Προδημοσίευση: «Η υπέροχη γυναίκα μου» της Σαμάνθα Ντάουνινγκ

Προδημοσίευση: «Η υπέροχη γυναίκα μου» της Σαμάνθα Ντάουνινγκ

Το Documento εξασφάλισε αποκλειστική προδημοσίευση από το πρώτο μυθιστόρημα της Σαμάνθα Ντάουνινγκ με τίτλο «Η υπέροχη γυναίκα μου» το οποίο κυκλοφορεί σε μετάφραση της Βεατρίκης Κάντζολα Σαμπατάκου από τις εκδόσεις Bell στις 26 Μαΐου.

Το ντεμπούτο της Σαμάνθα Ντάουνινγκ, που έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα σε τριάντα γλώσσες, απέσπασε το Dead Good Reader Award και διακρίθηκε στη βραχεία λίστα των υποψηφίων για άλλα τέσσερα σημαντικά βραβεία (το CWA John Creasey Dagger, το Edgar Καλύτερου Πρώτου Μυθιστορήματος, το ITW Thriller Award Καλύτερου Πρώτου Μυθιστορήματος και το Macavity Καλύτερου Μυθιστορήματος Μυστηρίου), ήρθε για να κατακτήσει και τους Έλληνες αναγνώστες.

Η «Υπέροχη γυναίκα μου» (My Lovely Wife) είναι «μια σκοτεινή, ανατριχιαστική εξερεύνηση των οικογενειακών σχέσεων, του γάμου και των δολοφονικών ψυχαναγκασμών» (The Washington Post), «ένα από τα πιο συγκλονιστικά και δυνατά θρίλερ που θα διαβάσετε φέτος» (Hello Giggles), «μια απολαυστικά σκοτεινή ιστορία για μυστικά, σχέσεις και το πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν κάποιοι για να κρατήσουν τη μαγεία ζωντανή» (CrimeReads).

Με δυο λόγια, εκεί που ο Dexter συναντά τον κύριο και την κυρία Σμιθ, βρίσκεται το θρίλερ της Σαμάνθα Ντάουνινγκ που έρχεται για σας κάνει να δείτε με άλλο μάτι τους γείτονές σας… Το βιβλίο πρόκειται σύντομα να μεταφερθεί στον κινηματογράφο, σε παραγωγή της Νικόλ Κίντμαν.

Η ιστορία αφορά ένα ζευγάρι που ερωτεύεται, κάνει παιδιά, μετακομίζουν σε ένα ωραίο προάστιο, ζουν μια όμορφη ζωή μέχρι που ξαφνικά ο έρωτας τελειώνει και εκεί ξεκινά κάτι αδιανόητο. Ο γάμος του ζευγαριού διατηρείται ζωντανός με ανεξιχνίαστους και ατιμώρητους φόνους.

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο

Ένα

Με κοιτάζει. Ρίχνει φευγαλέα το γαλάζιο, γυάλινο βλέμμα της στο ποτό της και το ξανασηκώνει. Εγώ κοιτάζω το δικό μου ποτό και την αισθάνομαι να με παρακολουθεί. Σίγουρα αναρωτιέται αν ενδιαφέρομαι κι εγώ όπως εκείνη. Της χαρίζω μια ματιά και της χαμογελάω για να της δείξω ότι ναι, ενδιαφέρομαι.

Μου ανταποδίδει το χαμόγελο. Το κραγιόν της έχει φύγει σχεδόν όλο, αφήνοντας κοκκινωπά σημάδια στο χείλος του ποτηριού της. Πλησιάζω και κάθομαι δίπλα της.

Περνάει κοκέτικα το χέρι της μέσα από τα μαλλιά της για να τα φουσκώσει λιγάκι. Ούτε το χρώμα ούτε το μήκος τους προκαλούν κάποιο ενδιαφέρον. Τα χείλη της κινούνται· μου λέει «Γεια» και τα μάτια της φωτίζονται, λες κι άναψε ξάφνου από πίσω τους κάποιο φως.

Η εξωτερική μου εμφάνιση την ελκύει, όπως θα έλκυε τις περισσότερες γυναίκες σε τούτο το μπαρ. Είμαι τριάντα εννέα, σε άριστη φόρμα, με πλούσια μαλλιά, δύο βαθιά λακκάκια στα μάγουλα κι ένα κοστούμι που εφαρμόζει τέλεια πάνω μου. Γι’ αυτό με κοιτούσε, γι’ αυτό μου χαμογέλασε, γι’ αυτό χαίρεται που ήρθα κοντά της.

Είμαι ο άντρας που έχει βάλει στο μάτι. Σπρώχνω το τηλέφωνό μου προς το μέρος της. Στην οθόνη του υπάρχει ένα μήνυμα.

Γεια. Με λένε Τομπάιας.

Το διαβάζει και ζαρώνει το μέτωπο, κοιτώντας μία το τηλέφωνο και μία εμένα. Πληκτρολογώ άλλο ένα μήνυμα.

Είμαι κουφός.

Τα φρύδια της σηκώνονται απότομα, καλύπτει το στόμα της με το ένα της χέρι και κοκκινίζει ελαφρά. Η αμηχανία δείχνει ίδια σε όλες.
Κουνάει απολογητικά το κεφάλι της. Συγγνώμη, λυπάται πολύ.

Δεν το ήξερε.

Φυσικά δεν το ήξερες. Πώς μπορούσες να το ξέρεις;

Χαμογελάει, μα το χαμόγελό της τώρα είναι συγκρατημένο.

Δεν ανταποκρίνομαι πια στην εικόνα που είχε σχηματίσει στο μυαλό της, δεν είμαι πια ο άντρας που φανταζόταν, αλλά δεν ξέρει τι να κάνει.

Παίρνει το κινητό μου και πληκτρολογεί κι εκείνη ένα μήνυμα.

Εμένα με λένε Πέτρα.

Χαίρομαι που σε γνωρίζω, Πέτρα. Από τη Ρωσία είσαι; Οι γονείς μου ήταν.

Κουνάω το κεφάλι και χαμογελάω. Με μιμείται. Είναι σαν να βλέπω το μυαλό της να δουλεύει πυρετικά.
Θα προτιμούσε να μη μείνει μαζί μου. Θέλει να βρει έναν άντρα που θα μπορεί ν’ ακούει το γέλιο της και δε θα χρειάζεται να του πληκτρολογεί τα λόγια της.

Ταυτόχρονα, όμως, η συνείδησή της της λέει να μην κάνει διακρίσεις. Η Πέτρα δε θέλει να είναι από εκείνες τις ρηχές γυναίκες που απορρίπτουν κάποιον επειδή είναι κουφός. Δε θέλει να με απορρίψει όπως σίγουρα θα έχουν κάνει τόσες άλλες.

Αυτό υποθέτει τουλάχιστον.

Η εσωτερική της πάλη είναι σαν τρίπρακτο θεατρικό έργο που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μου και ξέρω πώς τελειώνει. Τις πιο πολλές φορές, τουλάχιστον.
Τελικά μένει.

Η πρώτη της ερώτηση είναι για την ακοή μου ή μάλλον για το ότι δεν έχω καθόλου ακοή. Ναι, είμαι κουφός εκ γενετής. Όχι, δεν έχω ακούσει ποτέ τίποτα –ούτε ένα γέλιο, ούτε μια φωνή, ούτε το γάβγισμα ενός κουταβιού ή το βόμβο ενός αεροπλάνου που περνάει από πάνω μου.

Η Πέτρα παίρνει θλιμμένη έκφραση. Δεν καταλαβαίνει ότι η στάση της είναι ενοχλητικά συγκαταβατική, αλλά δεν της λέω τίποτα επειδή προσπαθεί. Κι επειδή μένει μαζί μου.

Με ρωτάει αν ξέρω να διαβάζω τα χείλη και, με το που γνέφω καταφατικά, αρχίζει να μιλάει.

«Όταν ήμουν δώδεκα, έσπασα το πόδι μου σε δύο σημεία. Ήταν ατύχημα με το ποδήλατο». Το στόμα της κινείται με τον πιο υπερβολικό και γελοίο τρόπο.
«Χρειάστηκε να μου το βάλουν στο γύψο ως το μπούτι». Σταματάει, σχηματίζοντας μια νοερή γραμμή με το χέρι της ως το μπούτι της, μην τυχόν δεν την κατάλαβα.

Την κατάλαβα μια χαρά, αλλά εκτιμώ την προσπάθεια. Και το μπούτι.

«Δεν μπορούσα να περπατήσω καθόλου για έξι εβδομάδες», συνεχίζει. «Στο σχολείο ήμουν αναγκασμένη να χρησιμοποιώ αναπηρικό καρότσι, γιατί ο γύψος ήταν πολύ βαρύς για να περπατάω με πατερίτσες».

Χαμογελάω καθώς φαντάζομαι τη μικρή Πέτρα με τον ασήκωτο γύψο της. Και μαντεύω πού θα καταλήξει η λυπητερή αυτή αφήγηση.

«Δε λέω ότι ξέρω πώς είναι να είσαι συνεχώς καθηλωμένος σε αναπηρικό καρότσι ή να έχεις κάποια μόνιμη αναπηρία, αλλά νομίζω… να, έχω την αίσθηση ότι πήρα μια μικρή γεύση τού πώς θα ήταν, με εννοείς;»

Κουνάω καταφατικά το κεφάλι.
Χαμογελάει ανακουφισμένη, γιατί είχε φοβηθεί μήπως η ιστορία της με είχε προσβάλει. Πληκτρολογώ:

Είσαι πολύ ευαίσθητη.

Σηκώνει τους ώμους με μετριοφροσύνη, αλλά λάμπει με το κομπλιμέντο μου.
Πίνουμε άλλο ένα ποτό.

Της διηγούμαι μια ιστορία που δεν έχει καμία σχέση με το ότι είμαι κουφός. Της λέω για το ζωάκι που είχα μικρός, ένα βάτραχο που τον έλεγαν Σέρμαν. Ήταν ένας βουβαλοβάτραχος που καθόταν στο μεγαλύτερο βραχάκι της λιμνούλας και κατάπινε όλες τις μύγες. Ποτέ δεν επιχείρησα να πιάσω τον Σέρμαν. Απλώς τον παρακολουθούσα και μερικές φορές με παρακολουθούσε κι εκείνος. Μας άρεσε να καθόμαστε μαζί, έτσι άρχισα να τον θεωρώ το κατοικίδιό μου.

«Τι απέγινε;» με ρωτάει η Πέτρα. Σηκώνω τους ώμους.

Μια μέρα το βραχάκι ήταν άδειο. Και δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Η Πέτρα λέει ότι αυτό είναι λυπηρό. Της λέω ότι δεν ήταν. Λυπηρό θα ήταν αν τον είχα βρει ψόφιο και ήμουν αναγκασμένος να τον θάψω. Δε χρειάστηκε ποτέ να το κάνω αυτό. Απλώς φαντάστηκα ότι πήγε σε μια μεγαλύτερη λίμνη με περισσότερες μύγες.

Της αρέσει η εκδοχή μου και μου το λέει.

Δεν της τα λέω όλα για τον Σέρμαν. Για παράδειγμα, είχε μια μακριά γλώσσα που τιναζόταν έξω απ’ το στόμα του τόσο γρήγορα, που σχεδόν δεν προλάβαινα να τη δω, αλλά πάντα είχα την επιθυμία να του την αρπάξω. Καθόμουν πλάι στη λιμνούλα και αναρωτιόμουν πόσο κακή ήταν η σκέψη αυτή. Πόσο τρομερό ήταν να θέλω να προσπαθήσω να πιάσω τη γλώσσα ενός βατράχου; Θα πονούσε αν το έκανα; Και, αν πέθαινε, θα ήταν φόνος αυτό; Τελικά δεν το επιχείρησα ποτέ και πιθανότατα δε θα τα είχα καταφέρει έτσι κι αλλιώς, αλλά το σκεφτόμουν. Και αυτό μ’ έκανε να νιώθω ότι δεν ήμουν καλός φίλος για τον Σέρμαν.

Η Πέτρα μου λέει για το γάτο της τον Λάιονελ. Του έδωσε το όνομα του γάτου των παιδικών της χρόνων, που λεγόταν επίσης Λάιονελ. Της λέω ότι είναι αστείο, αν και δεν είμαι σίγουρος. Μου δείχνει φωτογραφίες του. Ο Λάιονελ είναι ένας δίχρωμος γάτος και το πρόσωπό του είναι μισό μαύρο και μισό άσπρο. Δείχνει πολύ άγριος για να είναι χαριτωμένος.

Συνεχίζει να μιλάει και η συζήτηση στρέφεται στη δουλειά της. Δημιουργεί εμπορικές ονομασίες προϊόντων και επωνυμίες εταιρειών και λέει ότι είναι το πιο εύκολο και το πιο δύσκολο πράγμα μαζί. Είναι ζόρικο στην αρχή, επειδή είναι πολύ δύσκολο να καταφέρεις να κάνεις κάποιον να θυμάται οτιδήποτε, αλλά καθώς ολοένα περισσότερος κόσμος αρχίζει να αναγνωρίζει μια μάρκα, τα πράγματα γίνονται πιο εύκολα.

«Κάποια στιγμή δεν έχει καν σημασία τι πουλάμε. Η μάρκα γίνεται πιο σημαντική από το ίδιο το προϊόν». Δείχνει το τηλέφωνό μου και με ρωτάει αν το αγόρασα λόγω της μάρκας ή επειδή μου άρεσε το συγκεκριμένο μοντέλο.

Ίσως και για τους δύο λόγους.

Χαμογελάει. «Βλέπεις; Ούτε κι εσύ δεν ξέρεις».

Μάλλον έχεις δίκιο. «Εσύ τι δουλειά κάνεις;»

Είμαι λογιστής.

Κουνάει επιδοκιμαστικά το κεφάλι. Είναι το λιγότερο συναρπαστικό επάγγελμα στον κόσμο, αλλά είναι ασφαλές, σταθερό και κάτι που μπορεί εύκολα να κάνει ένας κουφός. Οι αριθμοί δεν έχουν φωνή.

Έρχεται ο μπάρμαν. Είναι περιποιημένος και καθαρός, νεαρός σαν κολεγιόπαιδο.

Η Πέτρα αναλαμβάνει να παραγγείλει, προφανώς επειδή είμαι κουφός. Οι γυναίκες πάντα νομίζουν ότι έχω ανάγκη να με φροντίζουν. Τους αρέσει να κάνουν διάφορα πράγματα για μένα επειδή με θεωρούν αδύναμο.

Η Πέτρα φροντίζει να προμηθευτούμε άλλα δύο ποτά και ένα νέο μπολ με σνακ και χαμογελάει σαν να είναι περήφανη για τον εαυτό της. Με κάνει να γελάω.

Απομέσα μου, αλλά γελάω.

Γέρνει προς το μέρος μου και ακουμπάει το χέρι της στο μπράτσο μου. Και το αφήνει εκεί.
Έχει ξεχάσει ότι δεν είμαι ο ιδανικός άντρας που φανταζόταν και η εξέλιξη της γνωριμίας μας είναι πλέον προβλέψιμη. Δεν αργούμε να καταλήξουμε στο σπίτι της. Η απόφαση είναι πιο εύκολη απ’ ό,τι θα έπρεπε, αν και όχι επειδή τη βρίσκω ιδιαίτερα ελκυστική. Είναι επειδή είναι δική μου η επιλογή. Μου δίνει τη δύναμη ν’ αποφασίσω, και αυτή τη φορά είμαι ένας άντρας που λέει ναι.

Η Πέτρα μένει στο κέντρο, κοντά στο μπαρ, ανάμεσα σε καταστήματα με πινακίδες που διαφημίζουν όλες τις γνωστές εμπορικές μάρκες. Το σπίτι της δεν είναι όσο τακτοποιημένο περίμενα. Παντού επικρατεί ακαταστασία· χαρτούρα, πεταμένα ρούχα και άπλυτα πιάτα. Σίγουρα θα χάνει συχνά τα κλειδιά της.
«Ο Λάιονελ θα είναι κάπου εδώ γύρω. Πιθανότατα θα κρύβεται». Δεν έχω καμία όρεξη να ψάξω γι’ αυτό το άγριο γατί.

Η Πέτρα πηγαινοέρχεται ασταμάτητα, πετώντας την τσάντα της εδώ και βγάζοντας τα παπούτσια της εκεί. Εμφανίζονται δύο ποτήρια γεμάτα με κόκκινο κρασί και με οδηγεί στην κρεβατοκάμαρα. Στρέφεται και με αντικρίζει χαμογελώντας. Έχει γίνει πιο ελκυστική· ακόμα και τα άτονα μαλλιά της μοιάζουν να λάμπουν. Είναι το αλκοόλ, ναι, αλλά είναι και η ευτυχία που αναβλύζει από μέσα της. Υποψιάζομαι ότι έχει καιρό να νιώσει τόσο ευτυχισμένη, και δεν ξέρω γιατί. Η Πέτρα είναι αρκετά ελκυστική.

Σφίγγεται πάνω μου. Το κορμί της είναι ζεστό και η ανάσα της μυρίζει έντονα κρασί. Παίρνει το ποτήρι από το χέρι μου και το αφήνει κάτω.
Αποτελειώνω το ποτό μου πολύ αργότερα, όταν είμαστε στα σκοτεινά και το μόνο φως έρχεται από το τηλέφωνό μου. Πληκτρολογούμε ερωτήσεις κι απαντήσεις ο ένας στον άλλον και γελάμε που δε γνωριζόμαστε σχεδόν καθόλου.

Τη ρωτάω:

Αγαπημένο χρώμα;

Το πράσινο του κιτρολέμονου. Αγαπημένη γεύση παγωτού;

Τσιχλόφουσκα.

Τσιχλόφουσκα; Εκείνο το μπλε πράμα;

Ναι.

Μα σε ποιον αρέσει αυτή η γεύση;

Εσύ ποια γεύση προτιμάς;

Τη γαλλική βανίλια. Αγαπημένη πίτσα;

Με ζαμπόν.

Αυτό ήταν. Εδώ τελειώσαμε.

Έτσι λες;

Ένα λεπτό, μιλάμε ακόμα για πίτσα;

Όχι, δε μιλάμε πια για πίτσα.

Μετά, αποκοιμιέται πρώτη. Σκέφτομαι να φύγω, μετά λέω να μείνω και, ενώ συνεχίζω να το σκέφτομαι, με παίρνει κι εμένα ο ύπνος.
Όταν ξυπνάω είναι ακόμα σκοτεινά. Σηκώνομαι με προσοχή από το κρεβάτι χωρίς να ξυπνήσω την Πέτρα. Κοιμάται μπρούμυτα, με το ένα της πόδι λυγισμένο και τα μαλλιά της απλωμένα στο μαξιλάρι.

Δεν μπορώ ν’ αποφασίσω αν μου αρέσει πραγματικά ή όχι, έτσι δεν αποφασίζω. Δεν είναι ανάγκη ν’ αποφασίσω.
Βλέπω τα σκουλαρίκια της στο κομοδίνο. Είναι φτιαγμένα από χρωματιστό γυαλί, ένα στρόβιλο γαλάζιων αποχρώσεων, και μοιάζουν με τα μάτια της. Αφού ντυθώ, χώνω τα σκουλαρίκια της στην τσέπη μου. Τα παίρνω για να μου θυμίζουν να μην το ξανακάνω αυτό ποτέ. Πείθω σχεδόν τον εαυτό μου ότι θα έχει αποτέλεσμα.

Κατευθύνομαι προς την εξώπορτα χωρίς να κοιτάξω πίσω.

«Είσαι πράγματι κουφός;»

Το λέει δυνατά, ενώ της έχω γυρισμένη την πλάτη.

Την ακούω, επειδή δεν είμαι κουφός.

Και συνεχίζω να προχωρώ προς την πόρτα.

Προσποιούμαι ότι δεν την ακούω, πηγαίνω ολόισια στην πόρτα κι έπειτα την κλείνω πίσω μου. Συνεχίζω ώσπου βγαίνω από το κτίριό της, περνάω το τετράγωνο και στρίβω στη γωνία. Μόνο τότε σταματάω και αναρωτιέμαι πώς το κατάλαβε. Κάποιο λάθος θα έκανα.

 

Ετικέτες

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Documento Newsletter