«Πυρά» και από την ΕΙΝΑΠ κατά Γκάγκα – «Επικίνδυνη και εξευτελιστική η εγκύκλιος για τις εφημερίες»

Άκρως επικίνδυνη και εξευτελιστική για τους ασθενείς και τους συναδέλφους της, ιατρούς του ΕΣΥ χαρακτηρίζει η ΕΙΝΑΠ την εγκύκλιο της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, Μίνα Γκάγκα, σχετικά με τις εφημερίες τομέα.

Διαβάστε επίσης: Οργή των νοσοκομειακών γιατρών για την εγκύκλιο Γκάγκα – «Εγκληματική η εφημερία τομέα»

«Η υπουργική εγκύκλιος που εισάγει το καθεστώς εφημερία τομέα έχει ως μόνο σκοπό την συγκάλυψη των ελλείψεων σε ιατρικό προσωπικό που είναι παράνομο και επικίνδυνο για τις ζωές των ασθενών. Πρόκειται για έγγραφο χωρίς νομική αξία», αναφέρουν σε ανακοίνωσή τους οι νοσοκομειακοί γιατροί Αθήνας και Πειραιά, σημειώνοντας επίσης ότι: «Οι ευθύνες οι δικές της μεταφέρονται στους συναδέλφους της ιατρούς, κάτι που θα οδηγήσει όσους ιατρούς έχουν απομείνει στο ΕΣΥ σε μαζικές παραιτήσεις επιπλέον».

Η ΕΙΝΑΠ απαιτεί την άμεση απόσυρση της εγκυκλίου και καλεί τους Προέδρους και τα μέλη των Επιστημονικών Συμβουλίων να αρνούνται την προέγκριση προγραμμάτων εφημερίας Τομέα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην έκθεση ασθενών σε κίνδυνο.

«Καλούμε όλους τους συνάδελφους ειδικούς και ειδικευόμενους να αρνούνται να εφημερεύσουν σε εφημερία τομέα γιατί αυτό συνιστά αντιποίηση ειδικότητας. Προχωρούμε σε εξώδικο προς την Αναπληρώτρια Υπουργό Υγείας και θα προβούμε σε κάθε νομική ενέργεια. Επίσης, απευθυνόμαστε προς τον Πρωθυπουργό, ζητώντας ανάκληση της σοβαρής αυτής Υπουργικής Εγκυκλίου που διαλύει τα νοσοκομεία της χώρας. Οι γιατροί θα υπηρετήσουν την επιστήμη τους με τους κανόνες της ειδικότητάς τους», καταλήγει η ΕΙΝΑΠ.

Τι απαντά το υπουργείο Υγείας

Έπειτα από το κύμα αντιδράσεων σχετικά με την εγκύκλιο Γκάγκα, το υπουργείο Υγείας εξέδωσε ανακοίνωση, σημειώνοντας τα εξής:

«Σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας υπάρχουν πάντα γιατροί που εφημερεύουν στα επείγοντα. Και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Η κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τον κεφαλαιώδη ρόλο της επείγουσας ιατρικής στην ασφαλή αντιμετώπιση κάθε επείγοντος περιστατικού, έδωσε επιπλέον οικονομικά κίνητρα για την εξειδίκευση αλλά και την απασχόληση στα ΤΕΠ.

Στα μικρότερα νοσοκομεία, ο οργανισμός συχνά προβλέπει μία ή δύο θέσεις ειδικών, επειδή και τα περιστατικά που δέχεται ένα μικρότερο νοσοκομείο είναι λίγα.

Με αυτά τα δεδομένα, το ΚεΣΥ – που είναι το καθ’ ύλην αρμόδιο επιστημονικό όργανο – γνωμοδότησε ως εξής: όταν στον οργανισμό προβλέπονται λίγοι γιατροί της ίδιας ειδικότητας, και ο ένας ή δύο απουσιάζουν για οποιοδήποτε λόγο (πχ ασθένεια) και προκειμένου οι εναπομείναντες γιατροί να μην εφημερεύουν καθημερινά ή με υπερβάσεις, είναι ασφαλές να εφημερεύει ένας ιατρός συναφούς ειδικότητας μέσα στο νοσοκομείο και όποτε χρειαστεί να καλείται ο ειδικός ο οποίος θα βρίσκεται σε εφημερία ετοιμότητας.

Η πρόταση του ΚεΣΥ ακολουθεί τα πρότυπα και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών και προφανώς δεν αφορά τα μεγάλα τριτοβάθμια νοσοκομεία με πληθώρα ειδικών όλων των ειδικοτήτων. Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει τη φροντίδα των επειγόντων περιστατικών για τα οποία παντού και πάντα υπάρχει ιατρικό δυναμικό.

Εξασφαλίζει υπηρεσίες υγείας και την ασφάλεια των ασθενών, δεδομένου ότι προϋπόθεση είναι η εφημερία ετοιμότητας του ειδικού πχ παθολόγου ή πνευμονολόγου που καλείται άμεσα.

Εξασφαλίζει παράλληλα την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανάπαυσης των ιατρών, μέσα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο.

Και τέλος η απόφαση του ΚεΣΥ συμβαδίζει με την συνεργατικότητα και την λειτουργία σε ομάδες που διέπει τα σύγχρονα συστήματα υγείας».