Παράπλευρες απώλειες

Στην ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» ένας στρατηγός παραφρονεί και αποφασίζει να ξεκινήσει μόνος του έναν πυρηνικό πόλεμο. Γυρισμένη το 1964, στο αποκορύφωμα του ψυχροπολεμικού κλίματος, ξεφεύγει από τα όρια του κωμικού και καλεί τον θεατή να προβληματιστεί, ειδικά στην τελευταία σκηνή απ’ όπου προκύπτει το συμπέρασμα ότι δεν ζουν στον ίδιο κόσμο η ελίτ και οι μάζες. Δεν ζουν στον ίδιο κόσμο όσοι κινούν τα νήματα και όσοι βρίσκονται δεμένοι στην άκρη των κινούμενων νημάτων.

Κάπως έτσι οι κυβερνώσες ελίτ, ένθεν και ένθεν, έμπλεξαν σε μια περιπέτεια τους λαούς, επειδή το παιχνίδι τούς ξέφυγε ή επιδίωξαν να τους ξεφύγει. Είναι νωρίς ακόμη να μετρηθούν οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, οι επιπτώσεις όμως οι πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές έχουν ήδη χτυπήσει την πόρτα μας. Η ΕΕ έπαψε να φλυαρεί και ανέλαβε δράση, χωρίς να είναι σαφές αν οι κυρώσεις που επέβαλε εναντίον της Ρωσίας ήταν η έμπρακτη καταδίκη της εισβολής ή η πλήρης υποταγή στα κελεύσματα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Ο Πούτιν παίρνει την εκδίκησή του με τον πιο άγριο τρόπο για τη χρόνια υποτίμηση και απομόνωση της χώρας του στη διεθνή σκακιέρα και παρασέρνει τη Δύση σε ένα θέατρο του παραλόγου: μιμείται τον αυταρχισμό και τις μεθόδους του με αναίσχυντη προπαγάνδα, ελέγχει απολύτως τα ΜΜΕ, εργαλειοποιεί τα πάντα και απλώνει τα δίχτυα της σε πεδία που δεν έχουν καμία σχέση με τον πόλεμο. Εκτός λοιπόν από την αλήθεια, θύμα της όλης κατάστασης έγινε τις τελευταίες μέρες και ο πολιτισμός.

Σε ένα κρεσέντο παράνοιας, αφαιρείται το βραβείο από τον Κουστουρίτσα για τη συμβολή του στον κινηματογράφο, ενώ η μια πόλη μετά την άλλη ακυρώνουν παραστάσεις ή συναυλίες ρωσικών σχημάτων, υποδαυλίζοντας την έχθρα και την ένταση. Τα έργα των αρχαίων τραγικών, του Δάντη, του Σαίξπηρ ή του Μολιέρου δεν έχουν ιδιοκτήτες πρωθυπουργούς ή προέδρους αλλά ανήκουν στην παγκόσμια κοινότητα. Μια μουσική σύνθεση, ένα βιβλίο ή ένας πίνακας είναι δημιουργίες ανθρώπων και όχι κρατών. Το μεγαλείο της τέχνης έγκειται στο ότι ενώνει τα διεστώτα, λειτουργεί ως εστία αντίστασης απέναντι στη φρικτή ισοπέδωση. Με αυτήν τη λογική θα έπρεπε να είχαν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων ο Μπετόβεν και ο Τόμας Μαν επειδή ήταν Γερμανοί. Τέτοιου είδους απαγορεύσεις και προγραφές μόνο ο Χίτλερ είχε αποτολμήσει, εξευτελίζοντας τη μοντέρνα τέχνη, επειδή αποτελούσε σπουδή στην ομορφιά των ανθρώπων, τους οποίους δεν ιεραρχεί ανάλογα με την τάξη, τον πλούτο, το χρώμα, τη θρησκεία ή τη φυλετική καταγωγή και επαγγέλλεται έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας.

Η δημοκρατική λοιπόν Ευρώπη με αυτές τις κινήσεις έχασε και το τελευταίο φύλλο συκής, πρόδωσε την κληρονομιά του Διαφωτισμού, νεκρανάστησε τον μακαρθισμό made in USA και υιοθέτησε τη στάση που περιγράφει ο Σαραμάγκου στο «Περί τυφλότητας». «Λυπάται που αναγκάστηκε ν’ ασκήσει αποφασιστικά αυτό που θεωρεί καθήκον της, να προφυλάξει δηλαδή τον πληθυσμό από την κρίση η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν είδος επιδημικού ξεσπάσματος. Ελπίζει ότι μπορεί να βασίζεται στον πατριωτισμό και στη συνεργασία όλων για να σταματήσουμε τη διάδοση της μολυσματικής νόσου».

H Χρύσα Κακατσάκη είναι φιλόλογος ιστορικός Τέχνης