Συνέντευξη

Πέτρος Ζουμπουλάκης: "Με την Αθήνα συνδέομαι με σχέση αγάπης και μίσους"

Μια συνομιλία με τον Πέτρο Ζουμπουλάκη με αφορμή την αναδρομική του έκθεση «Πορτρέτα σε βάθος χρόνου» που πραγματοποιείται έως τις 30 Ιουλίου στο Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου Τήνου «Γιαννούλης Χαλεπάς» με αφορμή το Ετος Χαλεπά 2018.

Οι προσωπικότητες που διαλέξατε να απεικονίσετε μέσα στα χρόνια σημαίνουν όλες κάτι για εσάς. Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας τους λόγους για τους οποίους σας έλκει ο καθένας από τους παρακάτω; Γιαννούλης Χαλεπάς, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Νίκος Καζαντζάκης, Γούντι Αλεν.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν διανοούμενος, πεζογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής, ήταν μεγάλη, πολύ μεγάλη προσωπικότητα, που είχε αφομοιώσει την ελληνική και ξένη γραμματεία και την είχε μετουσιώσει στο έργο του. Πρώτα απ’ όλα παρέμενε ένας μεγάλος Ελληνας γιατί είχε συμπυκνώσει στο έργο του την ψυχή του Ελληνα.

Ο δεύτερος μεγάλος Ελληνας της διασποράς επίσης ήταν ο σπουδαίος, διεθνής όπως και ο προηγούμενος Ελληνας, ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης. Δεν θέλω να πω τίποτε άλλο για την προσωπικότητα αυτού του προσώπου, μονάχα τούτο: ότι σήμερα είναι ένας από τους περισσότερο μεταφραζόμενους ποιητές παγκοσμίως. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ήταν επαναστάτης στη φόρμα του θεάτρου και γενικότερα ήταν επαναστάτης. Ενας ριζοσπάστης συγγραφέας ο οποίος έσπασε την παράδοση του μέχρι τότε αποδεκτού θεάτρου και προσπάθησε μέσα στο πλαίσιο του σοσιαλιστικού οράματός του να δημιουργήσει ένα νέο είδος ηθοποιού, νέο είδος θεατή, νέο είδος θεατρικού συγγραφέα, έναν νέο άνθρωπο.

Ο Γούντι Αλεν είναι ένας πανέξυπνος σκηνοθέτης ο οποίος είναι Αμερικανός, Αμερικανοεβραίος καλύτερα, ζει στην Αμερική και δουλεύει στην Αμερική, αλλά το μυαλό του είναι στην Ευρώπη. Είναι ο πιο Ευρωπαίος από όλους τους Αμερικανούς σκηνοθέτες. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς είναι αυτός ο οποίος μέσα στο ελληνικό πλαίσιο, όταν πέρασε από την κόλαση της τρέλας, εγκατέλειψε την ακαδημαϊκή φόρμα του και περιήλθε σε έναν άλλο χώρο, ο οποίος χώρος είχε κόψει τις ρίζες –και αυτός ριζοσπάστης– με την παράδοσή του, την ακαδημαϊκή παράδοση.

Ποια σύγχρονη προσωπικότητα θα σας γοήτευε σήμερα ώστε να φιλοτεχνήσετε ένα αντίστοιχο πορτρέτο;

Σίγουρα δεν θα ήταν πολιτικός, γιατί πολιτικοί με ανάστημα δυστυχώς δεν υπάρχουν στις μέρες μας. Διεθνώς. Το ανάστημα των πολιτικών της περασμένης γενιάς ή περασμένων ετών δεν το βρίσκεις εύκολα σήμερα. Επίσης, ούτε σπουδαίους καλλιτέχνες συναντάς σήμερα. Γενικώς και αορίστως πάντως θα ήθελα να απεικονίσω προσωπικότητες προερχόμενες κυρίως από τον καλλιτεχνικό χώρο.

Είχατε την ευτυχή συγκυρία όσο φοιτούσατε στην ΑΣΚΤ να έχετε καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη. Τι θυμάστε από αυτόν ως δάσκαλο;

Τον Μόραλη είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο από το πρώτο έτος του προκαταρκτικού μέχρι το τέλος των σπουδών μου. Ηταν τότε ο πιο μοντέρνος καθηγητής της ΑΣΚΤ και βέβαια, όπως αντιλαμβάνεστε, το εργαστήριό του συγκέντρωνε πληθώρα μαθητών, μέχρι ασφυξίας. Στριμωχνόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλον για να ακούσουμε τη διδασκαλία του, η οποία συμπυκνωνόταν σε μια εφαρμογή της σεζανικής θεωρίας όσον αφορά το χρώμα, τον τόνο, τη σύνθεση, μέσα στο έργο της τέχνης. Αυτή η κωδικοποιημένη τρόπον τινά διδασκαλία του Σεζάν δέσποζε στη Σχολή Καλών Τεχνών τότε, τη δεκαετία του 1960. Βέβαια ήταν δύσκολη θεωρία, η οποία αντικατέστησε τις προηγούμενες θεωρίες, οι οποίες ήταν –να το πω απλά– ξεπερασμένες. Βέβαια με τα χρόνια ξεπεράστηκε και αυτή, όπως γίνεται νομοτελειακά με όλα τα πράγματα σε αυτήν τη ζωή. Ομως ο Μόραλης συμπύκνωνε αυτό ακριβώς.

Συνεργαστήκατε για πολλά χρόνια με την αδερφή σας Βούλα Ζουμπουλάκη και τον άντρα της Δημήτρη Μυράτ στο θέατρο σε πολλές αξιομνημόνευτες παραστάσεις. Τι έχετε κρατήσει από εκείνα τα χρόνια;

Εχω κρατήσει την ανάμνηση της ευγνωμοσύνης που είχα γι' αυτό το ζευγάρι, γιατί πρώτα απ' όλα η Βούλα, η οποία ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερή μου, παρακολουθούσε τις σπουδές μου και την πρόοδό μου και όπως έχω πει και στην αυτοβιογραφία μου, τα πίσω φύλλα του βιβλίου μου, τα οποία περιλαμβάνουν συνήθως κενές σελίδες, ήταν το γήπεδο όπου προπονούσα το ταλέντο μου. Εκεί λοιπόν σχεδίαζα τα πάντα. Τους συμμαθητές μου, τους καθηγητές μου, σκηνές από ποδόσφαιρο, σκηνές από τη μυθολογία, την ιστορία, τα θρησκευτικά, σκηνές από το θέατρο, τον κινηματογράφο.

Με ενθάρρυνε η Βούλα και έδειξα τη δουλειά μου στον Μυράτ, ο οποίος ενθουσιάστηκε και μάλιστα με κάλεσε να συνεργαστώ πολλές φορές στις παραστάσεις που είχε κάνει. Μία από αυτές ήταν και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», στις αρχές του ’61 ή ’62. Βέβαια η σκηνική αντίληψη που είχα εγώ για το έργο δεν ταίριαζε με εκείνη που είχε ο Μυράτ ως σκηνοθέτης και διασκευαστής του έργου. Ετσι, την απέρριψε και προτίμησε τον φίλο μου Δημήτρη Μυταρά, ο οποίος ανέλαβε τα σκηνικά του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε». Ομως δεν μου γύρισε την πλάτη, μου ανέθετε άλλα έργα στα οποία πίστευε ότι θα αντεπεξέλθω. Το αποκορύφωμα αυτής της συνεργασίας μου με τον Μυράτ ήταν το «Φονικό στην εκκλησιά» του Τ.Σ. Ελιοτ, το οποίο ανέβηκε το 1982 –είκοσι χρόνια μετά το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»– στο Ηρώδειο. Και βέβαια ήταν κολοσσιαία παραγωγή η οποία για μένα ήταν σταθμός στην πορεία μου στο θέατρο. Μπαίνοντας μέσα σε αυτό το χαώδες Ηρώδειο είδα ότι δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε καθεδρικό λονδρέζικο ναό του 11ου αιώνα και το μόνο που μου απέμενε ήταν με λίγες μικροεπεμβάσεις στην πρόσοψη του Ηρωδείου να υποβάλω την αίσθηση του καθεδρικού.

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Αθήνα. Την έχετε παρακολουθήσει να περνά σταδιακές μεταλλάξεις. Κατά πόσο σας διαμόρφωσε αυτό ως καλλιτέχνη;

Με την Αθήνα συνδέομαι με σχέση αγάπης και μίσους. Στην Αθήνα γεννήθηκα, στην Αθήνα μεγάλωσα, τη γνώρισα σε όλες τις μεταλλάξεις της, η Αθήνα με πονάει καθημερινά. Το εργαστήριο μου είναι στον Λυκαβηττό μεν αλλά πάρα πολύ κοντά στους δύο πόλους ενδιαφέροντος: το Κολωνάκι και τα Εξάρχεια. Κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, και βέβαια εγώ είμαι κάπου ανάμεσα. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχει τροφοδοτήσει τη δουλειά μου. Γι’ αυτό κάποιοι τεχνοκριτικοί με έχουν χαρακτηρίσει αθηναιογράφο. Οπως ήταν οι παλιοί ζωγράφοι Βαρλάμος, Σπύρος Βασιλείου, ακόμη και ο Τσαρούχης και άλλοι πολλοί, οι οποίοι ασχολήθηκαν με αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο το οποίο λέγεται Αθήνα. Ετσι κι εμένα με ενδιαφέρει. Με πικραίνει, με πονάει αλλά είμαι κι εγώ σαν μια μύγα κολλημένη στο ταβάνι, όπως λέει και ο Καβάφης που δεν μπορεί να φύγει από την Αλεξάνδρεια. Ετσι κι εγώ δεν μπορώ να φύγω από την Αθήνα.

Και για την Τήνο τι έχετε να μας πείτε;

Η Τήνος με συνδέει τρυφερά με παιδικές αναμνήσεις, γιατί εκεί γεννήθηκαν η μητέρα μου, η μητέρα της μητέρας μου, θείοι, γιαγιάδες, παππούδες. Το σπίτι της μητέρας μου υπήρχε και υπάρχει ακόμη εκεί –σε άλλα χέρια βέβαια– και πήγαινα από μικρός, έκανα διακοπές με τον μπάρμπα μου το Γιώργη, τον αδερφό της μητέρας μου, ο οποίος είχε μια βάρκα και με πήγαινε βόλτες στον Πλανήτη και ψαρεύαμε και στην Καταστέγα άραζε τη βάρκα του. Η Τήνος είναι μαγικό νησί και ο Πύργος ιδιαίτερα –που είναι η γενέτειρα της μητέρας μου– είναι ένα μέρος που έχει κρατηθεί από τον Μεσαίωνα, τουλάχιστον στη ραχοκοκαλιά του, αναλλοίωτος τόσους αιώνες. Γι' αυτό και κηρύχτηκε μνημείο διατηρητέο από την UNESCO. Μου αρέσει να πηγαίνω συχνά. Και πρέπει να ευχαριστήσω την οργανωτική επιτροπή του Πνευματικού Κέντρου Πανόρμου Τήνου «Γιαννούλης Χαλεπάς» που με προσκάλεσε να παρουσιάσω για δεύτερη φορά ατομική έκθεση έπειτα από εννιά χρόνια, στον ίδιο χώρο –στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου– όπου εκθέτω αυτήν τη φορά τη σειρά των πορτρέτων που προείπα.

Σε ένα σημείωμα σας κάνετε μνεία στους street artists. Θεωρείτε ότι πρόκειται για τους ζωγράφους των μελλοντικών γενεών;

Η μνεία αυτή συνδέεται ευθέως με τη σταδιακή απώλεια της ικανότητας που έχουν οι σύγχρονοι ζωγράφοι να καταπιαστούν με το δύσκολο έργο που λέγεται πορτρέτο. Η παραμέλησή του και ο παραγκωνισμός του δεν οδηγούν σε καλό και γι’ αυτό κάνω μνεία στους street artists, οι οποίοι έχουν την άμεση επαφή με ένα μοντέλο. Η άμεση επαφή με το μοντέλο, αυτό είναι το πορτρέτο. Γιατί αν είσαι ικανός όπως λέω –επειδή μου αποδίδουν ψυχογραφικές ικανότητες στα πορτρέτα μου–, αν σχεδιάσεις σωστά τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του μοντέλου, η ψυχογραφία του βγαίνει αυτόματα. Αν σχεδιάσεις σωστά τη μύτη, τα μάτια, το στόμα, δηλαδή την έκφραση της στιγμής, η ψυχή του βγαίνει αμέσως. Οι street artists μπορεί να μην είναι καλοί στο τοπίο ή σε άλλα είδη ζωγραφικής. Σε αυτό όμως είναι. Και λέω ότι είναι οι τελευταίοι συνεχιστές μιας τέχνης που χάνεται.

Info

H αναδρομική έκθεση του Πέτρου Ζουμπουλάκη «Πορτρέτα σε βάθος χρόνου» περιλαμβάνει 60 προσωπογραφίες και πραγματοποιείται έως τις 30 Ιουλίου στο Πνευματικό Κέντρο Πανόρμου Τήνου «Γιαννούλης Χαλεπάς» με αφορμή το Έτος Χαλεπά 2018

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.