Σύστημα ποινικής δικαιοσύνης εχθρικό προς το θύμα

Με αφορμή την υπόθεση των δημόσιων καταγγελιών Μπεκατώρου χρήσιμο είναι όσοι συλλειτουργούμε στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης να μπορούμε να διατυπώσουμε ορισμένες αλήθειες που νοηματοδοτούν το πολλές φορές στεγνό και ανούσιο γράμμα του νόμου.

Αφορμή το πολυσυζητημένο «γιατί το θυμήθηκε τώρα;» που παρατηρούμε στον δημόσιο διάλογο να απευθύνεται αμέσως ή εμμέσως προς την καταγγέλλουσα.

Ας ξεκινήσουμε με το τι συνιστούν τα καταγγελλόμενα. Με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο νόμος 4637/2019 στο άρθρο 336 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα αυστηροποιήθηκε το πλαίσιο ποινής του εγκλήματος του βιασμού –ήταν η κάθειρξη (5-20 έτη) και πλέον είναι «κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών»– υπό την έννοια ότι αυξήθηκε το κατώτατο όριο της ποινής. Ομως η πραγματικά καινοτόμος μεταρρύθμιση έχει γίνει στον ορισμό της πράξης του βιασμού με την προσθήκη της παραγράφου 4 στο αρ. 336 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία τελείται βιασμός και όταν κάποιος, πέραν των περιπτώσεων χρήσης σωματικής βίας ή απειλής, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος.

Κατά συνέπεια, αν η καταγγελλόμενη πράξη συνέβαινε σήμερα, θα μπορούσε να συγκροτήσει το αδίκημα του βιασμού. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν η καταγγελλόμενη συμπεριφορά είχε και τότε τα στοιχεία αδικήματος, αυτό σήμερα θα είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή.

Αλλο είναι το πραγματικό νόημα της δημόσιας καταγγελίας και άλλα αυτά που θα πρέπει να αναδείξουμε σε απάντηση του δημαγωγικού «γιατί το θυμήθηκε τώρα;».

Πρώτον, το ότι η υπαινισσόμενη αμφισβήτηση της αλήθειας μιας «καθυστερημένης» καταγγελίας για βιασμό ή γενικότερα αδίκημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας αντίκειται στα δεδομένα της επιστήμης. Η βιβλιογραφία και η διεθνής νομολογία καταγράφουν ότι ο παραβάτης (όποιος προσβάλλει κάποιο από τα δικαιώματα περί τη γενετήσια αυτοδιάθεση ενηλίκου ή ανηλίκου, ιδίως καταχρώμενος σχέση εργασιακής ή άλλης εξάρτησης την οποία έχει μαζί του το θύμα) γνωρίζει ή διαισθάνεται, ως αρπακτικό, ότι με τη συμπεριφορά του το θύμα, άντρας αλλά ιδίως γυναίκα, θα αιφνιδιαστεί και οπωσδήποτε θα παγιδευτεί. Το θύμα θα αργήσει να μιλήσει, πολλές φορές χρόνια ολόκληρα.

Δεύτερον, ότι το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης που διαθέτουμε δυστυχώς παρουσιάζεται εχθρικό για το θύμα των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Είναι φτιαγμένο έτσι ώστε μηχανιστικά και για λόγους ιδίως αυτοσυντήρησής του να διανέμει και όχι να απονέμει τη δικαιοδοτική εξουσία που κατά δημοκρατική νομιμοποίηση κατ’ αποκλειστικότητα του έχει ανατεθεί (παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις, συνηθέστατα το κάνει με μέτρια επιστημονική τεκμηρίωση, αφασικά, εν πολλοίς ανέλεγκτα, ακόμη και επιλεκτικά). Στο πλαίσιο αυτό, το σύστημα διανέμοντας δικαιοσύνη αναπτύσσει ορισμένες εξωνομικές και αντιεπιστημονικές εφαρμοστικές περί τον νόμο αντιλήψεις, τις οποίες χειρίζεται για να «κάνει τη δουλειά του».

Μια από αυτές τις εφαρμοστικές λογικές, πιθανόν η πιο νοσηρή, γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση τα τελευταία περίπου 20 χρόνια: είναι η βίαιη μετατόπιση στο θύμα της κοινωνικής ευθύνης για το αδίκημα το οποίο το ίδιο υπέστη. Είναι αυτό το «και γιατί το λες τώρα;», που συναρτάται άρρηκτα, στην ουσία γίνεται συνώνυμο, με το «εσύ φταις γι’ αυτό που ισχυρίζεσαι ότι σου συνέβη – και σιγά μην μπορέσεις να αποδείξεις ότι σου συνέβη». Για την ακρίβεια γίνεται ένα «προσπάθησε να αποδείξεις ότι αυτό που ισχυρίζεσαι σου συνέβη και θα μας βρεις –εμάς, το ΣΠΔ– απέναντί σου και δεν έχεις ιδέα τι σε περιμένει».

Στα αδικήματα αυτά το θύμα θα υποχρεωθεί το ίδιο να σταθμίσει αν θα αντιδράσει, ζυγίζοντας τις συνέπειες που θα έχει γι’ αυτό η αποκάλυψη ενός δυσαπόδεικτου γεγονότος σε προσωπικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο. Αν εν προκειμένω η καταγγέλλουσα ακολουθούσε ακόμη και με ευλάβεια τη δικαστική οδό, αν έβρισκε το σθένος και τα χρήματα να το κάνει, αν άντεχε στις ασφυκτικές πιέσεις να ανακαλέσει τα καταγγελλόμενα, με ανταλλάγματα, με απειλές ή και χωρίς (κάτι το οποίο αν κανείς δεν είναι υποκριτής πρέπει να καταθέσει ότι τουλάχιστον επιχειρείται, στις περιπτώσεις αυτές), πολύ πιθανό έπειτα από περίπου δέκα χρόνια (δηλαδή γύρω στο 2008) να έβλεπε τον καταγγελλόμενο να αθωώνεται λόγω αμφιβολιών, χωρίς η ίδια ούτε μέρα να είχε ξεφορτωθεί το στίγμα «τα ’θελε, αν δεν ήθελε, ας έλεγε όχι», το οποίο καθ’ όλη αυτήν τη διάρκεια πιθανολογείται έντονα ότι θα θόλωνε, αν όχι δηλητηρίαζε, την αντιμετώπισή της από όλους τους κόμβους του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Και τρίτον, ότι τα διακυβεύματα που έχει θέσει στον Ελληνα δικαστή ο νέος Ποινικός Κώδικας, ειδικά για τα εγκλήματα περί γενετήσιας ελευθερίας, είναι άλλα και μάλιστα σοβαρά: μπορεί στον βιασμό να αυστηροποίησε το πλαίσιο ποινής και να περιέλαβε στην αντικειμενική του υπόσταση και πράξεις που δεν περιλαμβάνουν βία ή απειλή, όμως, σε άλλα άρθρα, αντικαθιστώντας την έννοια της «ασελγούς πράξης» με τον όρο «γενετήσια πράξη» και τιμωρώντας ως πλημμελήματα όλες τις οριζόμενες ως «γενετήσιου χαρακτήρα» πράξεις, αφήνει ένα τεράστιο πεδίο για ήπια μεταχείριση των λεγόμενων «σεξουαλικών παραβατών». Αγνοώντας το από πολλές έρευνες αποδεδειγμένο, ότι αποτρεπτικά για τον υποψήφιο δράστη δεν λειτουργεί μια ονομαστικά αυστηρή ποινή, αλλά η συνολική αίσθηση που αποκομίζει για το αν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης που θα τον διώξει είναι ικανό, ταχύ και του αφήνει ελάχιστα περιθώρια ελιγμών.

O Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι δικηγόρος Αθηνών, δρ Εγκληματολογίας

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.