Πρόσωπο

Συνέντευξη με τη συγγραφέα παιδικών βιβλίων Μαρία Παπαγιάννη: «Να είσαι έξω στη ζωή, να μην απομονώνεσαι»

Η Μαρία Παπαγιάννη είναι αυτό που φαίνεται και στα βιβλία της. Μια γυναίκα με απίστευτη γλυκύτητα, ευαισθησία αλλά συνάμα ένας πολίτης σκεπτόμενος και πολιτικοποιημένος. 

Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι η συγγραφέας Μαρία Παπαγιάννη είναι υποψήφια για το σημαντικό βραβείο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν του 2020 το οποίο απονέμεται για το συνολικό έργο και την ουσιαστική συμβολή του εκάστοτε συγγραφέα στην παιδική λογοτεχνία. Τα βιβλία της των τελευταίων –σχεδόν- είκοσι χρόνων ξεχωρίζουν τόσο για την μαγευτική γραφή τους που δανείζεται στοιχεία από τα παραδοσιακά παραμύθια και γιατί μέσα από αυτά δεν στοχεύει να «χαϊδέψει» τους μικρούς της αναγνώστες αλλά να τους δώσει ένα ανάγνωσμα που θα αποτελέσει σπόρο για «ένα δυνατό άνθρωπο και σπουδαίο πολίτη που να μπορεί να επιλέγει το καλό».

Να ξεκινήσουμε τη συζήτηση μας με το ευχάριστο νέο της υποψηφιότητάς σου.

Χάρηκα πολύ που με πρότεινε ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου (ΙΒΒΥ), γιατί ήρθε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου. Ο Θάνος (σσ: Μικρούτσικος, σύζυγος της κ. Παπαγιάννη) με έπεισε να το δεχτώ. Το ότι μου έγινε αυτή η πρόταση ήρθε να μου θυμίσει αυτό που γράφω εγώ στα παραμύθια μου: «πάντα υπάρχει μια αισιόδοξη ματιά και δεν πρέπει ποτέ να σταματήσουμε να κάνουμε νέα όνειρα. Μέσα σε μια μέρα χωράνε όλα. Και το σκοτάδι και το φως».

Να σε πάω πίσω. Τι κρατάς από τα παιδικά σου χρόνια στη Λάρισα;

Πάρα πολλά. Ενα μεγάλο κομμάτι αυτού που είμαι τώρα το οφείλω σε αυτήν την περίοδο. Είχα πάρα πολύ ωραία παιδικά χρόνια. Μεγάλωσα σε μια μεγάλη οικογένεια πολιτικοποιημένη, αριστερή από τους παππούδες, με τις πόρτες ανοιχτές, καθημερινά τραπέζια κι εμείς οι μικροί να συμμετέχουμε και να ακούμε. Εκεί ανακάλυψα τη δύναμη των ιστοριών και οτι μπορούν να προκαλούν θαύματα - αλλά και κλάματα. Ο μπαμπάς μου μου έλεγε ιστορίες και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι στη μικρή μας πόλη συνέβαιναν όλα τα θαύματα. Μεγάλωσα περιμένοντας κάθε μέρα μια νέα έκπληξη. Είχα πολλά ξαδέρφια, όλα ψάχνονταν, διαβάζανε. Μάθαινα από αυτούς για βιβλία, ταινίες και με υποψιάζανε πολιτικά. Τότε τα παιδιά μιλούσαμε πολύ μεταξύ μας.

Πότε αρχίζει να δημιουργείς τις δικές σου ιστορίες;

Πολύ μικρή, νομίζω από μωρό ακόμα. Εφτιαχνα για το καθετί μια ιστορία. Ηταν ο τρόπος που είχα βρει ώστε να αντιλαμβάνομαι την καθημερινότητα, τα πράγματα που δεν μπορούσα να εξηγήσω, ή ό,τι με θύμωνε. Μπορεί να τιμωρούσα έναν δάσκαλο. Θυμάμαι έναν διευθυντή που μου είχε δώσει μια σφαλιάρα κι έκανα τρελά σενάρια γιατί μπορεί να είναι τόσο θυμωμένος. Μέσα στα χαρτιά μου βρίσκω ημερολόγια που έγραφα, τα πρώτα ερωτικά γράμματα. Μάλιστα έγραφα και αυτά των φιλενάδων μου. Ημουν επαγγελματίας γραφιάς (γέλια).

Πριν ασχοληθείς επαγγελματικά με τη συγγραφή, πέρασες και από το χώρο της δημοσιογραφίας.

Ναι. Σπούδασα Φιλοσοφική στη Θεσσαλονίκη. Πολύ ωραία χρόνια κι εκεί. Είδες, τώρα μιλώντας μαζί σου θυμάμαι ότι τελικά πέρασα καλά στη ζωή μου. Παρέες, ξενύχτια, διαβάσματα, μουσικές, ταξίδια. Μετά ήθελα να ζήσω και λίγο την Αθήνα. Ψάχνοντας δουλειά μπήκα στη δημοσιογραφία. Κόλλησα, μου άρεσε παρόλο που με ένα παπί έτρεχα σε πεντακόσια διαφορετικά μέσα για ένα ελάχιστο ποσό. Το 1993 όταν ο Θάνος έγινε υπουργός πέρασα μια πολύ μεγάλη περίοδο εσωστρέφειας. Ηταν μεγάλο χτύπημα. Είχα εντελώς αντιεξουσιαστική σχέση με τα πράγματα. Τον είχα ερωτευτεί τρελό συνθέτη και μετά προέκυψε υπουργός με γραβάτα! Εκ των υστέρων βέβαια ξέρω ότι άφησε εξαιρετικό έργο. Αρχισα λοιπόν να μαζεύομαι γιατί δεν ήθελα να θεωρήσουν ότι έπαιρνα θέματα λόγω της θέσης του Θάνου. Τότε τόλμησα να στείλω το πρώτο κείμενό μου σε εκδοτικό οίκο, τον Πατάκη, και βγήκε το «Καληνύχτα μαμά». Δεν το πίστευα ότι θα καταφέρω να γίνω συγγραφέας, μου φαινόταν άπιαστο όνειρο. Είχα τέτοιο δέος για τους μεγάλους συγγραφείς που σχεδόν ντρεπόμουν να σκεφτώ ότι θα το κάνω.

Γιατί γράφεις για παιδιά;

Η παιδική λογοτεχνία πάντα με αφορούσε. Ακόμα και στο Πανεπιστήμιο διάβαζα Ζέη, Σαρρή, Καλιότσο. Και όταν ξεκινούσα να γράφω το έκανα πάντα μέσα από τη ματιά ενός παιδιού. Ελπίζω να μην έχω το σύνδρομο του Πίτερ Παν (γέλια). Ο τρόπος που έχουν τα παιδιά να μεταφέρονται από τον έναν κόσμο στον άλλο, είναι για μένα ο τρόπος να ζω. Με δυσκολεύουν πολύ κάποια πράγματα και εάν δεν έχω ανοιχτή την πόρτα για να μπω στη φαντασία, δεν μπορώ να τα λύσω.

Στις ιστορίες σου παντρεύεις τη μαγεία των παραδοσιακών παραμυθιών με σύγχρονα ζητήματα που θέλεις να θέσεις στα παιδιά.

Ναι, το έπιασες τελείως. Αυτό βγαίνει αυθόρμητα. Πολλές φορές μάλιστα όταν μιλάω με κάποιον χρησιμοποιώ ένα μοτίβο παραμυθιού για να εξηγήσω κάτι. Στα τρία μεγάλα βιβλία μου υπάρχουν τέτοιες αφηγήσεις, είτε θρύλοι, είτε παραδοσιακό παραμύθι. Από την άλλη, ο καθένας μας είναι παιδί της εποχής του. Και η φόρμα έχει να κάνει με την εποχή. Δεν με ενδιαφέρει να γράψω ροζουλί ιστορίες. Επειδή προέρχομαι από την Αριστερά η παράδοση για εμάς ήταν ταμπού. Σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω τα παραδοσιακά παραμύθια και τα ερωτεύτηκα, τρελάθηκα. Κατάλαβα πόσο σοφά είναι μέσα στη λιτότητά τους.

Θέλεις μέσα από τα βιβλία σου να διαμορφώσεις δίκαιους πολίτες;

Γι’ αυτό έγραψα και το «Παπούτσια με φτερά». Με ενδιαφέρει πάντα η ουτοπία που πρέπει να κυνηγάμε. Είναι η κοινωνία του Μαρξ; Δεν ξέρω. Σίγουρα, μια κοινωνία που όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Ενας καλός συγγραφέας δεν είναι αυτός που φοράει παντόφλες και ξαπλώνει στον καναπέ του και δεν τον ενδιαφέρει εάν μια γυναίκα προσπαθεί να περάσει τα σύνορα με ένα παιδάκι στην αγκαλιά. Τα παιδιά πιστεύουν σε μια καλύτερη κοινωνία. Στην ηλικία αυτή πιστεύουν ακόμη στη δικαιοσύνη, ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι δίκαιοι. Στα παραμύθια υπάρχει η τιμωρία. Εάν κάποιος κάνει κάτι άσχημο, τιμωρείται. Κανένα παιδάκι δε θα στεναχωρηθεί γι’ αυτόν που τιμωρείται. Τα παιδιά δεν έχουν ακόμα αλλοτριωθεί από την καθημερινότητα, από το νερό που βάζουμε στο κρασί μας για να επιβιώσουμε. Πιστεύουν ότι χρέος του ήρωα είναι -περνώντας όλες τις δυσκολίες- να φτάσει στο καλό. Τα παραμύθια λένε: «ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα». Και τι είναι αυτό το «καλά»; Μια υγιής κοινωνία. Το κοινό που στοιχείο που υπάρχει σε όλα μου τα βιβλία είναι η δυνατότητα που έχει ο καθένας να βοηθήσει για να γίνει αυτός ο κόσμος καλύτερος. Είναι ελιξίριο το να κάνεις ανθρώπους που έχουν αγωνία για τους άλλους. Τότε δε θα είσαι ποτέ μόνος σου. Όταν προσπαθείς να πολεμήσεις για την κοινωνία στην οποία ανήκεις, να την κάνεις καλύτερη, για τα δικαιώματα είσαι ένας πιο ελεύθερος άνθρωπος. Στα παιδιά που έχουμε δώσει το σπόρο μπορώ να αλλάξω τον κόσμο, θα γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.

Όταν μέσα σου και γύρω σου συμβαίνουν γεγονότα που σε μαυρίζουν, πως καταφέρνεις να γράψεις;

Μόνο έτσι λυτρώνομαι. Θυμάμαι η Μάρω Δούκα μου είχε πει κάποτε: «άστο, μη γράφεις για μεγάλους, δεν ξέρεις τι είναι το κακό. Η μάνα σου σε μεγάλωσε αναζητώντας πάντα το καλό». Πάντα πίσω από το κακό ψάχνω να βρω το καλό που κρύβεται. Δεν ξέρω αλήθεια πως το καταφέρνω. Μόνο έτσι γλυκαίνω μέσα μου. Ενας είναι ο τρόπος: να είσαι έξω στη ζωή, να μην απομονώνεσαι.

INFO Το βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη «Πες το με ένα παραμύθι, Οι περιπέτειες του Νιλς» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.