Ο «Μεγάλος Γκάτσμπυ» και η Αμερική του μεσοπολέμου

Από φέτος ο «Μεγάλος Γκάτσμπυ» είναι ελεύθερος πνευματικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, θεωρείται δηλαδή κοινό κτήμα.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι εκτός από τις νέες εκδόσεις του βιβλίου που ετοιμάζονται, μπορεί πλέον κάποιος να το χρησιμοποιεί με όποιον τρόπο επιθυμεί χωρίς να χρειάζεται να πάρει άδεια ή να καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό γι’ αυτό. Ήδη ετοιμάζεται από τον συγγραφέα Μάικλ Φάρις Σμιθ το πρίκουελ του βιβλίου που θα έχει τον τίτλο «Nick» και θα αφηγείται τη ζωή του Νικ Κάραγουεϊ, ήρωα και αφηγητή του βιβλίου του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Ξεφυλλίζοντας πριν από μέρες την έκδοση του «Μεγάλου Γκάτσμπυ» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Άγρα στη θαυμάσια μετάφραση του Άρη Μπερλή ήρθα ξανά σε επαφή με το έργο που αποτελεί από τις σπουδαιότερες καταγραφές της αμερικανικής κοινωνίας του μεσοπολέμου.

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ το 1921

Το βιβλίο που κυκλοφόρησε στις 10 Απριλίου 1925 από τον εκδοτικό οίκο Scribner έπειτα από πολλές διορθώσεις και αναθεωρήσεις, γράφτηκε το 1924 σε μια βίλα στο Σαν Ραφαέλ της Ριβιέρας, όπου το ζεύγος Φιτζέραλντ κατέληξε όταν μετακόμισε από την Αμερική στην Ευρώπη λόγω του χαμηλότερου κόστους ζωής. Την έμπνευση έδωσε η ερωτική σχέση που είχε ο Φιτζέραλντ με μια κοσμική νεαρή κυρία στο Λονγκ Άιλαντ το 1922. Παρότι κάποιοι κριτικοί υπήρξαν αρκετά θερμοί, αρκετοί θεώρησαν ότι το έργο δεν ήταν αντάξιο του συγγραφικού ταλέντου του ενώ και οι πωλήσεις ήταν πολύ χαμηλές. Ο Φιτζέραλντ βίωσε την περίπτωση του Γκάτσμπυ ως απόλυτη αποτυχία σε όλα τα επίπεδα και αυτό τον βάραινε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του το 1940 σε ηλικία 44 χρόνων, που οφειλόταν στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ – πάντα πίστευε ότι κανείς δεν θα έπρεπε να ζει πάνω από τα τριάντα.

Με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μια ομάδα εκδοτών, βιομηχάνων χάρτου, επιμελητών και βιβλιοθηκάριων της Νέας Υόρκης ένωσαν τις δυνάμεις τους με σκοπό να στείλουν πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα βιβλίων στους στρατιώτες ως δείγμα συμπαράστασης στον αγώνα τους. Μεταξύ των χιλίων τίτλων που τύπωσαν ήταν και ο «Μεγάλος Γκάτσμπυ» τα αντίτυπα του οποίου μέχρι τότε σάπιζαν στα αζήτητα των αποθηκών, παρότι μετά τον θάνατο του Φιτζέραλντ έγιναν προσπάθειες για την ανάδειξη του έργου. Ο τίτλος επιλέχθηκε με γνώμονα την εμπειρία του κεντρικού ήρωα Τζέι Γκάτσμπυ στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την (έστω και με υπόγεια μέσα) ανέλιξή του στην αμερικανική κοινωνία. Κάπως έτσι το βιβλίο που μέχρι το 1940 δεν υπήρχε σχεδόν σε κανένα βιβλιοπωλείο, λίγα χρόνια αργότερα είχε διανεμηθεί σε σχεδόν 155.000 στρατιώτες – σε σχήμα βιβλίου τσέπης για να χωράει στις στολές τους. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 έγινε βασικό ανάγνωσμα στα αμερικανικά γυμνάσια ενώ μέχρι σήμερα έχει πουλήσει περισσότερα από 25 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στο Μπρόντγουεϊ, τέσσερις φορές στον κινηματογράφο και μία στην τηλεόραση.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου τον Απρίλιο του 1925

Στον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» ο Φιτζέραλντ κατέγραψε την Αμερική του μεσοπολέμου, δηλαδή την αναπάντεχη οικονομική άνθηση, τον επιδεικτικό πλούτο, τον αναβρασμό στις χρηματιστηριακές αγορές, την υιοθέτηση των καταναλωτικών ηθών, τη ραγδαία αστικοποίηση, το λαθρεμπόριο που γιγαντώθηκε λόγω της ποτοαπαγόρευσης και τα εγκλήματα του υποκόσμου που καλύπτονταν από τους ήχους της ξέφρενης τζαζ. Ο αναγνώστης μαθαίνει την ιστορία του Τζέυ Γκάτσμπυ μέσα από τις περιγραφές του γείτονα και φίλου του, Νικ Κάραγουεϊ. Ο Γκάτσμπυ είναι η απόλυτη ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου. Στρατολογείται στον Μεγάλο Πόλεμο, με την επιστροφή του στην Αμερική ξεκινάει τις παράνομες δραστηριότητες και πλουτίζει μέσα σε τρία χρόνια. Στην έπαυλή του Ουέστ Εγκ του Λόνγκ Άιλαντ –όπου το νέο χρήμα ορίζει τα νέα ήθη– διοργανώνει θρυλικά πάρτι, στα οποία παρελαύνουν αντιπροσωπευτικοί χαρακτήρες των Roaring Twenties. «Τις καλοκαιρινές νύχτες ακουγόταν μουσική από το σπίτι του γείτονά μου. Στους γαλάζιους κήπους του άντρες και κορίτσια πηγαινοέρχονταν σαν νυχτοπεταλούδες, ανάμεσα στους ψιθύρους και τη σαμπάνια και τ’ άστρα. Τα απογέματα, στη φουσκονεριά, έβλεπα τους καλεσμένους του να κάνουν βουτιές από τον πύργο της σχεδίας του ή να λιάζονται στη ζεστή άμμο της ακρογιαλιάς του, ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσχιζαν τα νερά του Σάουντ, τραβώντας θαλάσσιους σκιέρ σε καταρράκτες αφρού».

Ο Γκάτσμπυ εμφανίζεται σπανίως στα πάρτι που διοργανώνει, έτσι διατηρείται ο μύθος του. Άλλωστε δεν έγινε μεγιστάνας για να ζήσει άνετα, αλλά για να αποδείξει ότι μπορεί. Στην πραγματικότητα έγινε εκατομμυριούχος για να αποδείξει στην Νταίζυ ότι είναι αντάξιός της και να τη διεκδικήσει ερωτικά. Μόνο που εκείνη πρόλαβε και παντρεύτηκε έναν διάσημο πολίστα. Ο Γκάτσμπυ «“είναι λαθρέμπορος” έλεγαν οι νεαρές κυρίες, κινούμενες κάπου ανάμεσα στα κοκτέηλ του και τα λουλούδια του. “Σκότωσε κάποιον που ανακάλυψε ότι είναι ανιψιός του Φον Χίντενμπουργκ και δεύτερος ξάδερφος του διαβόλου. Πιάσε μου ένα τριαντάφυλλο, γλύκα μου, και στάξε μια τελευταία σταγόνα σε αυτό το κρυστάλλινο ποτήρι”». Όσο κι αν ξέρουν όμως δέχονται τη φιλοξενία του με αντάλλαγμα τη σιωπή. «Οι φήμες για τον Γκάτσμπυ, τις οποίες διέδιδαν οι εκατοντάδες που είχαν απολαύσει τη φιλοξενία του και είχαν γίνει αυθεντίες για το παρελθόν του, ολοένα και αύξαναν στη διάρκεια του καλοκαιριού, ωσότου ο ίδιος έπαψε πια να αποτελεί είδηση. Θρύλοι είχαν δημιουργηθεί γύρω από το πρόσωπό του, όπως “ο υπόγειος αγωγός από τον Καναδά” (κατά την ποτοαπαγόρευση υπήρχε η φήμη σχετικά με έναν υπόγειο αγωγό που ξεκινούσε από τον Καναδά και τροφοδοτούσε τις ΗΠΑ με αλκοόλ) και κυκλοφορούσε επίμονα η φήμη ότι δεν ζούσε σε σπίτι αλλά σε μια θαλαμηγό που έμοιαζε με σπίτι και ανεβοκατέβαινε με κάθε μυστικότητα στ’ ανοιχτά του Λονγκ Άιλαντ».

Ο Γκάτσμπυ θυμίζει τον Χίθκλιφ από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη» ή ακόμα τον Κάπτεν Άχαμπ του «Μόμπι Ντικ». Αφιερώνει τη ζωή του κυνηγώντας μια χίμαιρα και διαπράττει ύβρη όταν πιστεύει ότι μπορεί να αγνοήσει το ανθρώπινο μέγεθός του. Ωστόσο, για κάθε ήρωα που χάνει το μέτρο η κατάληξη είναι γνωστή ήδη από την αρχαιότητα.

* Τα αποσπάσματα προέρχονται από τη μετάφραση του Άρη Μπερλή για τις εκδόσεις Άγρα. Το βιβλίο κυκλοφορεί και σε άλλες μεταφράσεις από τις οποίες ξεχωρίζει εκείνη του Φώντα Κονδύλη για τις εκδόσεις Πατάκη.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά με τη μορφή newsletter το οποίο στέλνεται κάθε Πέμπτη στα e-mail των αναγνωστών της εφημερίδας. Αν θέλετε μπορείτε να λαμβάνετε το newsletter του βιβλίου, τα εβδομαδιαία ή τα καθημερινά newsletter των δημοσιογράφων του Documento με την εγγραφή σας εδώ

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.