Σεισμός Τουρκία: «Είμαστε διασώστες εθελοντές και μπήκαμε φυλακή»

Τα μέλη της κομμουνιστικής εργατικής οργάνωσης Τ-34 εξηγούν πώς έψαχναν για ζωντανούς στα ερείπια και πώς τους απέλασε η αντιτρομοκρατική από την Τουρκία

«Μια πόλη κάτω. Κατεδαφισμένη. Μια καταστροφή που είναι ταυτόσημη με γενοκτονία. Ολη η πόλη είναι ισοπεδωμένη, χωρίς ρεύμα. Παντού πτωματοσακούλες. Ο αέρας μύριζε πτώματα». Με αυτά τα λόγια ξεκίνησαν να περιγράφουν, μιλώντας στο Documento, την κατάσταση που αντίκρισαν στην Αντιόχεια τα μέλη της κομμουνιστικής εργατικής οργάνωσης Τ-34 Παναγιώτης Μασούρας, Μιχάλης Παναγιωτόπουλος και Αλέξανδρος Μπαζώρας, οι οποίοι συνελήφθησαν από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία της Τουρκίας, οδηγήθηκαν σε κέντρο κράτησης μεταναστών-φυλακή και τελικά απελάθηκαν, ενώ είχαν μεταβεί εθελοντικά στην επαρχία Χατάι –έχοντας όλα τα νόμιμα έγγραφα– προκειμένου να βοηθήσουν τους σεισμόπληκτους, δείχνοντας έμπρακτα ότι μόνο ο λαός σώζει τον λαό.

BNA

«Ανήμπορος κρατικός μηχανισμός»

Στις 12 Φεβρουαρίου οι τρεις τους άφησαν την ασφάλεια του σπιτιού τους και πήγαν στην Αντιόχεια. Εμειναν σε ένα καμπ δίπλα σε ένα ποτάμι, όπου η υγρασία ενίσχυε τις ήδη χαμηλές θερμοκρασίες. Ο κόσμος λίγο πιο ‘κει έβλεπε το παρελθόν και το παρόν του θαμμένα κάτω από τα συντρίμμια· ήταν στοιβαγμένος σε σκηνές, χωρίς ρεύμα, τρώγοντας αποκλειστικά συσκευασμένες τροφές και πίνοντας εμφιαλωμένο νερό καθώς το σύστημα ύδρευσης είχε καταστραφεί. Υπήρχαν ελάχιστες τουαλέτες για χιλιάδες άτομα, ενώ το ντους δεν υπήρχε καν ως επιλογή. Στην πόλη δεν λειτουργούσε τίποτε, «ούτε φανάρι» όπως μας είπαν χαρακτηριστικά.

BNA

Υγειονομική βόμβα

Το κρύο ήταν τέτοιο που για να ζεσταθούν έκαιγαν τα πάντα. «Ξύλα, μελαμίνες, βερνικωμένα έπιπλα, σακούλες με σκουπίδια, μέχρι και παπούτσια. Αν έβλεπες τον μαύρο καπνό από μακριά, νόμιζες ότι έχεις μπροστά σου την κόλαση» λέει ο Π. Μασούρας και συμπληρώνει ότι μες στον πόνο του ο κόσμος «ήταν πολύ δεκτικός, μας έδωσε το φαγητό του, την αγκαλιά του, μας έλεγαν συνέχεια ευχαριστώ. Μας είπαν πολλές φορές ότι “τα ΜΜΕ λένε ότι οι Ελληνες είναι εχθροί μας και η κυβέρνηση λέει ότι είναι αντίπαλος λαός. Εμείς όμως εδώ βλέπουμε Ελληνες εθελοντές να μας βοηθούν και όχι την κυβέρνηση”. Ηταν ένα κλίμα κάπως όμορφο μέσα σε όλη αυτή την καταστροφή, μέσα σε όλον αυτό τον πόνο, το αδιέξοδο και τον μαρασμό. Ηταν ένα κοντράστ αρκετά περίεργο. Ηταν πολύ συγκινητικό, το κλίμα ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο».

Και οι τρεις εθελοντές στηλίτευσαν την κακή κρατική διαχείριση αλλά και την περίεργη –όπως τους είπαν– κυβερνητική εντολή για αποχώρηση όλων των διασωστικών μονάδων ξένων χωρών.

«Θεωρούμε ότι η κυβέρνηση της Τουρκίας ήθελε να κάνει άλλου τύπου διαχείριση. Ηθελε να ισοπεδώσει όλη την πόλη και να μην επενδύσει στη διάσωση μέχρι και την τελευταία στιγμή. Είναι άλλη διαχείριση να κάνει κανείς διαλογή και να βγάλει τα σώματα έτσι ώστε να έχουν οι συγγενείς τους να θάψουν κάποιον και άλλο να ξεμπαζώνεις τα πάντα, μαζί με τα πτώματα» σημειώνει ο Μ. Παναγιωτόπουλος, με τον Π. Μασούρα να συμπληρώνει: «Βλέπαμε τις τσάπες που όταν έσκαβαν για να βγάλουν τα μπάζα έπαιρναν και ανθρώπινα μέλη μαζί. Μαζί με μια κολόνα ή ένα δοκάρι έπαιρναν και ένα πόδι, ένα χέρι».

Ο Αλ. Μπαζώρας αναφέρθηκε εκτεταμένα στην έλλειψη εξειδικευμένου διασωστικού προσωπικού, έκανε λόγο για «ανήμπορο κρατικό μηχανισμό» και πρόσθεσε ότι η δική τους ομάδα βρήκε «δυστυχώς, μόνο νεκρούς. Ο κόσμος περίμενε εκεί που επιχειρούσαμε και μας έδινε οδηγίες. Εδειχναν σημεία στα χαλάσματα και έλεγαν “εδώ είναι η κόρη μου, εδώ είναι ο γιος μου. Να, αυτός είναι ο καναπές της αδερφής μου”».

BNA

«Βρίσκαμε τους νεκρούς από τη μυρωδιά»

«Κάποια στιγμή που επιχειρούσαμε και έσκαβε η τσάπα άνοιξε ένα κομμάτι και βγήκε μια πολύ έντονη μυρωδιά. Καταλάβαμε ότι εκεί ήταν νεκροί. Μύριζαν τα πτώματα. Τους βρίσκαμε είτε από τη μυρωδιά είτε από τα ποντίκια. Βλέπαμε που έμπαιναν σε τρύπες και έτρωγαν τα πτώματα. Τότε λέγαμε “σκάψε εδώ, έχει νεκρούς, πάει το ποντίκι και τους τρώει”» σημείωσε ο Π. Μασούρας, τονίζοντας ότι «είναι φυσική καταστροφή, αλλά οι ευθύνες που προκύπτουν είναι ξεκάθαρα πολιτικές. Είναι θέμα κρατικής διαχείρισης».

Αξιοσημείωτο είναι, όπως είπαν, ότι ο στρατός ήταν παντού. Πάνοπλοι στρατιώτες περιφέρονταν στο αυτοσχέδιο καμπ χωρίς ωστόσο να βοηθούν πουθενά στις επιχειρήσεις απεγκλωβισμού. «Δεν πρόσφεραν τίποτε. Περιπολούσαν και επέβλεπαν τις προσπάθειες των λιγοστών διασωστών. Οταν έβρισκες κάποιο πτώμα έπρεπε προτού το παραδώσεις σε συγγενείς να έρθει ο στρατός να το βγάλει φωτογραφία. Οταν δουλεύαμε είχαμε πάντα στρατό από πάνω μας και κοίταζε. Δεν έκαναν τίποτε. Τρώγανε, πίνανε, περιπολούσανε. Ακούγαμε πυροβολισμούς τα βράδια και το πρωί περπατούσαμε και βρίσκαμε κάλυκες» υπογράμμισαν και οι τρεις.

Ο «τυχαίος» έλεγχος της αντιτρομοκρατικής

Στις 18 Φεβρουαρίου, αφού ήδη βρίσκονταν έξι ημέρες στην Αντιόχεια, τους συνέλαβε η αντιτρομοκρατική. Δεν έκρυψαν ούτε την ιδεολογική τους ταυτότητα ούτε τη θέση τους απέναντι στην τουρκική κυβέρνηση, αφού κάθε βράδυ έστελναν δελτία Τύπου στην Ελλάδα αλλά και σε συντρόφους τους στην Τουρκία.

Οπως λέει ο Π. Μασούρας, στην τουρκική κυβέρνηση δεν άρεσε ότι «εδώ υπάρχει μια οργανωμένη δύναμη του λαού που φροντίζει τη σίτιση, τη στέγαση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη θέρμανση. Φροντίζει να δίνει πίσω στον λαό τα νεκρά κορμιά των συγγενών τους έτσι ώστε ο κόσμος να μπορεί να επισκέπτεται ένα μνήμα. Ολο αυτό σταδιακά ήταν κάτι που άρχισε και ενοχλούσε, διότι με έναν τρόπο περνούσε μια άλλη άποψη για το πώς θα μπορούσε ο κόσμος να διαχειριστεί μια τέτοια πρωτόγνωρη και δύσκολη κατάσταση», ενώ πρόσθεσε ότι «απόρροια αυτής της κατάστασης ήταν και η ένωση των δυο λαών, που με κάθε τρόπο έπρεπε να χτυπηθεί. Αυτή είναι πάγια θέση και αντίληψη γενικά των αστικών τάξεων και του καπιταλιστικού μοντέλου οργάνωσης της κοινωνίας. Θέλουν γενικά τους λαούς διαιρεμένους».

Από την πλευρά του ο Μ. Παναγιωτόπουλος σημείωσε ότι «ο στρατός, η αστυνομία και η αντιτρομοκρατική της Τουρκίας είχαν πλήρη γνώση τι κάναμε στην Αντιόχεια. Μας παρακολουθούσαν από την πρώτη μέρα. Ανθρωποι που ήταν στο τμήμα όταν μας συνέλαβαν περνούσαν από το καμπ τις προηγούμενες ημέρες και μας χαιρετούσαν».

Περιγράφοντας τη στιγμή της σύλληψης αλλά και την πορεία τους μέχρι την απέλαση λέει: «Την έκτη ημέρα, την ώρα που πηγαίναμε να επιχειρήσουμε, μας σταμάτησε η τουρκική αντιτρομοκρατική σε έναν υποτιθέμενα τυχαίο έλεγχο. Ωστόσο το κλιμάκιο είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη ειδικά για εμάς, απ’ ό,τι μάθαμε μετά. Μας πήραν χαρτιά, κινητά, ταυτότητες και βίζες. Οι τελευταίες μάλιστα από εκείνη τη στιγμή και μετά εξαφανίστηκαν. Υστερα από λίγο αντιληφθήκαμε ότι ήταν επιχείρηση. Ηρθαν έξι οχήματα, μας πήραν και μας πήγαν κομβόι στο ΑΤ της Αντιόχειας».

«Καταλήξαμε σε ένα κελί»

Οπως αφηγείται, δεν τους επέτρεψαν να μιλήσουν με την πρόεδρο της Προοδευτικής Ενωσης Δικηγόρων, που έσπευσε να τους εκπροσωπήσει νομικά, χωρίς την παρουσία της αστυνομίας, ενώ χρέη διερμηνέα εκτελούσε ένας Τούρκος-μέλος του Λαϊκού Μετώπου ο οποίος συνελήφθη μαζί τους:

«Μας ζητούσαν να ανοίξουμε τα κινητά μας και να τους δώσουμε πρόσβαση σε όλα τα προσωπικά δεδομένα. Αρνηθήκαμε. Λίγο μετά αποφάσισαν να μας κάνουν μεταγωγή και να μας πάνε στα Αδανα, σε κέντρο κράτησης μεταναστών. Η εικόνα που αντικρίσαμε μόλις φτάσαμε ήταν πέντε έξι μέτρα τοίχοι, συρματοπλέγματα, παράθυρα καγκελόφραχτα, κανονική φυλακή. Δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε με κανέναν. Δεν μιλούσε κανείς αγγλικά. Μας έκαναν κανονικά έλεγχο εισόδου φυλακής, ψάξιμο, τραμπουκισμό και όλα αυτά στα τουρκικά. Μας πήραν τα πράγματα, τα λεφτά και καταλήξαμε σε ένα κελί χωρίς κορδόνια να μας μοιράζουν κουβέρτες, σεντόνια, λέγοντάς μας: “Εδώ θα μείνετε”. Ζητούσαμε μεταφραστή, επικοινωνία με δικηγόρο, με πρεσβεία, με προξενείο· τίποτε. Ηταν σαν απαγωγή. Ημασταν και Ελληνες και κομμουνιστές, είχαμε λίγο κακό πακέτο».

«Ουσιαστικά είχαμε βρεθεί σε ένα κελί να στρώνουμε τα κρεβάτια μας και να μην ξέρουμε καν αν γνωρίζει κανείς πού είμαστε» είπε ο Μ. Παναγιωτόπουλος, ενώ οι άλλοι δύο πρόσθεσαν πως το γεγονός ότι έμειναν και οι τρεις μαζί έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ψυχολογία τους: «Ηταν μια συνειδητή πολιτική επιλογή στο πλαίσιο της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Ημασταν αναγκαστικά ψύχραιμοι. Ημασταν αποφασισμένοι. Είχαμε μια εικόνα πώς φέρεται το τουρκικό κράτος στους κομμουνιστές και στις διαφορετικές και αντιπολιτευόμενες φωνές, αλλά κάτι τέτοιο δεν το φανταζόμασταν».

Εκεί, όπως είπαν, τους επισκέφτηκε ο διευθυντής της φυλακής, ο οποίος τους ξεκαθάρισε με επιτακτικό αλλά ταυτόχρονα διπλωματικό ύφος πως το τουρκικό κράτος δεν χρειάζεται πια τις υπηρεσίες τους και ότι έπρεπε να φύγουν. Όπως αναφέρει ο Αλ. Μπαζώρας, «υπήρχε μια πίεση από τον διευθυντή να υπογράψουμε κάποια χαρτιά που έλεγαν ότι δεν θέλουμε τίποτε από το τουρκικό κράτος, ότι δεν έχουμε παράπονο, ότι δεν ζητάμε τίποτε γενικά εκτός από το να φύγουμε. Είπαμε πως δεν το υπογράφουμε και έχουμε παράπονο. Είμαστε διασώστες, είμαστε εθελοντές και είμαστε φυλακή».

«Εξαφανίστηκαν» οι βίζες

Επειτα από όλα αυτά και αφού κατάφεραν αργά το βράδυ να πάρουν τηλέφωνο τους δικούς τους, τους ξύπνησαν στις 5 τα χαράματα «και μας είπαν “φεύγετε”. Μας έδωσαν τα πράγματά μας αλλά εξαφάνισαν τις βίζες μας. Ελεγαν ότι δεν υπάρχουν. Είδαμε τη μια πάνω σε μια στοίβα με χαρτιά στο γραφείο του διευθυντή. Του τη δείχνω και τον ρωτάω πού είναι οι άλλες δύο. “Δεν υπάρχουν” απάντησε. Με τα πολλά εξαφανίστηκε και η τρίτη».

Μετέπειτα τους οδήγησαν σε ένα στρατιωτικό μεταγωγικό αεροσκάφος και τους μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, ξαπλωμένους σε όλη τη διάρκεια της πτήσης, απ’ όπου και απελάθηκαν. Αρχικά ήθελαν να τους χειροπεδήσουν με tireup, ωστόσο και οι τρεις αρνήθηκαν και αντέδρασαν έντονα.

Στην Κωνσταντινούπολη η φρουρά τους μειώθηκε: «Φτάσαμε στο αεροδρόμιο με πέντε έξι φαντάρους και δύο επικεφαλής που ήταν εκεί ήδη. Ρωτήσαμε τον επικεφαλής πού είναι τα χαρτιά απέλασης. Μας λέει “ποια χαρτιά; Δεν υπάρχουν”. “Ο,τι έγινε είναι σαν να μην έγινε δηλαδή;” ρωτήσαμε. “Ναι, σαν να μην έγινε” απάντησε. Τέτοιο θράσος».

«Είμαστε εθελοντές, είμαστε κομμουνιστές»

Εξηγώντας τους λόγους που ξεκίνησαν το ταξίδι τους, χωρίς να μετανιώνουν στιγμή παρά τα όσα πέρασαν, είπαν πως βλέποντας τις εικόνες καταστροφής μετά τον φονικό σεισμό αποφάσισαν ότι «βάσει ιδιοσυγκρασίας και πολιτικής διαδρομής ήταν επιτακτικό να καταφέρουμε να πάμε στην Τουρκία ώστε να συνδράμουμε στη διάσωση και στον απεγκλωβισμό. Μας γεννήθηκε έντονα η ανάγκη στο πλαίσιο της διεθνιστικής ταξικής αλληλεγγύης να βρεθούμε εκεί και να απλώσουμε το χέρι στον τουρκικό λαό που βιώνει τις επιπτώσεις της εγκληματικής πολιτικής του Ερντογάν».

«Δεν πήγαμε εκεί με μια στείρα έννοια ανθρωπισμού» λένε, αλλά «κινηθήκαμε καθαρά από πολιτικά κίνητρα. Ξέραμε από ποια θέση πάμε να απλώσουμε το χέρι στον τουρκικό λαό. Είμαστε εθελοντές, είμαστε κομμουνιστές. Ξέρουμε πού πονάει η τάξη μας και τι προβλήματα αντιμετωπίζει».

Τέλος, σημείωσαν την υποκρισία της ΕΕ, η οποία, όπως λένε, «δεν έστειλε ένα γιατρό ή ανθρωπιστική βοήθεια στη Συρία. Η Ευρώπη των δικαιωμάτων είναι μια απάτη. Αφησαν έναν ολόκληρο λαό μόνο του».