Σε κινούμενη άμμο επιχειρήσεις, εργαζόμενοι, νοικοκυριά

Οικονομία-ακορντεόν μέχρι το καλοκαίρι, οπότε η κυβέρνηση ονειρεύεται την ανάκαμψη που θα φέρει η αύξηση του τουρισμού

Η Ελλάδα εισήλθε στο δεύτερο καθολικό lockdown μέσα σε έναν χρόνο, με τις οικονομικές αντοχές επιχειρήσεων και νοικοκυριών αισθητά περιορισμένες σε σχέση με την περασμένη άνοιξη. Ωστόσο ο άγνωστος Χ του τρέχοντος δεύτερου lockdown είναι η διάρκεια, ο τύπος και το σχήμα του.

Κατά τις επίσημες πρωθυπουργικές εξαγγελίες μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τερματιστεί στις 30 Νοεμβρίου. Επειδή όμως είναι τα επιδημιολογικά δεδομένα και η αντοχή του ΕΣΥ που εντέλει θα καθορίσουν τους όρους του, όλοι περίπου γνωρίζουμε ότι θα πάει τουλάχιστον μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου. Μάλιστα είναι ρεαλιστικό το σενάριο –και έχει επιβεβαιωθεί από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Στέλιο Πέτσα– ότι θα συνεχιστεί και μετά τα Χριστούγεννα, με ένα σχήμα διαδοχικών κλεισιμάτων και ανοιγμάτων της οικονομίας, στα πρότυπα της πρότασης «21 μέρες κλειστά – 15 μέρες ανοιχτά» την οποία κατέθεσε ο καθηγητής του τμήματος Χημικών Μηχανικών του ΑΠΘ Δημοσθένης Σαρηγιάννης. Το μοντέλο αυτό, μιας οικονομίας-ακορντεόν, ενδεχομένως να εφαρμοστεί τρεις με τέσσερις φορές διαδοχικά έως το Πάσχα. Αγνωστο ακόμη παραμένει αν αυτό το σχήμα των διαδοχικών lockdowns θα έχει τοπική ή πανελλαδική εφαρμογή, τι δραστηριότητες θα περιλαμβάνει κάθε φορά και με ποιους ρυθμούς αυτές θα ανοίγουν και θα κλείνουν. Οταν καταφέρουμε να φτάσουμε στο Πάσχα, με την έναρξη του εμβολιασμού και το άνοιγμα του καιρού, ίσως τα πράγματα βελτιωθούν και η οικονομική δραστηριότητα επιστρέψει σε πιο φυσιολογικό ρυθμό.

Με το βλέμμα στο εμβόλιο

Με πάτημα στις ανακοινώσεις των εταιρειών Pfizer και BioNTech για υψηλή αποτελεσματικότητα 90% του εμβολίου τους κατά της Covid-19 και με το βλέμμα στραμμένο περισσότερο στα χρηματιστηριακά ράλι που ξεσήκωσε το εμβόλιο παρά στην ελληνική κοινωνία και οικονομία που βουλιάζει, η κυβέρνηση, με πρώτο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, έσπευσε να εκπέμψει μήνυμα αισιοδοξίας. Ελάχιστες μέρες πριν από την κατάθεση του προϋπολογισμού 2020 ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας δήλωνε πως θα περιμένουν ως την τελευταία στιγμή για να οριστικοποιήσουν τα νούμερα, με την προσδοκία ότι θα εμφανιστούν στα οικονομικά στοιχεία οι επιπτώσεις της ελπίδας από το εμβόλιο.

Πίσω από την καλλιέργεια της ελπίδας όμως είναι ορατή η κυριαρχία του πανικού για το μέγεθος της υγειονομικής κρίσης που οδηγεί την κυβέρνηση να λαμβάνει εβδομάδα την εβδομάδα όλο και περισσότερα περιοριστικά μέτρα, με ρυθμούς καταιγιστικούς που δεν ευνοούν ούτε όσες οικονομικές δραστηριότητες μένουν ανοιχτές ούτε την ψυχολογία της αγοράς.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται για την ελληνική οικονομία, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενούς τους το συνεχές άνοιγμα και κλείσιμό για ένα ολόκληρο εξάμηνο έως το Πάσχα, με βάση το μοντέλο μιας οικονομίας-ακορντεόν.

Πορεία σε πυκνή ομίχλη

Προς το παρόν οι επιπτώσεις του δεύτερου κλεισίματος της οικονομίας είναι αδύνατο να μετρηθούν σε επίπεδο αριθμών (εδώ δεν γνωρίζουμε τι έχει γίνει στο γ΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους, με τις πρώτες πληροφορίες να μιλούν για πανωλεθρία).

Μερικές πρώτες εκτιμήσεις όμως μπορούν να γίνουν: όπως αναφέρουν αναλυτές, η ύφεση φέτος θα ξεπεράσει το 10% – ίσως προσεγγίσει το 12%. Η νέα οικονομική χρονιά θα ξεκινήσει από πολύ χειρότερη βάση, με ένα α΄ εξάμηνο ακόμη υφεσιακό. Θα δούμε πάρα πολλά λουκέτα στην εστίαση, που έχει ήδη πληγεί ανεπανόρθωτα και δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσει κανονικά για τους επόμενους έξι μήνες.

Σε μικρότερο ποσοστό θα δούμε λουκέτα και στο εμπόριο. Γνωρίζοντας με βεβαιότητα ότι κατά το πρώτο lockdown οι μικρές επιχειρήσεις εξάντλησαν τις αντοχές τους, είναι προφανές ότι πολλές θα βρεθούν σε αδιέξοδο και θα κλείσουν. Το τι θα μείνει όρθιο θα το αντιληφθούμε μόνο όταν τελειώσουν τα lockdowns και επανέλθει η οικονομία στη φυσιολογική της λειτουργία. Κι εκεί θα διαπιστώσουμε και τα πραγματικά ποσοστά της ανεργίας, για την οποία σε πρώτη εκτίμηση θα λέγαμε ότι ως το καλοκαίρι του 2020 θα φτάσει και ίσως ξεπεράσει το 22% (με βάση πάντα το πώς κινείται η «ανεξάρτητη» ΕΛΣΤΑΤ που επιμένει να παρκάρει εργαζόμενους στον μη ενεργό οικονομικά πληθυσμό). Πρόκειται για ένα τοπίο-κινούμενη άμμο και μια πορεία στην πυκνή ομίχλη των κυβερνητικών παλινωδιών σε υγειονομικό αλλά και οικονομικό επίπεδο.

Κυβερνητικές προσδοκίες για ανάπτυξη 5% από τον τουρισμό

Μέσα στην προσεχή εβδομάδα η κυβέρνηση θα καταθέσει το τελικό σχέδιο προϋπολογισμού στη Βουλή, με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, διά στόματος του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Θεόδωρου Σκυλακάκη, να κάνουν αναφορά σε ύφεση λίγο πάνω από 10% το 2020 και σε ανάπτυξη κοντά στο 5% το 2021.

Για το 2020, σε ό,τι αφορά τα μεγέθη της ύφεσης η πρόβλεψη του οικονομικού επιτελείου μπορεί να αποδειχτεί εύστοχη. Κινείται άλλωστε πολύ κοντά στις προβλέψεις ανεξάρτητων αναλυτών που βλέπουν ύφεση κοντά στο 11%. Μπορεί όμως να αποδειχτεί άστοχη η πρόβλεψη για ανάπτυξη 5% το 2021, που κατά τον κ. Σκυλακάκη δεν θα έρθει από τα κονδύλια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης, όπως υποστηριζόταν έως πρόσφατα (σημάδι ότι στην κυβέρνηση κατάλαβαν ότι αυτά τα κονδύλια θα αρχίσουν να φτάνουν προς το τέλος του 2021 και η επίπτωση της εισροής τους στην οικονομία θα φανεί από το 2022). Ούτε θα έρθει από τη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων κατά 30%, όπως υποστηριζόταν σε μια εξίσου άστοχη πρόβλεψη στο προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε τον Οκτώβριο.

Ούτε, πολύ περισσότερο, θα έρθει από την ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Από πού προσδοκάται λοιπόν να έρθει η ανάπτυξη 5% κατά τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών; Από την ανάκαμψη των τουριστικών εσόδων, που αναμένεται να φτάσουν στο 60% των τουριστικών εσόδων του 2019. Πόσο υπεραισιόδοξη (και μάταιη) όμως φαίνεται αυτή η εκτίμηση αν σκεφτούμε ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ακριβώς προσδοκώντας τα πάντα από τον τουρισμό, άνοιξε το περασμένο καλοκαίρι τα σύνορα και δεχόταν όποιον να ’ναι χωρίς τεστ Covid-19 και παρ’ όλα αυτά τα τουριστικά έσοδα του 2020 έφτασαν μόλις στο 20% των εσόδων του 2019, αλλά η χώρα πλήρωσε τη λανθασμένη κυβερνητική εκτίμηση με το μεγάλο επιδημικό κύμα του φετινού χειμώνα!

Πιστεύει κανείς ότι αν δεν προχωρήσει ο εμβολιασμός κατά του κορονοϊού –κι αυτό προβλέπεται να γίνει στο β΄ εξάμηνο του 2021–, έχει νόημα να τρέφει κανείς σοβαρές προσδοκίες για ανάκαμψη του τουρισμού;

Ερχεται κι άλλη μείωση μισθών

Τι εκτιμά ο Γιώργος Αργείτης, επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, για την αγορά εργασίας κατά το δεύτερο lockdown.

Στην ετήσια έκθεσή του για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ είχε διαπιστώσει τις δραματικές επιπτώσεις που είχε η κρίση του κορονοϊού στην αγορά εργασίας κατά το β΄ τρίμηνο του 2020, με τον μέσο μηνιαίο μισθό να μειώνεται κατά 10% και την έξοδο 150.000 ανθρώπων από την εργασία μέσω της αναστολής συμβάσεων.

Στην ίδια έκθεση είχε τονιστεί ότι το κύριο βάρος της συμπίεσης των μισθών το σήκωσαν οι χαμηλά αμειβόμενοι, με την υπέρμετρη αύξηση του αριθμού των ατόμων που λάμβαναν αμοιβή πείνας (λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα) από 1% σε 12% του συνόλου των μισθωτών. Η έκθεση έκλεινε με την πρόβλεψη για αύξηση της ανεργίας στο 21,2% έως τα τέλη του 2020. Αν έγινε τόσο γκρίζο το τοπίο στην αγορά εργασίας με το πρώτο lockdown, τι θα φέρει το δεύτερο που θα απλωθεί σε βάθος εξαμήνου;

Το Documento ζήτησε την εκτίμηση του επιστημονικού διευθυντή του ΙΝΕ ΓΣΕΕ Γιώργου Αργείτη: «Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της κρίσης είναι ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας είναι λίγο περίεργη, με την έννοια ότι ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει μεγάλη επιβάρυνση, η ανεργία μένει καθηλωμένη κοντά στο 17%» μας εξήγησε. «Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είμαστε σε μια κλασική οικονομική κρίση αλλά σε μια κρίση με υγειονομική αφετηρία και ο βασικός τρόπος παρέμβασης της κυβέρνησης στην αγορά εργασίας είναι η αναστολή σύμβασης. Κατά το πρώτο lockdown οδηγήθηκαν σε έξοδο από την εργασία με αναστολή σύμβασης περίπου 150.000 εργαζόμενοι, αλλά οι άνθρωποι αυτοί, εφόσον έμειναν σε αναστολή πάνω από τρεις μήνες, καταγράφηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ ως οικονομικά μη ενεργοί και όχι ως άνεργοι. Οι άνθρωποι με αναστολή σύμβασης έχουν εργασία και δεν αναζητούν, γιατί περιμένουν να επιστρέψουν στη δουλειά τους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πράγματι επιστρέφουν. Για τον λόγο αυτό στο πρώτο lockdown είχαμε μεγάλη αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού κατά 100.000».

Κι από εκεί και πέρα, για το δεύτερο lockdown τι να περιμένουμε;

«Τα φαινόμενα του πρώτου lockdown θα τα ξαναδούμε. Πρώτον, κατά τη διάρκεια του προσεχούς εξαμήνου θα έχουμε αύξηση του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού, που θα κρύβει ανεργία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια ιδιόμορφη κατάσταση καθώς ο εργαζόμενος με αναστολή σύμβασης είναι κατά το βιοτικό του επίπεδο άνεργος, αλλά επίσημα δεν είναι και έτσι η πολιτεία δεν υποχρεούται να τον στηρίξει ως άνεργο. Δεύτερον, θα έχουμε περαιτέρω συμπίεση στις αμοιβές, που ήδη έχουν πιεστεί πολύ χαμηλά κατά το πρώτο lockdown. Τρίτον, θα έχουμε σίγουρα αύξηση του ποσοστού ανεργίας, διότι αναμένεται επιδείνωση της κατάστασης των μικρών επιχειρήσεων που εξάντλησαν τις αντοχές τους κατά το πρώτο lockdown και είναι άγνωστο πόσες πια θα επιβιώσουν. Αλλά η αύξηση της ανεργίας θα καταγραφεί όταν πάρει μπροστά η οικονομία και φανεί πόσοι εργαζόμενοι δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην προηγούμενη δουλειά τους» κατέληξε ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.