Συμβούλιο της Επικρατείας: Τέλος σε ελέγχους τραπεζικών λογαριασμών μετά την 5ετία

Τέλος στην άνοιγμα και τον έλεγχο τραπεζικών λογαριασμών, μετά την συμπλήρωση πενταετίας, στο πλαίσιο φορολογικών ελέγχων βάζει το ΣτΕ. Στον αέρα χιλιάδες εκκρεμείς έλεγχοι αλλά και καταλογισμοί φόρων που είχαν δρομολογηθεί τα τελευταία χρόνια και αφορούσαν τα εκατομμύρια των τραπεζικών καταθέσεων που δεν δικαιολογούνταν από τα δηλωθέντα εισοδήματα..

Όπως αποφάνθηκε σήμερα το Συμβούλιο της Επικρατείας, οι κινήσεις και τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών στην Ελλάδα, δεν αποτελούν ,μετά την πενταετία, συμπληρωματικά στοιχεία για φορολογικούς ελέγχους και καταλογισμούς, γιατί έχει επέλθει παραγραφή.

Το ΣτΕ έκρινε το θέμα ε αφορμή υπόθεση ελέγχου επιχειρηματία, για την επταετία (2001-2008) και οποίος είχε προσφύγει σχετικά καθώς η αρμόδια ΔΟΥ έλαβε υπόψη τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών ως συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν στην διάθεση της μετά την πάροδο 5ετίας.

Συγκεκριμένα, οι σύμβουλοι Επικρατείας αναφέρουν στην εν λόγω απόφασή τους ότι «δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν, είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια, ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο».

Δεν θα ήθελα να κάνω κάποιο σχόλιο πριν δούμε το πλήρες κείμενο, Είναι σίγουρο ότι θα μας βάλει σε ένα νέο κύκλο ανασχεδιασμού. δήλωσε ο διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Γιώργος Πιτσιλής, μιλώντας στο 9ο Thessaloniki Tax Forum,για την επίμαχη απόφαση.

Το σκεπτικό του ΣτΕ

Αναφέρουν οι δικαστές στο σκεπτικό τους :

«Μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, ο οποίος πρέπει να διενεργείται, κατ΄ αρχήν, εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 παρ. 1 πενταετίας, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Τούτων έπεται, ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή, δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ΄ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ».

«Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν “συμπληρωματικά στοιχεία”, ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ΄ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών».

«Υπό το φως της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επισημαίνεται στην απόφαση, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης της περίπτωσης β της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του ΚΦΕ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περίπτωση β του ΚΦΕ, περί δεκαετούς παραγραφής, εάν η ανακρίβεια της δήλωσης αποδεικνύεται, κατά την εκτίμηση της φορολογικής αρχής, βάσει στοιχείων για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή» και προσθέτουν:

«Η διάρκεια της παραγραφής πρέπει να καθορίζεται εκ των προτέρων, ενώ μεταβολή της με την πρόβλεψη επιμηκύνσεως είναι δυνατή μόνον υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου 78 του Συντάγματος, δηλαδή με διάταξη θεσπιζόμενη το αργότερο το έτος που έπεται εκείνου στο οποίο ανάγεται η φορολογική υποχρέωση.

Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί παρατάσεως χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεως του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτό αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων».

Ετικέτες