Ο Κυριάκος, το αμπαζούρ και το ιδιωτεύειν

«Κανείς δεν θα μπορεί να απαγορεύσει σε έναν επιχειρηματία της εστίασης να μη δέχεται ανεμβολίαστους» είπε την Τρίτη που μας πέρασε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, συμπληρώνοντας μάλιστα: «Πολύ σύντομα θα γνωμοδοτήσει η Επιτροπή Βιοηθικής. Και η κυβέρνηση θα αποφασίσει με προσοχή». Ξεπερνώντας ότι ο πρωθυπουργός υποκαθιστά την επιτροπή που ο ίδιος σύστησε, προκαταλαμβάνοντας την απόφασή της, ο Κυρ. Μητσοτάκης δείχνει να μην αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου. Δείχνει να μπερδεύει το αμπαζούρ με τη χρήση του, αφού προφανώς και είναι δικαίωμα του ιδιώτη στον χώρο του να βάλει όποιο αμπαζούρ επιθυμεί, αλλά δεν μπορεί, για παράδειγμα, να το φέρει στο κεφάλι ενός καλεσμένου του. Αν το πράξει, επεμβαίνει ο νομοθέτης που το θεωρεί αδίκημα.

Ομοίως ο νομοθέτης παρεμβαίνει ώστε ο ιδιώτης στον χώρο του, ο επιχειρηματίας στο μαγαζί του, να μη ρίχνει πόρτα στους ψηλούς, στις ξανθές, στους δεξιούς, τους αλλοδαπούς, τους πλούσιους ή τους φτωχούς ή όπου τέλος πάντων επιθυμούν ο ίδιος και οι προσλαμβάνουσές του. Εκεί παύει να υφίσταται το ιδιωτεύειν και περνάμε στη δημόσια σφαίρα. Αν, για παράδειγμα, ο δημόσιος χώρος και οι συνθήκες επιβάλλουν τις όποιες απαγορεύσεις, το κράτος και η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση είναι υπεύθυνοι να τις επιβάλουν και να τις εφαρμόσουν. Δεν είναι υπόθεση ενός εκάστου να το πράξει.

Συνεπώς, σε απλά ελληνικά, το κράτος διαβουλεύεται, ακούει, κρίνει και αποφασίζει και σε καμία περίπτωση δεν κρύβεται πίσω από την επίκληση του ιδιωτικού.

Είναι πραγματικά κρίμα που ο Ελληνας πρωθυπουργός αδυνατεί να αντιληφθεί αυτή την τόσο κρίσιμη για τον δημόσιο βίο συνθήκη. Θα έλεγε κανείς ότι η εμμονή του με το ιδιωτικό –ή, αν θέλετε, η αποστροφή του στο δημόσιο ή κρατικό– δεν συνάδει με δημοκρατικά εκλεγμένους πρωθυπουργούς.