σηµαντικό γεγονός. Το άνοιγµά της µας χαροποίησε όλους, κυρίως γιατί έλειπε από την αισθητική παιδεία του τόπου. Γιατί η πινακοθήκη δεν είναι απλώς ένας χώρος κοσµικής συνάθροισης ούτε ένα εκθετήριο των επιτευγµάτων του παρελθόντος. Οφείλει να είναι κάτι πολύ ζωντανό καθώς καταγράφει τη µικρή ιστορία της ελληνικής τέχνης, αλλά κυρίως να παρεµβαίνει παιδαγωγικά στην αισθητική του ευρύτερου κοινού. Ενός κοινού που δυστυχώς δεν εισπράττει την παιδεία που θα του άξιζε από τη δηµόσια εκπαίδευση και κατακλύζεται από την αισθητική της ιδιωτικής τηλεόρασης» λέει ο καθηγητής.

Ο Κουτλίδης, οι Μιλλιέξ, ο Σούτζος και ο Νιάρχος

Η συζήτησή µας ξεκινά από το γενικότερο στήσιµο και την παρουσίαση των έργων. Ο ίδιος ευελπιστούσε σε µια «πιο ανανεωµένη µατιά. Περίµενα να δούµε γνωστά έργα όπως του Βρυζάκη, του Γύζη, αλλά µε πιο σύγχρονη άποψη, µέσα από έναν διάλογο ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής στους ίδιους χώρους». Αντιθέτως, είδε «ακριβώς τη λογική που υπήρχε το 1990 και µάλιστα φαντάζοµαι ότι την έστησαν οι ίδιοι άνθρωποι. Όχι η κυρία Λαµπράκη –καθώς δεν ασχολείται η ίδια µε το στήσιµο των εκθέσεων– αλλά οι συνεργάτες της». Για όλους µας επίσης θα θεωρούνταν δεδοµένη η χρήση νέων τεχνολογιών, όπως συµβαίνει στα σύγχρονα µουσεία όλου του κόσµου, «ώστε ο θεατής όχι µόνο να µην προλαβαίνει να πλήξει αλλά να βρίσκεται σε υπερδιέγερση. Εδώ δεν υπάρχει ούτε καν το απλό touch screen µε το οποίο βρίσκεις πληροφορίες για το κάθε έργο. Είναι βασικά στοιχεία που πίστευα ότι θα υπήρχαν έπειτα από τη δαψιλή χορηγία του Ιδρύµατος Σταύρος Νιάρχος».

Αναπόφευκτα λοιπόν η συζήτησή µας οδηγείται στη συνεργασία του ιδρύµατος µε το υπουργείο για την ανακαίνιση της πινακοθήκης και ο ρόλος που οι ιδιωτικοί φορείς διαδραµατίζουν στον πολιτισµό τα τελευταία χρόνια. «Σίγουρα είµαστε ευγνώµονες στο ίδρυµα για την προσφορά του, ωστόσο το υπουργείο Πολιτισµού οφείλει να λειτουργεί πιο στρατηγικά. Αντιθέτως, βλέπουµε ότι πια ο ρόλος των υπουργών είναι να τείνουν χείρα επαιτείας και δεν είναι καθόλου ωραία αυτή η εικόνα. Λέµε ναι στους χορηγούς, όµως δεν τους επιτρέπουµε να χαράσσουν την εθνική µας πολιτιστική πολιτική» λέει χαρακτηριστικά. «∆εν έχω αντίρρηση να µπει το όνοµα του δωρητή, αλλά όχι να εξαφανιστεί το όνοµα του Σούτζου, ο οποίος 100 χρόνια µετά τη δωρεά του δεν ζει για να διεκδικήσει τα δίκια του και τελικά η βούλησή του καταστρατηγείται από την ελληνική πολιτεία. Το ίδιο συνέβη και µε τον Ευριπίδη Κουτλίδη, ο οποίος είχε δωρίσει όλη του την περιουσία και περί τα 1.600 έργα της συλλογής του. Τα χρήµατα προφανώς φαγώθηκαν και ενώ τα µόνιµα εκθέµατα στηρίζονται εν πολλοίς στη δωρεά Κουτλίδη, είδατε να αναφέρεται το όνοµά του;» σχολιάζει.

Η απουσία νέων έργων στις αίθουσες της πινακοθήκης –τόσο από τις ήδη υπάρχουσες συλλογές που βρίσκονται στις αποθήκες όσο και µέσω αγορών– που θα έδιναν επιπλέον ενδιαφέρον στο άνοιγµά της είναι το επόµενο ζήτηµα που θίγει ο πρώην επιµελητής της. «Θα ήθελα να δω την περίφηµη συλλογή των Γάλλων καλλιτεχνών που είχε δωρίσει το ζεύγος Ροζέ και Τατιάνας Μιλλιέξ στην πινακοθήκη. Επί διεύθυνσης ∆ηµήτρη Παπαστάµου τα έργα βρίσκονταν σε µόνιµη έκθεση – πλέον φαντάζοµαι ότι βρίσκονται στις αποθήκες. Εγώ φώναξα τότε ότι πρέπει να εκτίθεται η συλλογή Μιλλιέξ. Να έχεις έργο του Πικάσο και να είναι στην αποθήκη! Και όταν τον κρέµασαν τον έκλεψαν… Ξέρετε ότι υπήρχε ένα µεγάλο γλυπτό του Μαγκρίτ, δωρεά του Ιόλα, στον κήπο πεταµένο; Σίγουρα τα έργα της πινακοθήκης υπερβαίνουν τις 10.000 και είναι φυσικό να µην µπορούν να εκτεθούν όλα. Ωστόσο περίµενα να αξιοποιηθούν σωστά οι θησαυροί της».

Όσον αφορά τις νέες αγορές εξηγεί: «∆έκα χρόνια τώρα που ήταν κλειστή η πινακοθήκη, στις δηµοπρασίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό έχουν περάσει αριστουργηµατικά έργα. Η πινακοθήκη επίσης έχει κληροδοτήµατα, όπως π.χ. το περίφηµο κληροδότηµα του ζωγράφου Οδυσσέα Φωκά, στην επικαρπία των οποίων προβλέπεται ρητά από τον δωρητή η αγορά έργων τέχνης. Ετσι ο παλιός επιµελητής Μαρίνος Καλλιγάς είχε αγοράσει τα χαρακτικά του Ρέµπραντ από το Παρίσι. Περίµενα και δωρεές από µεγαλόσχηµους παράγοντες, που όµως δεν έγιναν». Παράλληλα σχολιάζει ότι περνάει η µεγάλη επέτειος της επανάστασης «και ακόµη η συνταρακτική έκθεση δεν έχει γίνει. Θα περίµενα για παράδειγµα να δω τη “Σφαγή της Χίου” του Ντελακρουά. Θα µου πείτε, η πανδηµία στάθηκε εµπόδιο. Ναι, άλλα εάν εκθέταµε αυτό το έργο που πυροδότησε τον φιλελληνικό ευρωπαϊκό ροµαντισµό και όχι µόνο στη ζωγραφική, την ποίηση, από µόνο του θα ήταν µια δυνατή πολιτική πράξη».

Η πινακοθήκη µε τον τρόπο σαλονιού στο Κολωνάκι

Ο τρίτος όροφος της πινακοθήκης φιλοξενεί έργα σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών, η επιλογή όµως των οποίων έχει ήδη προκαλέσει συζήτηση στους κύκλους των κριτικών και των καλλιτεχνών. «∆εν είναι µόνο δική µου άποψη· από όσους έχω µιλήσει εισπράττω από αµηχανία έως πολύ σοβαρή δυσαρέσκεια. Εκτίθενται κάποιοι δηµιουργοί οι οποίοι είναι δρώντες αλλά επ’ ουδενί δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί. Αναφέροµαι σε νεότερους καλλιτέχνες οι οποίοι ανήκουν στον προσωπικό κύκλο της κ. Λαµπράκη. Εµπλέκεται η πινακοθήκη σε ένα παιχνίδι ισορροπιών, φαβοριτισµού και ευνοίας. Εξεπλάγην άσχηµα µε το γεγονός ότι εκτίθεται έργο της Ειρήνης Τζελέπη, στενής συνεργάτιδας και βοηθού της διευθύντριας. Αυτό είναι άσχηµο. ∆ηλαδή το προσωπικό γούστο του οποιουδήποτε δεν µπορεί να υπερβαίνει την ιστορική πραγµατικότητα».

Αναρωτιέµαι ποιους θεωρεί ο ίδιος τους σηµαντικότερους σύγχρονους Έλληνες καλλιτέχνες και ποιους θα παρουσίαζε εάν έστηνε σήµερα µια έκθεση. «Είναι ο Θεοφυλακτόπουλος, ο Μπάικας, ο Φασιανός του ’70-’80, ο Αληθεινός, ο Ξένος. Σπάζοντας εντελώς τα στεγανά, θα σας έλεγα ο σκηνογράφος ∆ιονύσης Φωτόπουλος αλλά και ο χορογράφος ∆ηµήτρης Παπαϊωάννου, του οποίου το έργο είναι βαθύτατα εικαστικό». Αυτό που απασχολεί τον κ. Στεφανίδη είναι «η ώσµωση που υπάρχει ανάµεσα στις επιµέρους τέχνες. Μόνο έτσι µπορεί να γίνει προσέγγιση στην ιδιαιτερότητα της εποχής µας. Ένα µουσείο ένα πράγμα μόνο δεν επιτρέπεται να είναι: βαρετό.

Είναι αστείο να αναπαράγεται η αισθητική του 19ου αιώνα, µια αισθητική σαλονιών του Κολωνακίου, γιατί περί αυτού πρόκειται» λέει καυστικά. «Σίγουρα όταν λειτουργήσουν ο τελευταίος όροφος και το εστιατόριο η πινακοθήκη θα γίνει σηµείο αναφοράς και πόλος έλξης και το θέλουµε πραγµατικά αυτό. Χαίροµαι ήδη µε τις ουρές ανθρώπων που σχηµατίζονται για να επισκεφτούν τον χώρο αλλά, όπως φαίνεται, η πινακοθήκη δεν είναι έτοιµη να παίξει τον ρόλο της στη νέα εποχή. Στον 21ο αιώνα πορεύεται µε την ένδυση και τους τρόπους του προηγούµενου και αυτό ειλικρινά είναι θλιβερό».

Ο φόβος της εισαγγελικής διερεύνησης

Η περίπτωση της διευθύντριας κ. Λαµπράκη-Πλάκα είναι ιδιόµορφη, καθώς τείνει να καταστεί ισόβια. Στην ερώτησή µου από πού µπορεί να αντλείται η δύναµη ενός διευθυντή µού εξηγεί αφοπλιστικά: «Ο νόµος λέει ότι όποτε εκλεγεί νέος πρωθυπουργός ή πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας η πινακοθήκη υποχρεούται να δώσει έργα της ώστε να διακοσµηθούν το Μαξίµου, το Προεδρικό Μέγαρο – και σωστά. Αυτό ωστόσο επιτρέπει στους διευθυντές να κάνουν δηµόσιες σχέσεις υψηλότατου επιπέδου».

Άφησα για το τέλος ένα από τα πιο σηµαντικά ζητήµατα που έθιξε ο κ. Στεφανίδης. «Υπάρχει, φοβούµαι, αδιαφάνεια στην πινακοθήκη. Κοιτάξτε, έχουµε µια διευθύντρια –ναι µεν ικανή, η οποία όµως έχει υπερβεί κάθε όριο ηλικίας– και ένα συµβούλιο που δεν έχουν αλλάξει επί δεκαετίες. Επειδή κατά καιρούς στην πινακοθήκη έχουν προκύψει διάφορα ζητήµατα (ο πρώην επιθεωρητής δηµόσιας διοίκησης Λέανδρος Ρακιντζής είχε ασχοληθεί ειδικά), ελπίζω να µη χρειαστεί όταν αποχωρήσει η νυν διεύθυνση να µπει από την άλλη πόρτα ο εισαγγελέας για να ξεκαθαρίσει κάποια πράγµατα».

Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Documento στις 6/6/2021

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader