Οδύνη και φρίκη στα χαρακώματα

«Βερντέν» του Λεόν Πουαριέ (1928)

Οι αντιπολεμικές ταινίες με θέμα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που έμειναν στην ιστορία του σινεμά με αφορμή το «1917» του Σαμ Μέντες.

Ο Μεγάλος Πόλεμος αποδόθηκε από τους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες ως ένα βίαιο αιματοκύλισμα που άφησε πίσω του εκατόμβες νεκρών και αμέτρητους τραυματίες: σωματικά και ψυχικά.

Η Γαλλία είναι η χώρα που θρήνησε τα περισσότερα θύματα από τα συνολικά 23 εκατομμύρια που χάθηκαν στα εδάφη της γηραιάς ηπείρου. Σχεδόν 4,5 εκατομμύρια είναι οι νεκροί στρατιώτες και πολίτες της χώρας που βίωσε όσο καμιά άλλη τη λαίλαπα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Λογικό επακόλουθο να καταπιαστούν με την περίοδο εκείνη σημαντικοί Γάλλοι auteurs. Το «Βερντέν» (Verdun) του Λεόν Πουαριέ είναι μια υπερπαραγωγή του βωβού κινηματογράφου γυρισμένη το 1928. Ο σκηνοθέτης για να προσδώσει αυθεντικότητα στα καρέ του γύρισε πολλές σκηνές στους τόπους των μαχών του δυτικού μετώπου, χρησιμοποίησε ερασιτέχνες ηθοποιούς που είχαν πολεμήσει στα χαρακώματα, ενώ μεγάλο κομμάτι της δράσης «ντύθηκε» με αυθεντικό ντοκιμαντερίστικο υλικό. Από τις πιο σημαντικές σινε-μαρτυρίες η «Μεγάλη χίμαιρα» (La grande illusion, 1937) του Ζαν Ρενουάρ φέρνει τρεις Γάλλους διαφορετικής τάξης –ο αριστοκρατικής καταγωγής αξιωματικός, ο φτωχός μηχανικός και ο Εβραίος αστός– στο ίδιο γερμανικό στρατόπεδο αιχμαλώτων να ενώνουν τις δυνάμεις τους στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν. Ο Ρενουάρ βάσισε το έργο στις μνήμες από τον Μεγάλο Πόλεμο ενός Γάλλου στρατιωτικού και χρησιμοποίησε τον Ζαν Γκαμπέν και τον Εριχ φον Στρόχαϊμ στους βασικούς ρόλους. Ουμανισμός και ανατομία των διαφορών όχι μόνο μεταξύ κρατών αλλά και ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις από τον Ρενουάρ, που μπόλιασε τη γραφή του ακόμη και με σατιρικά στοιχεία προκειμένου να αποφύγει τον άκρατο μελοδραματισμό.

«Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» του Λιούις Μάιλστοουν (1930)

Από το δυτικό στο ανατολικό μέτωπο και στην Καλλίπολη

Την ίδια περίοδο οι μάχες στο ευρωπαϊκό δυτικό μέτωπο εμπνέουν και άλλους κινηματογραφιστές. Από τον Γερμανό Παμπστ («Στο δυτικόν μέτωπον 1918» [Västfronten 1918], 1930) μέχρι το Χόλιγουντ: το βραβευμένο με δύο Οσκαρ «Αποχαιρετισμός στα όπλα» (A farewell to arms, 1932) του Φρανκ Μπορζέιτζ με τους Γκάρι Κούπερ και Ελεν Χέιζ από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ και το βασισμένο στο μυθιστόρημα του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ «Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο» (All quiet on the western front, 1930) του Λιούις Μάιλστοουν που γυρίστηκε σε δύο εκδόσεις –μία με ήχο και μία ως βουβή ταινία–, κερδίζοντας μάλιστα το Οσκαρ καλύτερης ταινίας το 1930, τα έργα που αφηγούνται επεισόδια του αιματηρού Μεγάλου Πολέμου είναι πολυάριθμα.

Οι αναφορές στη φρίκη των μετώπων του Μεγάλου Πολέμου συνεχίστηκαν και τις επόμενες δεκαετίες απασχολώντας σπουδαίους κινηματογραφιστές που βρήκαν στον συμβολισμό των ασφυξιογόνων μασκών και χαρακωμάτων τη βαθιά κρίση και την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών. Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ με το «Σταυροί στο μέτωπο» (Paths of glory, 1957) αποκαλύπτει την παρανοϊκή όψη ενός απάνθρωπου πολέμου (τρεις Γάλλοι στρατιώτες επιλέγονται τυχαία να εκτελεστούν για παραδειγματισμό επειδή την προηγούμενη μέρα το τάγμα τους υποχώρησε κατά τη διάρκεια της επίθεσης ενάντια στους Γερμανούς), ενώ ο Κάρελ Στέκλι εστιάζει στην παντελή έλλειψη κρίσης του μέσου ανθρώπου («Ο καλός στρατιώτης Σβέικ» [Dobrý voják Švejk],1957) που οδηγείται χαρούμενος προς το πεδίο των σφαγών, κάτι που αναπαράγει έως έναν βαθμό ο Μονιτσέλι στον «Μεγάλο Πόλεμο» (La Grande Guerra, 1959), αν και οι Ιταλοί λουφαδόροι στρατιώτες αντιήρωές του (Βιτόριο Γκάσμαν, Αλμπέρτο Σόρντι) είναι πιο ψυλλιασμένοι για το δράμα που εκτυλίσσεται δίπλα τους.

Σε αντίθετη εντελώς πορεία, ο Ντάλτον Τράμπο το 1971 βρίσκει στην απελπιστική από κάθε άποψη περιπέτεια του δικού του πρωταγωνιστή να καταγγείλει με όλες του τις δυνάμεις τη βαρβαρότητα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο λόγος για το κορυφαίο αντιπολεμικό δράμα «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (Johnny got his gun), με τον ήρωα να γίνεται πειραματόζωο στα χέρια των γιατρών. Δέκα χρόνια αργότερα ο Πίτερ Γουίαρ με το «Καλλίπολη 1915» (Gallipoli, 1981) αφηγείται άλλη μια θλιβερή ιστορία των χαρακωμάτων, αυτήν τη φορά με φόντο την τουρκική ενδοχώρα και θύματα δύο αφελείς Αυστραλούς που πίστεψαν ότι ο ηρωισμός και η ρομαντική περιπέτεια είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος (του πολέμου φυσικά).

Το ανεπούλωτο γαλλικό τραύμα και η Wonder Woman

Στην αλλαγή της χιλιετίας το ενδιαφέρον για τον πόλεμο των χαρακωμάτων αναζωπυρώθηκε με μια σειρά νέων γαλλικών ταινιών που απλώνονται μεταξύ των πεδίων του ανεκπλήρωτου έρωτα –οι «Ατελείωτοι αρραβώνες» (Un long Dimanche de fiançailles, 2004) του Ζαν-Πιερ Ζενέ με τους Οντρέ Τοτού και Γκασπάρ Ουγέ από το βιβλίο του Σεμπαστιέν Ζαπριζό διηγούνται την προσπάθεια της 20άχρονης Ματίλντ να μάθει τι συνέβη στον αρραβωνιαστικό της Μανέ που εγκαταλείφθηκε άοπλος στις γραμμές των Γερμανών– και του εύπεπτου ουμανισμού (τα «Καλά Χριστούγεννα» [Joyeux Noël, 2005] του Κριστιάν Καριόν αφηγούνται ένα αυθεντικό περιστατικό που συνέβη τα Χριστούγεννα του 1914 στα γαλλοελβετικά σύνορα όπου Βρετανοί, Γάλλοι και Γερμανοί στρατιώτες έκαναν εκεχειρία λόγω της γιορτινής ημέρας), αλλά η πραγματικά μεγάλη στιγμή ανήκει στον Φρανσουά Ντιπερόν. Η συγκλονιστική ταινία του «Η αίθουσα των αξιωματικών» (La chambre des officiers, 2001) αφορά την αποκατάσταση Γάλλων αξιωματικών που έχουν παραμορφωθεί στο μέτωπο –προκαλούν σοκ οι εικόνες από το νοσοκομείο όπου ακόμη και δύο διαμελισμένοι στρατιώτες «ράβονται» μεταξύ τους για να μη χάσουν τη ζωή τους– και έρχονται αντιμέτωποι με την αποστροφή για την εμφάνισή τους όταν τελειώσει ο πόλεμος.

Στο αμερικανικό σινεμά το σκηνικό του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου χρησιμεύει σαν χαλί για να αναδειχτούν υπερηρωικές φιγούρες (η Γκαλ Γκαντότ της «Wonder Woman» αφήνει τον μυθικό κόσμο των Αμαζόνων για να προσγειωθεί απότομα στην τρέλα του πολέμου και των χημικών αερίων που καταπνίγουν τη δυτική Ευρώπη) ή για να αποτυπωθεί πλήρως το προφίλ σπουδαίων καλλιτεχνών (η ζωή του Τζέιμς Γουέιλ, σκηνοθέτη του αρχετυπικού «Φρανκενστάιν», έχει μπολιαστεί από την τραυματική πολεμική εμπειρία του στο δυτικό μέτωπο, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο «Θεοί και δαίμονες» [Gods and monsters, 1998] του Μπιλ Κόντον) που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην έβδομη τέχνη.

Τα τελευταία χρόνια και η τηλεόραση αποφάσισε να αποτυπώσει τη φρίκη του Μεγάλου Πολέμου έστω και αποσπασματικά, όπως στην περίπτωση του «Peaky Βlinders» το οποίο στηρίζει μεγάλο κομμάτι της δυναμικής του στην εκρηκτική ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα. Ο Τόμας Σέλμπι (Κίλιαν Μέρφι) δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση ο ίδιος αν δεν βίωνε τη βαρβαρότητα και την οδύνη των χαρακωμάτων και τη βεβαιότητα του θανάτου κάθε φορά που άκουγε μια οβίδα να σκάει δίπλα του. Υστερα από μια τέτοια εμπειρία το υπερβίαιο περιβάλλον του Μπέρμιγχαμ μοιάζει με παιδική χαρά για τον αρχηγό των Σέλμπι.

ΥΓ.: Στις τηλεοπτικές καταγραφές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου αξίζει να αναφέρουμε τον τέταρτο και τελευταίο κύκλο της βρετανικής κωμικής σειράς «Η Mαύρη Oχιά» (Blackadder), όπου ο αξιωματικός Ρόουαν Ατκινσον τελειοποιεί τα τικ του κάθε φορά που δίνει διαταγές στους φαντάρους προτού εκείνοι τις αμφισβητήσουν σθεναρά.

«Η μεγάλη χίμαιρα» του Ζαν Ρενουάρ (1937)

Προετοιμασία για Trivial

300 χιλιάδες δολάρια ήταν η αμοιβή του Κερκ Ντάγκλας για τους «Σταυρούς στο μέτωπο». Η ταινία κόστισε 1 εκατομμύριο συνολικά

2 χρόνια συνεχόμενα προβαλλόταν στο Astor Theater στη Νέα Υόρκη η ταινία «Η μεγάλη παρέλαση» (The big parade, 1925) του Κινγκ Βίντορ

70 πιλότους χρησιμοποίησε ο Χάουαρντ Χιουζ για την ταινία του «Αγγελοι της κολάσεως» (Hell’s Angels, 1930)

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.