Ο Σάκης Παπαδημητρίου μιλάει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου αφηγείται στη Μαρίνα Αγγελάκη

Τον Ντίνο Χριστιανόπουλο τον γνώρισα το 1958 όταν ήµουν µαθητής στην τελευταία τάξη του γυµνασίου στο Κολλέγιο Ανατόλια. Ο καθηγητής µας Νίκος Χουρµουσιάδης, µετέπειτα καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, σκηνοθέτης και συγγραφέας, ήταν φίλος του και τον κάλεσε για µια οµιλία µε θέµα «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Ηταν η χρονιά που βγήκε το πρώτο τεύχος του περιοδικού «∆ιαγώνιος». Αµέσως µετά γνώρισα και τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου. Αυτοί οι δύο ήταν ο πρώτος πυρήνας µιας παρέας που δηµιουργήθηκε τότε και στην οποία προστέθηκαν παρά πολλοί όπως ο Τόλης Καζαντζής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Φαίδων Πολίτης, στη συνέχεια ο Βασίλης Φράγκου, ο Παναγιώτης Πίστας και άλλοι και αργότερα ο Περικλής Σφυρίδης, ο Γιώργος Κορδοµενίδης, ο Θωµάς Κοροβίνης. Ηταν ένα µικρό θαύµα τότε αυτό το περιοδικό και εµένα µε ενδιέφερε πολύ. Ηταν, όπως συνηθίζω να λέω, µια υπέροχη «τριπλέτα»: ο Χριστιανόπουλος που µαζεύει την ύλη και την επιµελείται, ο Κάρολος Τσίζεκ που κάνει τα εξώφυλλα και η σελιδοποίησή του είναι µάθηµα για τους γραφίστες της εποχής και ο Νίκος Νικολαΐδης µε το τυπογραφείο του που εκτελεί κατά γράµµα όλες αυτές τις αισθητικές οδηγίες τους.

Θυµάµαι από τα πρώτα τεύχη της «∆ιαγωνίου», όταν καθόµασταν και κουβεντιάζαµε όλη η µεγάλη αυτή παρέα ή και µε άλλα πρόσωπα όπως τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, τη Ζωή Καρέλλη, τον Ηλία Πετρόπουλο, ότι η άποψη του Ντίνου, που µε είχε ενθουσιάσει και την κρατάω ακόµη, ήταν ότι «έχουµε δύο πρόσωπα· µας ενδιαφέρει και ερευνούµε την παράδοση αλλά είµαστε ανοιχτοί σε καθετί καινούργιο µέχρι και την πρωτοπορία». Εν µέρει αυτό που είπε λίγο αργότερα ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αναφέροντας «σεβασµός στην παράδοση και µεταµόρφωση στην παράδοση µε νέες ιδέες». Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ βασικό που αφορά τον Ντίνο Χριστιανόπουλο το οποίο δεν του το έχουν αναγνωρίσει.

Οταν µεταφέρθηκε η «∆ιαγώνιος» από τη Χρυσικοπούλου στη Στρατηγού Καλλάρη βγάζαµε µαζί το περιοδικό «Τζαζ». Ο Ντίνος συνδεόταν µε τα ρεµπέτικα και τον Τσιτσάνη έως και µε την τζαζ. Τα πρώτα κείµενα που του πήγα όταν τον γνώρισα ήταν κάποια µικρά πεζά και οι σκέψεις µου για την τζαζ και τη σύγχρονη µουσική. Ετσι αρχίζει η πιο στενή επαφή µας, ήδη από το 1959. Την αµέσως επόµενη χρονιά, µε τη δική του επιµέλεια –διαρκώς µου έλεγε «σβήσε αυτό, ξαναγράψε το άλλο», κάτι που έκανε µε πάρα πολλούς– βγήκε η «Μικρή εισαγωγή στην τζαζ» που αργότερα εκδόθηκε και σε βιβλίο.

Μια από τις ωραίες στιγµές που έχουµε ζήσει µαζί, νοµίζω το 1988, είναι όταν τον ηχογραφήσαµε µε τον Γιώργο Τσακαλίδη στο σπίτι µου να απαγγέλλει ποιήµατά του και να τραγουδάει. Τον ηχογραφήσαµε και στο στούντιο του Νίκου Παπάζογλου και θυµάµαι ότι για µιάµιση ώρα ο Ντίνος τραγουδούσε και διάβαζε χωρίς να κάνει λάθος και να σταµατήσει. Εχω γράψει για τη σχέση του µε το τραγούδι.

Ο Χριστιανόπουλος πίστευε ότι πρέπει να έχεις αφοσίωση σε αυτό που κάνεις, που ταυτόχρονα να συνοδεύεται από πειθαρχία και πάθος. Ταυτιζόµουν µε αυτήν τη θεωρία του αλλά και µε τη συνέπεια, την εντιµότητα και την ακεραιότητα που τον χαρακτήριζε. Είχε µια αναρχική τάση, δεν συνδεόταν µε κανένα αναρχικό κίνηµα παρά µόνο µε τη φιλοσοφική πλευρά της αναρχίας και το δήλωνε ο ίδιος µε τον τρόπο του. Τη δεκαετία του ’70 έγραψε τα µανιφέστα του, όµως αυτά ήταν πιστεύω του που τα έλεγε από παλιότερα και κάθε µέρα στους ανθρώπους γύρω του. Είχε σταθερές φιλίες και ακόµη κι όταν ερχόταν σε σύγκρουση µε κάποιους από τους φίλους του αφορούσε κυρίως θέµατα λογοτεχνίας. Είχε βέβαια και προσωπικές ρήξεις µε φίλους του, µε τον Ασλάνογλου, µε τον Γιώργο Ιωάννου.

Στη Θεσσαλονίκη αυτός που συνέχισε και συνεχίζει έως σήµερα αυτή την προσπάθεια που ξεκίνησε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1958 µε τη «∆ιαγώνιο» είναι ο Γιώργος Κορδοµενίδης µε το περιοδικό «Εντευκτήριο», που πήρε τον τίτλο του από ένα βιβλίο του Ντίνου, και στην Αθήνα ο Βασίλης ∆ηµητράτος µε τις Εκδόσεις Μπιλιέτο, που κατά κάποιο τρόπο µοιάζουν µε αυτές της «∆ιαγωνίου» και στην αισθητική και στα θέµατα.