Ο Αλεξάντερ Πέιν στη Θεσσαλονίκη με τα «Τα παιδιά του Χειμώνα»

Ο διάσημος σκηνοθέτης βρέθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου για να παρουσιάσει τη νέα του ταινία.

Ο Αλεξάντερ Πέιν είναι «φίλος» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σχεδόν όλες του οι ταινίες έχουν «περάσει» από τον κορυφαίο μας κινηματογραφικό θεσμό. Κάθε ταινία του είναι είδηση, όχι μόνο γιατί έχει ελληνική καταγωγή και είναι πλέον και πολιτογραφημένος Έλληνας πολίτης, άρα υπάρχει και ένα εθνικό ενδιαφέρον, αλλά γιατί ο βραβευμένος δις με Όσκαρ σκηνοθέτης, κάνει αυτή τη στιγμή ενδιαφέρον το αμερικανικό σινεμά με ταινίες, που ναι μεν έχουν πρόσημο αμερικανικό, αλλά έχουν ευρωπαϊκή ψυχή και ανθρωποκεντρική ταυτότητα. Καθόλου τυχαία η αναφορά του ίδιου του Πέιν σε μια γαλλική ταινία του 1935 του Μαρσέλ Πανιόλ ως πηγή έμπνευσης για το νέο του φιλμ, «Τα παιδιά του χειμώνα» που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και θα βγει στις αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου.

Μια σπουδαία ταινία που έχει στην καρδιά της, ανάμεσα σε άλλα, και το ζήτημα της ταξικής εκπαίδευσης και διαδραματίζεται μέσα σε ένα σχολείο-οικοτροφείο. Η ιστορία τοποθετείται στο 1970, όπου σε ένα καλό οικοτροφείο με σπουδαστές κυρίως γόνους πλούσιων οικογενειών, ξεμένουν εκεί για να περάσουν τις χριστουγεννιάτικες διακοπές, τρεις άνθρωποι. Ένας καθηγητής αρχαίας ιστορίας (καταπληκτικός ο Πολ Τζιαμάτι στον ρόλο-που πρέπει να τον οδηγήσει στις υποψηφιότητες για Όσκαρ-)ένας ατίθασος μαθητής (μεγάλο ταλεντάκι ο Ντόμινικ Σέσα που είναι πραγματικός μαθητής και τον επέλεξαν ανάμεσα σε 800 νεαρούς) και η μαγείρισσα του σχολείου, η οποία έχει πρόσφατα χάσει τον μοναχογιό της στον πόλεμο του Βιετνάμ, μια επιλογή-σχόλιο που προφανώς ο Πέιν έκανε πολύ συνειδητά. Άλλωστε μας έχει συνηθίσει στο σινεμά του το πολιτικό να είναι διακριτικό, όμως να είναι πάντα πίσω από τις γραμμές, υπαινικτικό και σαφές. Είναι γνωστό ιστορικά ότι στον πόλεμο του Βιετνάμ στην πρώτη γραμμή βρέθηκαν περισσότεροι μαύροι στρατιώτες απ’ ότι λευκοί (στην πρόσφατη Ιστορία του σινεμά, αυτό ακριβώς σχολίαζε η ταινία «Da 5 boolds » του Σπάικ Λι.

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, στην ερώτηση του Documento για τα ζητήματα της εκπαίδευσης που θίγει η ταινία, όσο και για τις αναφορές στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο Πέιν απάντησε: «Οι γιοι των πλουσίων έχουν τα εφόδια και ευκαιρίες να σπουδάζουν στα κολέγια και να προχωρήσουν στη ζωή με καλή μόρφωση. Και αυτό πάντα γίνεται, και κάπου αυτό πρέπει να σταματήσει… Νομίζω ότι οι αναφορές στους φτωχούς που πολεμούν στον πόλεμο, αντίθετα με τους πλούσιους, που δεν το κάνουν, αντικατοπτρίζουν το σήμερα. Αυτό γινόταν πριν από 50 χρόνια, αυτό συμβαίνει πάντα. Αλλά δεν νομίζω ότι συνιστούν απαραίτητα ένα σχόλιο για το σήμερα. Δεν είναι καν σχόλιο. Είναι η αναγνώριση μιας πάγιας κατάστασης».

Αν πρέπει να συνοψίσουμε σε τίτλους την ουσία της ταινίας αυτό θα ήταν «ένα ταξίδι αυτογνωσίας» για τους τρεις χαρακτήρες, δραματικό αλλά με αστεία στιγμιότυπα-τόσο ευφυές πάντοτε το χιούμορ στις ταινίες του. Αυτό άλλωστε είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μοτίβο που διατρέχει ολόκληρο το σινεμά του Πέιν, καθημερινοί άνθρωποι με προσωπικά δράματα τόσο απλά αλλά και τόσο περίπλοκα όσο και η ίδια η ζωή, που πάντοτε όμως, βρίσκουν τον δρόμο τους σε ένα είδος λύτρωσης. Με αυτό το πνεύμα είχαμε δει και μία από τις καλύτερες του ταινίες το «Πλαγίως», που του είχε χαρίσει και το πρώτο του Όσκαρ, και ήταν η πρώτη του συνεργασία με αυτόν τον εξαιρετικό και τόσο λεπτών αποχρώσεων ερμηνειών ηθοποιό, τον Πολ Τζιαμάτι. Τώρα, 18 χρόνια μετά, ξανασυνεργάζονται στα «Παιδιά του χειμώνα». Παρόλο που δεν υπογράφει ο ίδιος ο Πέιν το σενάριο, ήταν δική του η ιδέα της ιστορίας, και μάλιστα, όπως μας είπε, έδωσε οδηγίες στον σεναριογράφο Ντέιβιντ Χέμινγκσον, να γράψει τον ρόλο για τον Τζιαμάτι. «Είναι ο μεγαλύτερος ηθοποιός. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να κάνει. Είναι σαν να δίνεις έναν ρόλο στη Μέριλ Στριπ ή στον Λόρενς Ολίβιε. Είσαι περίεργος να μάθεις τι πρόκειται να κάνει αυτός ο σπουδαίος ηθοποιός με τον ρόλο. Είναι στ’ αλήθεια τόσο καλός», είπε ο Πέιν για τον Τζιαμάτι.

Η ταινία του, που έχει και υπέροχο σάουντρακ, εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 70, έχει όμως, με έναν τρόπο και τους κινηματογραφικούς κώδικες του αμερικανικού σινεμά του 70, που ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος με ταινίες με πολιτικό και έντονα κοινωνικό πρόσημο. Αυτό, για τον Πέιν, όπως ξεκαθάρισε, δεν σημαίνει ότι είναι στοιχείο νοσταλγίας: «Όταν ανοίγεις μια κάμερα, βάζεις χρόνο σε μια κάψουλα, βάζεις χρόνο σε ένα μπουκάλι. Αλλά πολιτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, δεν ξέρω πώς μπορεί να αισθανθεί κανείς νοσταλγία. Τουλάχιστον πολιτικά και κοινωνικά, είναι δύσκολο να νοσταλγείς κάποια συγκεκριμένη εποχή. Με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, το μόνο που σκέφτεται κανείς είναι αν θα ζήσουμε ποτέ σε μια εποχή στην οποία θα μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση». Ενώ για το συναίσθημα της νοσταλγίας γενικότερα μας παρέπεμψε στην αυτοβιογραφία της Σιμόν Σινιορέ: «Ξέρετε τι τίτλο έχει; «Nostalgia is not what it used to be…»».

Πάντως, είναι η πιο «ελληνική» ταινία του (ο καθηγητής πετάει αρχαία ρητά, επισκέπτεται μουσείο με ελληνικές αρχαιότητες, αναφέρει τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη και διδάσκει τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Για μια ακόμα φορά τον ρωτήσαμε πότε επιτέλους θα γυρίσει ταινία στην Ελλάδα. «Θα γίνει κι αυτό, που το θέλω πολύ», μας είπε. Μέχρι τότε όμως, μάλλον προηγούνται, ένα γουέστερν που έχει στα σκαριά-αυτό κι αν θα έχει ενδιαφέρον-και ένα φιλμ που θα γυριστεί στη Γαλλία και θα είναι γαλλόφωνη.

• «Τα παιδιά του χειμώνα» («The holdovers») θα κυκλοφορήσουν στις αίθουσες στις 25 Ιανουαρίου από την εταιρεία διανομής Tanweer.