Ρεντζαίοι: Οι βασιλείς της ελληνικής Άγριας Δύσης

Οι Ρεντζαίοι κατά την άφιξή τους στην Ελλάδα από τη Βάρνα της Βουλγαρίας όπου είχαν συλληφθεί

Η ιστορία των θρυλικών Ρεντζαίων όπως ξεδιπλώνεται μέσα από την αφήγηση του απογόνου τους Χρήστου Ευθυμίου και του συγγραφέα Τάσου Θεοφίλου

Ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Red n’ Noir, «Η ληστεία της Πέτρας και άλλες περιπέτειες των αδελφών Ρεντζαίων στην ελληνική Αγρια Δύση», ήταν η βασική αφορμή για να συναντηθούμε με τον Τάσο Θεοφίλου, συγγραφέα του βιβλίου, και τον Χρήστο Ευθυμίου, απόγονο των θρυλικών λήσταρχων. «Αυτά τα παιδιά του μπλέτσα (σ.σ.: ξεβράκωτος) από το Ανώγειο –το πιο ορεινό χωριό στην Ηπειρο, στα 1.100 μ.– κάποια στιγμή βγάζανε φωτογραφίες με τα τσαρούχια τους και την μπραζάνα την ηπειρώτικη για να δείξουν τη δύναμή τους. Γύρισαν σιδηροδέσμιοι από τη Βάρνα με το καβουράκι τους, το κοστουμάκι τους, κύριοι» ξεκινάει την κουβέντα ο Χρήστος Ευθυμίου. Η προγιαγιά του και ο προπάππους του ήταν πρώτα ξαδέρφια με τους Γιάννη και Θύμιο Ρέντζο. Η μάνα του προπάππου του ήταν αδερφή με τον Κωνσταντή, τον δολοφονημένο πατέρα των Ρεντζαίων, και μεγάλωσαν μαζί. Μέχρι 15 χρόνων έζησε την προγιαγιά του ο Χρήστος και του διηγούνταν τις ιστορίες τους.

Τα φονικά και το πέρασμα στο βουνό

Η ιστορία πάει κάπως έτσι: ληστές ήταν οι Ρεντζαίοι, περιβόητοι και διαβόητοι, απαγωγείς, εκβιαστές, παράγοντες που έβρισκαν τον τρόπο να περνούν από την παρανομία στη νομιμότητα και από αποδιοπομπαίοι να μεταβάλλονται σε κοινωνικά στηρίγματα. Και όλα ξεκίνησαν, καταπώς θέλει ο θρύλος, από τη δολοφονία του πατέρα των Ρεντζαίων. Ο Τάσος Θεοφίλου μεταφέρει από συνεντεύξεις και δημοσιεύματα της εποχής στο βιβλίο του πώς έγινε το φονικό, πώς βρέθηκε το πτώμα του πατέρα τους κρεμασμένο σε μια σπηλιά στον Λούρο, πώς ο Γιάννης και ο Θύμιος εκδικήθηκαν τον χαμό του και στη συνέχεια ανέβηκαν στο βουνό.

Αλλά τα γεγονότα δεν εξελίχτηκαν με τον τρόπο που μνημονεύονται στη «Ληστεία της Πέτρας». «Ο Γιάννης Ρέντζος υπηρετούσε στρατιώτης στα Γιάννενα. Μαζί του ήταν και ο γιος ενός από τους δολοφόνους του πατέρα του. Μια μέρα που τους είχαν βάλει αγγαρεία στα καζάνια και τσακώθηκαν για μια από τις δουλειές γύρισε αυτός και του είπε “άντε μη σε κάνω όπως έκανε ο πατέρας μου τον πατέρα σου”. Από εκείνη τη στιγμή έβαλε στο μυαλό του να λιποτακτήσει. Πήρε το όπλο του, σηκώθηκε και γύρισε στο χωριό του. Εκεί βρήκε τον αδερφό του, του είπε ότι ανακάλυψε ποιοι είναι οι δολοφόνοι του πατέρα τους και αποφάσισαν να πάρουν το αίμα τους πίσω» εξηγεί ο Χρήστος Ευθυμίου.

Για ποιον λόγο όμως «έφαγαν» τον πατέρα Ρέντζο; Ο Τάσος Θεοφίλου αναφέρει για 100 λίβρες, όμως η πραγματικότητα απέχει. «Βρισκόταν στα χειμαδιά στην περιοχή της λίμνης Ζηρού και ακούει μια νύχτα το σκυλί του να αλυχτάει. Βγαίνει να δει τι γίνεται και το βλέπει σκοτωμένο. Κατεβαίνει πιο κάτω και βρίσκει άλλον τσοπάνη που του έκλεψαν τα πρόβατα. Ψάχνοντας μαζί να βρούνε τα σημάδια των κλεφτών καταλαβαίνουν ότι είναι ο Βασίλης Καρατζάς, ο Κώστας Μπέτσος και ο Βασίλης Γιολδάσης, πρώην καπετάνιοι, και καλούν τα αποσπάσματα τα τούρκικα. “Μας έδωσες στο απόσπασμα, θα σου πάρουμε τη ζωή”. Ετσι ξεκίνησαν όλα».

Το ένα φέρνει το άλλο. Σκοτώνουν τον Καρατζά, τον Γιολδάση κι αφήνουν τον τρίτο, τον Μπέτσο, γιατί καταλαβαίνουν ότι δεν συμμετείχε στο φονικό του πατέρα τους. Εκτελούν τον Καρατζά, στη συνέχεια κλέβουν έναν αλευρά κοντά στην Αρτα και «φέρνουν τα κοπάδια με τα ζώα τους πίσω. Το ένα το πούλησαν σε κάποιον από τον Αϊ-Γιώργη και το άλλο κοπάδι το έδωσαν στον προπάππου μου για να τους το φυλάει. Στήνουν καρτέρι στον Γιολδάση και τον σκοτώνουν και προτού βρούνε τον Μπέτσο τρώνε και κάνα δυο άλλους». Πλέον διαδίδεται η φήμη τους και αυτό που φροντίζουν είναι να βρούνε λημέρια. Σε άλλους δίνουν μπαχτσίσια και άλλους τους φοβερίζουν: με αυτό τον τρόπο φτιάχνουν την κάλυψή τους και συνεχίζουν τη δράση τους.

Η ληστεία της Πέτρας και το τέλος

Η γνωριμία τους με τον Βασίλη Κολοβό, υποψήφιο βουλευτή του Βενιζέλου, τους οδηγεί στο επόμενο στάδιο. «Στη συνέντευξη των Ρεντζαίων που βρήκα αναφέρεται ότι ο Γιάννης είχε γνωρίσει τη Χαρίκλεια, την κόρη του Κολοβού, και για να κάνει το χατίρι στον πεθερό του αναγκάστηκε μαζί με τον αδερφό του Θύμιο να πάνε στην Αλβανία και να εκτελέσουν αυτόν με τον οποίο είχαν βεντέτα. Η πραγματική ιστορία είναι διαφορετική» λέει ο Τάσος Θεοφίλου και δίνει τον λόγο στον Χρήστο.

«O Κολοβός έψαχνε να βρει τρόπο να πάρει το αίμα του αδερφού του πίσω και απευθύνθηκε στους Ρεντζαίους. Ο Αλβανός αγάς τού έκλεψε τα πρόβατα και τον σκότωσε. Παλιός καπετάνιος και παράγοντας πια της περιοχής ήταν ο Κολοβός. Κάπως έτσι γράφτηκε η ελληνική ιστορία: με την κλεφτουριά, τους αρματωλούς, τα παραγοντιλίκια και τα καπάκια. Αυτά συνέβαιναν χρόνια πριν· ήταν μια παράδοση και συνεχίζεται με άλλη μορφή σήμερα. Τότε τους βρήκε ο Κολοβός –ήταν οι πιο γνωστοί στην περιοχή, είχαν κάνει εγκλήματα, άρα είχαν τη γνώση των ορεινών ώστε να πάνε να βρουν τον φονιά του αδερφού του. Του στήνουν καρτέρι με κομμένα δέντρα στον δρόμο (όπως έγινε και η ληστεία της Πέτρας), αυτός πηγαίνει να περάσει, τον σταματάνε και τον σκοτώνουν. Έκοψε το κεφάλι του ο Κολοβός και το έβαλε πάνω από τον τάφο του αδερφού του. Η φιλία που αναπτύχθηκε μεταξύ τους οδήγησε στον γάμο της κόρης του Κολοβού με τον έναν από τους Ρεντζαίους – ο γάμος του Γιάννη και της Χαρίκλειας στα Γιάννενα έγινε με απίστευτες χλιδές». Θρυλικοί λήσταρχοι οι Ρεντζαίοι και αποφασισμένοι να πλουτίσουν και να διασφαλίσουν το δικό τους τομάρι. Γι’ αυτό όταν ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δίνει στους ληστές αμνηστία υπό όρους το 1925, οι Ρεντζαίοι το εκμεταλλεύονται και καταπώς λέγεται έδωσαν κεφάλια συντρόφων τους για να το πετύχουν. «Η πιο αιματοβαμμένη είναι η δολοφονία του Σιντόρη που του πήραν το κεφάλι. Γιατί ήταν στημένη. Έπρεπε να πάρουν τα κεφάλια των συντρόφων τους για να κερδίσουν αμνηστία» λέει ο Χρήστος. «Πάντως στη συνέντευξή τους που βρήκα δεν παραδέχονται ότι σκότωσαν τον Σιντόρη. Λένε για τον Τσόκο. Ο Τσόκος ωστόσο είναι ζωντανός όταν έχουν πλέον διαφύγει πριν από τη σύλληψή τους. Ήταν στο βουνό· με το που φύγανε κατέβηκε» παρεμβαίνει ο Τάσος.

Μπαίνουν στα Γιάννενα θριαμβευτές οι Ρεντζαίοι και ασχολούνται με επιχειρήσεις και την αστυνόμευση του τόπου. Οι λήσταρχοι γίνονται παράγοντες και η καλή κοινωνία της πόλης μπαινοβγαίνει στο αρχοντικό τους. Ομως το χούι της ληστείας δεν βγαίνει εύκολα. Το 1926 στην Πέτρα, στον δρόμο Πρέβεζας – Ιωαννίνων, κάποιοι στήνουν καρτέρι σε χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Δεκαπέντε εκατομμύρια δρχ. η λεία και οχτώ νεκροί· η πρώτη καταγραμμένη ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα. «Ο παππούς και η γιαγιά μιλούσαν για τη ληστεία της Πέτρας γιατί ο προπάππους μου πήγε εξορία, έφαγε πολύ ξύλο μαζί με όλους τους χωριανούς. Οι Ρεντζαίοι ήταν στα Γιάννενα και προσπαθούσαν να χτίσουν άλλοθι. Φυσικά γνώριζαν ότι θα γίνει η ληστεία. Οι διωκτικές αρχές είπαν ότι η συμμετοχή τους αποκαλύφθηκε από ένα πρόσφορο που βρήκανε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Έστησαν την κατηγορία από τις μαρτυρίες του κόσμου. Δύο χιλιάδες κόσμο μαζέψανε από τα γύρω χωριά και άρχισαν να ρίχνουν ξύλο, οπότε κάποιος μαρτύρησε. Ήταν μια επίδειξη πυγμής, έπρεπε να διαλευκανθεί η ληστεία της Πέτρας για να δείξουν ότι εδώ πλέον δεν κάνετε κουμάντο εσείς, υπάρχουν οργανωμένες δυνάμεις, οι δυνάμεις του κράτους» λέει ο Χρήστος.

Τα αδέρφια φεύγουν. Μια άλλη εκδοχή η οποία μπορεί να είναι βάσιμη αναφέρει ότι φυγαδεύτηκαν. Κάλεσαν, λένε, τον έναν αδερφό στο τμήμα και του είπαν «ετοιμάσου, έρχεται η σειρά σου». Πήραν τα χρήματα και βρήκαν τρόπο για να βγουν με διαβατήρια στην Αλβανία. Δεν την κοπάνησαν έτσι απλά, τους ειδοποίησαν και τους φυγάδευσαν. Περνάνε από Αλβανία στην Ιταλία, από εκεί στη Σερβία και τη Ρουμανία και καταλήγουν στη Βάρνα της Βουλγαρίας. «Ο παππούς μου τους έλεγε τζώρες – τζώρα λέμε στην Ηπειρο αυτόν που δεν καταλαβαίνει. Πήγαν στη Βάρνα και συνέχισαν να έχουν πάρε δώσε με την Ελλάδα. Ο Λάμπρος Στάθης που πυροβόλησε πρώτος στην Πέτρα και έδωσε το σύνθημα τους είχε ακολουθήσει. Όταν κατάλαβε τι γινόταν ξέκοψε. Όταν δικάστηκε στην Κέρκυρα καταδικάστηκε σε ισόβια, δεν εκτελέστηκε» αναφέρει ο Χρήστος.

Με αυτά και με αυτά εντοπίζουν τους Ρεντζαίους, τους αλυσοδένουν και τους στέλνουν πεσκέσι στην Ελλάδα. Στα 1928 τους έπιασαν –«αυτοί βέβαια ευελπιστούσαν ότι θα τη σκαπουλάρανε, γιατί είχαν άκρες με τον Βενιζέλο»– κι έναν χρόνο μετά δικάζονται στο Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας. Σε θάνατο καταδικάζονται οι Ρεντζαίοι και εκτελούνται. Οι «βασιλείς των ορέων» δεν είχαν ελπίδα να κερδίσουν τον πόλεμο με την κεντρική εξουσία που τότε παγίωνε την εξουσία της.

Έτσι τελειώνει το παραμύθι των Ρεντζαίων, που δεν είναι τόσο μακρινό όσο νομίζουμε. «Έχει πολύ μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ότι αυτά δεν είναι ιστορίες μακρινές της Άγριας Δύσης. Μέχρι πριν από 70 χρόνια κόβανε κεφάλια, όπως περιγράφει ο Τάσος στο βιβλίο του, τα βουτάγανε στο νερό για να ξεπλυθεί το αίμα, τα κρέμαγαν στους φανοστάτες σαν τρόπαια για να επιδείξουν την κατάκτησή τους και την εξουσία τους, αλλά και για να τρομοκρατήσουν. Και αυτά δεν είναι πράγματα του παρελθόντος, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που τα έχουν ζήσει, που στο στόμα τους έχουν αίμα, το έχουν νιώσει στα χέρια τους».

INFO

Το βιβλίο «Η ληστεία της Πέτρας και άλλες περιπέτειες των αδελφών Ρεντζαίων στην ελληνική Αγρια Δύση» του Τάσου Θεοφίλου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Red n’ Noir

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.