Σωφρονιστικός υπάλληλος είχε συλληφθεί για κατοχή ηρωίνης και προσέφυγε στο ΣτΕ

Σωφρονιστικός υπάλληλος συνελήφθη καθ’ οδόν προς τη δουλειά του να κατέχει 0,9 γραμμάρια ηρωίνης.

Του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της απόλυσης από την υπηρεσία με το σκεπτικό ότι κατείχε την ηρωίνη με «προφανή σκοπό να την εισάγει στο σωφρονιστικό κατάστημα», ενώ καταδικάστηκε και σε κάθειρξη εφτά ετών.

Τώρα , με προσφυγή του στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητά την ακύρωση της πειθαρχικής ποινής υποστηρίζοντας ότι όσα κατέθεσαν σε βάρος του οι ίδιοι οι κρατούμενοι είναι σκευωρία που στήθηκε για να εκδικηθούν τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και ότι ο ίδιος κατείχε την ηρωίνη για ιδίαν χρήση, καθώς δήλωσε τοξικομανής από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του.

Μάλιστα στην αίτηση ακύρωσης που υπέβαλλε στο ΣτΕ ισχυρίζεται ότι η πειθαρχική απόφαση που του επιβλήθηκε είναι αντισυνταγματική γιατί παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ενώ είναι παράνομη, αντιφατική και έχει πεπλανημένη αιτιολογία.

Στο ποινικό σκέλος του επιβλήθηκε από το Εφετείο Κακουργημάτων ποινή κάθειρξης 7 ετών για διακίνηση απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών εκτός σωφρονιστικού καταστήματος .Παράλληλα κηρύχθηκε αθώος από την κατηγορία της απόπειρας εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών σε φυλακή και του επιβλήθηκε παράλληλα χρηματικό πρόστιμα ύψους 10.000 ευρώ. Να σημειωθεί ότι η ποινική καταδίκη του δεν έχει καταστεί αμετάκλητη.

Η υπόθεση

Ο σωφρονιστικός υπάλληλος είχε συλληφθεί τον Ιούνιο του 2014 .Επάνω του βρέθηκαν 0,9 γραμμάρια ηρωίνης ενώ σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του βρέθηκαν υπολείμματα κάνναβης σε φούντα μέσα σε ποσότητα καπνού, 1 γραμμάριο φούντα κάνναβης, υπολείμματα ηρωίνης, στο γραμματοκιβώτιο βρέθηκαν μέσα σε σακούλα 9,7 γραμμάρια φούντα κάνναβης και κάρτες SIM κινητών τηλεφώνων διαφόρων εταιρειών κινητής τηλεφωνίας .

Οι μαρτυρίες που δόθηκαν ήταν αντιφατικές ως προς τη δράση του αλλά και ενδεικτικές για το τι “παίζεται” μέσα στις φυλακές με τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών… Οι κρατούμενοι κατέθεσαν ότι η τιμή της ηρωίνης μέσα στις φυλακές ήταν 180 ευρώ το γραμμάριο και από το ποσό αυτό ο μεσάζων κρατούμενος είχε μίζα 50 ευρώ.

Ακόμα υποστήριξαν ότι ο κρατούμενος που ήθελε να παραγγείλει ένα γραμμάριο ναρκωτικής ουσίας, έπρεπε να παραγγείλει 4 γραμμάρια. Και αυτό γιατί τα τρία γραμμάρια ήταν ο τρόπος πληρωμής για την εισαγωγή της ποσότητας στη φυλακή.

Ανέφεραν μάλιστα και δύο αριθμούς κινητών τηλεφώνων που μπορούσε ο κάθε κρατούμενος να κάνει την παραγγελία των ναρκωτικών της προτίμησης του, υπό τη μορφή Courier.

Κατά άλλη μαρτυρία κρατούμενου, τα ναρκωτικά τα παρήγγειλαν σε Αλβανό εκτός φυλακής και εκείνος τα έστελνε ταχυδρομικά στον συγκεκριμένο σωφρονιστικό υπάλληλο, ο οποίος τα περνούσε μέσα στην φυλακή.

Επίσης, κατατέθηκε ότι ο εν λόγω σωφρονιστικός υπάλληλος διένειμε διάφορα ναρκωτικά σε κρατούμενους (ηρωίνη, χασίσι και χάπια) και ότι είχε ζητήσει συνεργασία με κρατούμενο για τη διακίνηση των ναρκωτικών και ότι προκειμένου να μοιράσει τα ναρκωτικά στα κελιά είχε κάποιο τρόπο που «πάγωνε τις κάμερες ελέγχου» ή έκρυβε τα ναρκωτικά μέσα σε πακέτα από τσιγάρα.

Η προμήθεια του κινητού τηλεφώνου εντός της φυλακής έφτανε τα 2.500 ευρώ, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία.

Αντίθετα, πρώην συνάδελφοί του κατέθεσαν ότι ήταν γνωστή η εξάρτησή του από τα ναρκωτικά, αλλά ουδέποτε υπήρξε πληροφορία ή υποψία ότι έδινε ναρκωτικά σε κρατούμενους. Εξάλλου, λόγω της γνωστής εξάρτησής του, υποστηρίχτηκε ότι κατά την είσοδό του στη φυλακή τον υπέβαλαν σε σε αυστηρούς ελέγχους.

Μάλιστα ο ίδιος ο σωφρονιστικός υπάλληλος υποστήριξε ότι είχε ζητήσει από το διευθυντή της φυλακής να τοποθετηθεί σε γραφείο για να μην έρχεται σε επαφή με τους κρατούμενους καθώς και για να βελτιωθεί η ψυχολογική του κατάσταση η οποία δεν ήταν καλή.