Σταµάτης Κραουνάκης: Μόλις πατάς στην εξουσία σε παίρνει ο διάβολος

Ένα απόγευµα του Σεπτέµβρη στην Αθήνα –σαν όλα τα σεπτεµβριανά απογεύµατα που το καλοκαίρι αντιδρά στην πιθανότητα να αφήσει τη θέση του στην αύρα του φθινοπώρου– συνάντησα τον Σταµάτη Κραουνάκη.

Τόπος το Θέατρο Τέχνης (η σύµπραξη του οποίου µε την Εθνική Λυρική Σκηνή δηµιούργησε τις συνθήκες για να δούµε Αριστοφάνη στο φορµάτ λαϊκής οπερέτας) στη Φρυνίχου καθώς είχε ξεκινήσει η πρόβα για τις «Εκκλησιάζουσες». Ο Σταµάτης Κραουνάκης µετέφρασε το έργο του «προγόνου» (καταπώς τον αναφέρει) σε ρυθµό, µουσική, νοήµατα, ιδέες. Εβγαλε µέσα από τις λέξεις του Αριστοφάνη την ψίχα τους για να µιλήσει για την εξουσία. («Πας στην εξουσία µε τις καλύτερες των προθέσεων; Οσο καλές και αν είναι οι προθέσεις σου, η εξουσία θα σε διαφθείρει».) Αλλά και για τη λαϊκή σοφία, τον ρόλο της τέχνης, τον παράδεισο που αναζητούµε.

Στις 9 Σεπτεµβρίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού η Πραξαγόρα των Αριστοφάνη – Κραουνάκη – Κάλµπαρη θα δώσει τον τόνο της µελλοντικής κοινωνίας της κοινοκτηµοσύνης, έστω και σαν απειροελάχιστη ιστορική πιθανότητα.

Ας ξεκινήσουµε, Σταµάτη, µε το γιατί σήµερα «Εκκλησιάζουσες»;

∆εν είναι σήµερα. Η επαφή µου µε το έργο είναι τριακονταετής. Το φλερτάρω από την Πάντειο. Μπορώ να σου πω τώρα που κι εγώ κατάλαβα γιατί αυτό το έργο του Αριστοφάνη είναι ίσως το µόνο που έχει τόσο βαθύ πολιτικό, προφητικό χαρακτήρα. Τολµάει να δώσει την πιθανότητα του κοµµουνιστικού καθεστώτος. Μας δίνει για πρώτη φορά την εικόνα µιας κοµµουνιστικής κοινωνίας. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο. Το δεύτερο πολύ σηµαντικό στοιχείο, το οποίο συνήθως κρύβεται στις µεταφράσεις –διάβασα περίπου δεκαεφτά µεταφράσεις οπότε έχω εικόνα–, δίνεται όταν η Πραξαγόρα βγαίνει για τις προγραµµατικές της δηλώσεις και ο χορός τής λέει τέσσερις φράσεις. «Τώρα πες µας ένα ψέµα, φτάνει να φαίνεται καινούργιο». Τι κάνει ο Αριστοφάνης; 391 π.Χ., είναι µια τελευταία αναλαµπή πιθανότητας να λειτουργήσει η δηµοκρατία όπως παλιά. Οι πολίτες αδιαφορούν για τα κοινά και η τύπισσα αυτή ξέροντας τα δύσκολα µαζεύει τις γυναίκες, ντύνονται τα ρούχα τα αντρικά (δηλαδή φοράνε το ένδυµα της παλιάς εξουσίας) και ως παλιά εξουσία ενδεδυµένες πάνε στη βουλή και ψηφίζουν να δοθεί η κυβέρνηση στις γυναίκες. Η Πραξαγόρα στο δικό µου φορµάτ έχει δύο πολύ σοβαρές αγορεύσεις που θα ευχαριστήσουν τον δηµοκρατικό πολίτη. Εκεί λέγονται όλα: «Αυτοί που διώξαν τους τυράννους/επιβιώνουν µε εράνους/πάλι καλά γιατί πεθάναν οι πιο καλοί στη φυλακή». Εκεί έβαλα δυνατά το αίσθηµα του γενικού λαϊκού αιτήµατος απέναντι σε αυτό που λέµε δηµοκρατία.

Ποιο είναι το κλικ του έργου;

Την ώρα που η καινούργια εξουσία πάει µε τα ρούχα της παλιάς να πάρει την κυβέρνηση, η παλιά, µη βρίσκοντας τα ρούχα της, µε απόφραξη γενική καθώς δεν µπορεί να αφοδεύσει, φοράει τα γυναικεία ρούχα (αυτά της καινούργιας εξουσίας) και βγαίνει στον δρόµο να χέσει. Σε αυτήν τη συµπλοκή πάνω γεννιέται το καινούργιο, που όµως φοράει τα ρούχα του παλιού. Αυτή άλλωστε δεν είναι η πολιτική ζωή του πλανήτη; Ποτέ δεν εκτινάχτηκε κάτι αληθινά καινούργιο το οποίο θα άλλαζε πραγµατικά τη ζωή των ανθρώπων. Στο δεύτερο µέρος του έργου δε, αφού όλα µοιάζουν να είναι καλά και υπέροχα µε δηµόσια γεύµατα, µε κατάργηση δικαστηρίων –υπάρχει και αυτός ο αφελής ο Χρέµης που φορτώνει όλο το σπίτι του να πάει να το παραδώσει στο δηµόσιο ταµείο– βλέπουµε την παραφθορά της νοµοθεσίας της καινούργιας εξουσίας. Για να το δώσω επιγραµµατικά, µόλις πατάς στην εξουσία σε παίρνει ο διάβολος. Αυτό κάνει το έργο πολύ τωρινό ίσως αλλά ταυτόχρονα και πολύ παντοτινό. Με αποκορύφωµα στο κείµενο όταν ανακοινώνεται ότι όποιος νέος δεν δέχεται να πηδήξει πρώτα τις γριές θα σύρεται από του πατάλου, θα τον πιάνουν δηλαδή από τον πούτσο και θα τον σέρνουν. Ο έρωτας, το γενεσιουργό στοιχείο µιας καινούργιας κοινωνίας, ήδη έχει κλαδευτεί. Και κλαδεύτριες είναι οι τρεις γριές-αστυνοµίες (κάθε αστυνοµία και πιο παλιά και σκληρή, µε πιο σκληρή την τρίτη που βγαίνει από το φέρετρο και είναι ο φασισµός).

Ακούγεται αρκετά πεσιµιστική αυτή η οπτική.

Κι όµως, φτάνοντας στο φινάλε µε τη θεραπαινίδα που βγαίνει για να ευδαιµονήσει το σύστηµα και παραγγέλνει το φαγητό το οποίο είναι η µεγαλύτερη λέξη της ελληνικής γραµµατείας. Είναι µία σύνθετη λέξη από ονοµασίες φαγητών, το οποίο είναι ένα φαΐ το οποίο αναλύσαµε λέξη προς λέξη µε τη Μαριάννα Κάλµπαρη και καταλάβαµε ότι πρόκειται για µια εκπληκτική συνταγή, τροµερά γευστική, µε ψάρια και κρέατα και σάλτσες γλυκές κ.λπ. Μελοποίησα την αρχαία λέξη συνθέτοντας έναν αφρικανικό ρυθµό και µε τα ξύλινα κουτάλια που χτυπάνε τα παιδιά γίνεται µια πανδαισία εφιαλτική και τότε βγαίνει η Πραξαγόρα στη µέση της τραπέζης και τους πετάει κόκαλα. ∆ώσε ένα κόκαλο στον λαό να σκάσει. Σκληρό έργο, όµως ταυτόχρονα πολύ αστείο. Συνοπτικά ο Αριστοφάνης φωτογραφίζει την κοµµουνιστική κοινωνία και την εκτοξεύει στην ουτοπία.

Η πραγµατικότητα όµως ακυρώνει την ουτοπία.

Ακριβώς. Βεβαίως έβαλα ένα φινάλε ανάτασης γιατί δεν θέλω ο κόσµος να φύγει φρικαρισµένος. «Σηκωθείτε και ανάψτε εδώ να χαρείτε […] ξεχασµένα αγάπης φιλιά. Κι η Αθήνα η κοσµοκράτειρα απόψε να µας φτιάξει […]. Να σµίξουν τα παράταιρα στου έρωτα την πράξη κι ας φανερώσει η σάτιρα την πιο κρυφή αµµουδιά».

Ποια είναι αυτή η αµµουδιά;

Ο παράδεισος που έφυγε για πάντα.

Ναι, αλλά ο κόσµος σήµερα µοιάζει σαν να µη θέλει να βρει πού είναι αυτός ο παράδεισος.

Υποτιµάµε πάρα πολύ τη λαϊκή σοφία και κάνουµε αυτό το µεγάλο λάθος όλοι µας καθοδηγούµενοι από τα επιµέρους πιστεύω µας, τις επιµέρους ιδέες µας ή αν θέλεις τις κοµµατικές µας προτιµήσεις. Ο κόσµος ξέρει τι κάνει.

Μιλάς για µια σοφία που ακούγεται ενδιαφέρουσα αλλά µόνο στο επίπεδο των λόγων, καθώς δεν υλοποιείται, δεν γίνεται πράξη.

Κι όµως γίνεται, απλώς ο κόσµος είναι κουρασµένος και κανένας δεν του είπε την αλήθεια.

Υπάρχει µία και µοναδική αλήθεια;

68% όχι. Τα κουτρουβαλιάσανε. Ενας άνθρωπος εκείνη την ώρα έπρεπε να βγει και να πει «παιδιά, παίρνω τη δύναµη αυτή και πάω µε αυτό το όχι, αλλά σας λέω από την αρχή ότι δεν θα οδηγήσω έτσι γιατί η χώρα θα καταστραφεί». Αυτή είναι η αλήθεια. Και όχι το κονκλάβιο το οποίο δηµιούργησε την περιοδοντίτιδα στο Μαξίµου µε ένα καλό παιδί επικεφαλής. ∆εν είπε κανείς την αλήθεια στον κόσµο. Και για να την πούµε εµείς αυτή την ώρα, ο καθένας όταν γυρίζει στο σπίτι του κοιτάζει τι απόθεµα υπάρχει στην κωλοτράπεζα, τι κεραµίδι έχει –αν έχει– πάνω από το κεφάλι του, πόσα του χρειάζονται για να µεγαλώσει το παιδί του κι εκείνη την ώρα κουτσά στραβά παίρνει µια απόφαση. Λοιπόν όταν το ένα µαγαζί δεν του έχει βγει, θα πάει στο άλλο. ∆εν έχουµε και πολλά µαγαζιά.

Μόλις τώρα µου περιέγραψες έναν άνθρωπο που κοιτάει την πάρτη του, αποκοµµένο από συλλογικές διαδικασίες.

Ποιον απασχολεί το συλλογικό; Μήπως τα κόµµατα; Τις κυβερνήσεις; Τους βουλευτές; Ποιους απασχολεί; Τι πρέπει να δούµε; Και πλέον αυτό είναι πασιφανές. Ο,τι σύστηµα και να υπάρχει, άµα ο µαλάκας είναι µαλάκας, τη µαλακία του θα την κάνει. Εχω ένα χούι και όταν γράφω τα έργα και όταν θέλω να κρίνω τα γεγονότα: µπαίνω πάντα στη θέση του αφεντικού. Ε λοιπόν, αν ήµουν χρηµατοδότης της σηµερινής κυβέρνησης και έβλεπα µέσα σε ενάµιση µήνα το Οσκαρ µαλακίας που παίρνει από µέρα σε µέρα, θα απέσυρα τα φράγκα µου.

Είναι ξεκάθαρο ότι συνδέεις τον Αριστοφάνη µε το σήµερα.

∆εν µε ενδιέφερε αυτό. Ηθελα και θέλω το σήµερα να πάρει το µάθηµά του. Οφείλουµε να είµαστε τρυφεροί µε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό κάποιος καταφεύγει στην τέχνη. Θέλω να σου οµολογήσω ότι για µένα ήταν απολαυστικό αυτό το πολύ ωραίο κολύµπι µε το συγκεκριµένο πολιτικό έργο, στο οποίο µε τη Μαριάννα Κάλµπαρη πολύ σωστά σφάξαµε πάρα πολλά αστειάκια πρόχειρα για να µείνει καθαρό το πολιτικό φιλέτο. Οι «Εκκλησιάζουσες» µας έδωσαν τη δυνατότητα να αναλύσουµε και να δώσουµε την πιθανότητα της ανάτασης. Αυτός άλλωστε είναι ο ρόλος της τέχνης. Ας ακούσουµε τι λέει ο πρόγονος. Στη φάση που βρισκόµαστε πρέπει να δείξουµε την πληγή και να δώσουµε τα πρώτα φάρµακα.

Οµως ο λόγος σου δεν απευθύνεται σε όλους.

∆εν τους θέλω όλους. ∆εν θέλω να καταλάβει από µένα ο άνθρωπος που δεν θέλει να καταλάβει. Ο άνθρωπος που έρχεται σ’ εµένα γιατί ξέρει ποιος είµαι ή τι δίνω µε την τέχνη µου θέλω να φύγει ελαφρύτερος. Και το βλέπω να γίνεται αυτό. Μου το λένε.

«Βλέπω αγωνιστές να κάνουν µόκο. Υποτελείς». Κι εγώ βλέπω µε αυτή την αποστροφή ότι κάποιοι θα σου θυµώσουν.

Θα θυµώσει κόσµος µε το έργο, το ξέρω. Η Σοφία Φιλιππίδου έκανε ένα σοβαρότατο διάβηµα στην ερµηνεία της, γιατί στις πρώτες πρόβες µάς παρέσυρε αυτό το επικό και µας ευχαριστούσε κιόλας όπως ακούγαµε τα πράγµατα λαϊκίστικα και αυτή η τεράστια σκεπτόµενη ηθοποιός έβαλε στοιχεία απατεωνίας στον ρόλο της Πραξαγόρας. Κέντησε. Αλατοπίπερο, χωρίς να χαλάσει το οικοδόµηµα. Της λέω «τι έκανες;». «Το σκέφτηκα πολύ» µου λέει. «∆εν µπορεί η Πραξαγόρα να είναι τόσο αθώα. Είναι πρωθυπουργός».

INFΟ

Μετάφραση – λιµπρέτο – µουσική: Σταµάτης Κραουνάκης Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλµπαρη Παίζουν: Σοφία Φιλιππίδου, Χριστόφορος Σταµπόγλης, Σταµάτης Κραουνάκης, Ιωάννα Μαυρέα 9 Σεπτεµβρίου στις 21.00, Ωδείο Ηρώδου Αττικού