Θυμάμαι ακόμα ήμουν παιδάκι…

Ημουν 11,5 χρονών, μαθητής της ΣΤ’ τάξης του δημοτικού σχολείου, όταν ξέσπασε το φοιτητικό κίνημα κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών και έφθασε η χώρα να ζει το Νοέμβριο του 1973, τις αξέχαστες μέρες του Πολυτεχνείου.

Ηταν τότε που ανύποπτος για ο,τι συμβαίνει, η μητέρα μου, έβαλε κάτω κάτω την αδελφή μου κι εμένα, να μας εξηγήσει τι συμβαίνει. Μας μίλησε για τους κακούς συνταγματάρχες που σκότωναν, βασάνιζαν και φίμωναν τον κόσμο που ήθελε να ζήσει ελεύθερος. Ηταν τότε που έπαθα το πρώτο μου σοκ, αφού πίστευα πως αυτά συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια που άκουγα σε πιο μικρή ηλικία. Ομολογώ ότι στην αρχή δεν την πίστεψα. Θεωρούσα πως μας έλεγε όλα αυτά, μόνο και μόνο για να μας τρομάξει, για να μη βγαίνουμε έξω να παίξουμε, για να διαβάζουμε και για να μην κάνω (η αδελφή μου ήταν πάντα ήρεμη και ήσυχη) αταξίες…

…Όμως βλέποντας την, να κλαίει ακούγοντας διαρκώς τον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών και την κραυγή αγωνίας «εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο» που καλούσε τον κόσμο στους δρόμους αλλά και για ιατρική βοήθεια, τα πράγματα μέσα μου, άλλαξαν. Φόβος, που έγινε μεγαλύτερος όταν μας εξήγησε ότι φοβόταν και για τον πατέρα μου, επειδή είχε πολλά χρόνια θέματα με την αστυνομία λόγω ΚΚΕ (μέχρι και στο στρατό τον κυνηγούσε η Στρατονομία. Αλλωστε υπηρέτησε συνολικά από ποινές και φυλακίσεις 35 μήνες!). Φοβόταν μη τυχόν και φύγει από τη δουλειά του και πάει στην Αθήνα, φοβόταν μη τον συλλάβουν πάλι για… προληπτικούς λόγους ή μη τον απολύσουν ξανά από τη δουλειά. Κι έκλαιγε…

Το βράδυ της εισβολής άρχισαν οι διαταγές μέσω ραδιοφώνου με τα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» του αρχηγού των Ενόπλων δυνάμεων, στρατηγού Δημήτρη Ζαγοριανάκου και η κακή ψυχολογία μου, τερμάτισε…

«Αποφασίζομεν και διατάσσομεν: Απαγορεύεται η κυκλοφορία στους δρόμους από την ενάτην νυχτερινήν έως την έκτην πρωϊνήν, λόγω της εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφάλειας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων. Δημήτριος Ζαγοριανάκος, στρατηγός», διάβαζε την εντολή με αυστηρό ύφος κάποιος στρατιωτικός.

Και δώστου εγώ στο παράθυρο να κοιτώ τον δρόμο έντρομος και να μη βλέπω ψυχή. Μέναμε τότε στην πλατεία της Αναστάσεως στα όρια Κερατσινίου-Δραπετσώνας, μια πλατεία που έσφυζε από ζωή μέχρι τα μεσάνυχτα. Και δεν υπήρχε ψυχή. Φόβος ότι κάποιος κακός θαεμφανιστεί και θα πάρει τον πατέρα μας…

Γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Εξ αιτίας των πολλών ομοιοτήτων με τις μέρες του κορονοϊού, που ζούμε. Εντάξει δεν έχουμε πραξικόπημα, δεν έχουμε τανκς στους δρόμους, δεν έχουμε συνταγματάρχες στην εξουσία. Έχουμε όμως αρκετούς νοσταλγούς ή φαν της Χούντας στην κυβέρνηση. Έχουμε απαγόρευση της κυκλοφορίας στους δρόμους. Έχουμε απαγόρευση μετακινήσεων στην επαρχία ή στα νησιά. Έχουμε χαρτιά που υπογράφουμε για να μετακινηθούμε ακόμη και για να ψωνίσουμε. Το δελτίο απομένει να μας δώσουν για να ολοκληρωθεί η κατάσταση. Έχουμε ακόμη απαγόρευση συναθροίσεων 10 ατόμων. Τότε, αν θυμάμαι καλά, ο Ζαγοριανάκος έλεγε απαγόρευση άνω των τριών ατόμων. Και φυσικά έχουμε μια σειρά άλλου είδους βασανιστηρίων, τα αντεργατικά μέτρα, την προώθηση του πρότζεκτ «να γίνουν οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι», έχουμε νεωτερισμούς. Μοντέρνες μέθοδοι αφαίμαξης της κοινότητας με δόλωμα τον φονικό ιό.

Και τι θες να γίνει ρε, Αντώνη; Να βγούμε όλοι έξω να κολλήσουμε όλοι; Όχι βέβαια! Μένουμε σπίτι! Εκείνο όμως που χαλάει το… αφήγημα τους όμως είναι η βιασύνη. Ότι με άλλοθι την πανδημία τρέχουν να περάσουν σειρά μέτρων κατά των εργαζομένων, κατά του απλού πολίτη και υπέρ των μεγαλοκαρχαριών που τους στηρίζουν. Δεν έχεις; Πέθανες. Έχεις; Ζεις! Η αποθέωση του νεοφιλελευθερισμού. Έτσι αποκαλούν τις καθεστωτικές κυβερνήσεις πλέον…

Μέσα στη δίνη της απομόνωσης (μόνη όαση η τηλεργασία, που σε βγάζει από πολλούς μπελάδες, κυρίως ψυχολογικούς), θυμήθηκα εκείνη την εποχή. Όπως θυμήθηκα και το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς. Το καλοκαίρι του 1974 που έζησα ξανά παρόμοιες καταστάσεις και ίσως πιο άγριες. Ημουν με την αδελφή μου διακοπές στη Κω, με τον παππού και την γιαγιά, επειδή ο παππούς ήταν εργοδηγός σε έργα οδοποιίας στο νησί. Και μέσα στο κατακαλόκαιρο, γίνεται η εισβολή των Τούρκων στη Κύπρο! Πανικός. Για την ακρίβεια χάος…

Οι χιλιάδες τουρίστες να θέλουν να φύγουν άρον-άρον, στο λιμάνι να γίνεται κόλαση, ποιος να μπει σε σειρά και ποιος να πρωτομπεί σε καράβι! Και δώσου από τα μεγάφωνα του δημαρχείου να ακούγονται εκκλήσεις για ψυχραιμία και για προτεραιότητα σε όσους είχαν επιστρατευθεί…

Με τα πολλά συνέβησαν δυο πράγματα: ο λιμενάρχης απαγόρευσε να πιάνουν λιμάνι τα καράβια που έρχονταν να πάρουν τον κόσμο (και δικαιολογημένα, γιατί θα είχαμε θύματα) και τα έστελναν στη Ρόδο αλλά και από τα μεγάφωνα έδιναν διαταγή για απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 9 μμ που έπεφτε ο ήλιος. Καλούσαν δε, σε συσκότιση από τις 11 το βράδυ μέχρι το πρωί! Πάλι τα ίδια…

Τρεις μέρες μαζί με χιλιάδες άλλους τουρίστες, κοιμόμασταν στο λιμάνι σε μια τεράστια έκταση που χρησίμευε μάλλον για πάρκινγκ και ο,τι άλλο. Και κάθε φορά που κάποιο καράβι εμφανιζόταν στον ορίζοντα, κάποιος βρισκόταν να σπείρει πανικό φωνάζοντας ότι έρχονται τα τούρκικα πολεμικά από απέναντι. Και δώστου συσκότιση και δώστου απαγορεύσεις. Καταστήματα να κλείνουν υπό τον φόβο επεισοδίων, ουρές σε φούρνους και εστιατόρια, χωροφυλακή παντού! Πάλι τρόμος, ξανά τα ίδια. Ωσπου μια φωνή ενός κυρίου γύρω στα 50 έσπασε την σιωπή στο λιμάνι: «Ζήτω! Επιτέλους, απελευθέρωση. Επεσε η Χούντα, φεύγουν τα καθάρματα»! Αμέσως, όλος ο κόσμος αρχίζει να χειροκροτάει και μετά παραλήρημα από τους πανηγυρισμούς. Ολοι αγκάλιαζαν όλους!…

Γιατί τα θυμήθηκα όμως, όλα αυτά; Γιατί ξαναζώ σχεδόν ίδιες καταστάσεις για διαφορετικούς λόγους. Άλλες αιτίες, ίδιες μέθοδοι. Τότε τανκς, τώρα αστυνομία. Τότε ειδικές άδειες, τώρα SMS. Τότε στρατιωτικοί στηνεξουσία, τώρα γραβατωμένοι, όπου αρκετοί από αυτούς, θα ήθελαν να είναι ένστολοι. Τότε η τρομοκρατία ήταν και σωματική, τώρα είναι ψυχολογική. Τότε απαγόρευαν τα πάντα για να μην κινδυνεύσει το καθεστώς τώρα απαγορεύουν τα πάντα, για να…αποθηκεύσουν ψήφους. Η ουσία δεν αλλάζει. Φυλακισμένοι - πολιορκημένοι τότε, ελεύθεροι πολιορκημένοι τώρα.

Γιατί όμως τα θυμήθηκα όλα αυτά; Υπερβολικά μεν, αλλά οι καταστάσεις μοιάζουν. Γιατί και τότε και τώρα, ο κοσμάκης υποφέρει. Και πλέον, όχι μόνο από τον φονικό ιό, αλλά από όσα δεινά τον περιμένουν με πρόσχημα αυτόν. Με ή χωρίς διαταγές και στρατιωτικά διατάγματα. Με όσα του ετοιμάζουν οι κυβερνώντες. Αλλωστε, η εμφανής διαφορά είναι μια: Δημήτρης Ζαγοριανάκος στρατηγός, τότε. Κυριάκος Μητσοτάκης πρωθυπουργός τώρα…

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.