Φιλολογικές σελίδες

Τα φιλολογικά περιοδικά της Αριστερής Αντιπολίτευσης στην Ελλάδα του μεσοπολέμου (1927-1934)

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Η Ελληνική» (28 Νοεμβρίου 1929) με αναλυτικό ρεπορτάζ για τη φοιτητική εξέγερση στην Αθήνα

Τέλη του 1929 στην Αθήνα οι φοιτητές ξεκινούν μεγάλη απεργία που θα κρατήσει σχεδόν πενήντα μέρες και θα συνοδευτεί με καταλήψεις και καθημερινές μάχες στους δρόμους.

«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με όλες τις ένοπλες δυνάμεις» αναφέρουν σε επιστολή που έστειλαν στο εξωτερικό. «Καθημερινές μάχες στους δρόμους ανάμεσα στους φοιτητές και την αστυνομία. Πολλοί τραυματίες μέχρι τώρα. Το πανεπιστήμιο κατελήφθη από τον στρατό. Οι φυλακές γέμισαν φοιτητές. Είκοσι σύντροφοί μας ξεκίνησαν απεργία πείνας και βρίσκονται αντιμέτωποι με τον θάνατο».Τις ίδιες μέρες μια ομάδα ανθρώπων συγκεντρώνεται καθημερινά στο Καφενείο των Παρισίων, σε μια από τις παρόδους της οδού Βουλής. Ο Δημήτρης Γιωτόπουλος, ο ηθοποιός Γιώργος Βιτσώρης, τριαντάρηδες, οι φοιτητές τότε Αγγελος Προκοπίου, Πίνδαρος Μπρεδήμας και άλλοι. Μόνο που αυτή η ομάδα δεν κουβεντιάζει φιλολογικά ζητήματα. Κατευθύνει την απεργία. Οι φοιτητές της ομάδας βρίσκονται στην κεφαλή της απεργίας, ο Γιωτόπουλος είναι ο ηγέτης της αρχειομαρξιστικής οργάνωσης ΚΟΜΛΕΑ και ο Βιτσώρης επιφορτισμένος με την καθοδήγηση της απεργίας.

E=mc2 σημαίνει... αλληλεγγύη στους φοιτητές

Με την καθοδήγηση του Βιτσώρη οι φοιτητές διεθνοποίησαν τον αγώνα και πέτυχαν την παρέμβαση ακόμη και του Αλμπερτ Αϊνστάιν. Σε επιστολές που έστειλε ο μεγάλος επιστήμονας στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και στη σύγκλητο του Πανεπιστημίου της Αθήνας διαμαρτύρεται έντονα για την αποβολή των φοιτητών «που αγωνίστηκαν για τα πολιτικά τους φρονήματα» και ζητάει την επανεγγραφή τους στο πανεπιστήμιο. Στα αρχεία του Τρότσκι υπάρχει χειρόγραφο με μεταφρασμένη στα γαλλικά ανακοίνωση της απεργιακής επιτροπής των φοιτητών. Αναγνωρίζεται εύκολα ο γραφικός χαρακτήρας του Βιτσώρη.

Ο Παναγιώτης Νούτσος στο έργο του για τη σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα σημειώνει πως η αίγλη των αρχειομαρξιστών στην Ελλάδα αυξάνει λόγω τόσο του ηγετικού ρόλου που παίζουν στη μεγάλη απεργία των φοιτητών του 1929 όσο και του γεγονότος ότι αποτελούν το ελληνικό τμήμα της «διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης». Και αυτή η αίγλη αντανακλάται «σε κύκλους νέων διανοουμένων, ιδίως λογοτεχνών ή κριτικών της λογοτεχνίας που αυτονομούνται από τους ασφυκτικούς “Κανόνες” των συναφών “μετωπικών” περιοδικών του ΚΚΕ...».

Για την πολιτική δράση των αρχειομαρξιστών γνωρίζουμε κάποια πράγματα. Για τη δράση τους στον καλλιτεχνικό χώρο σχεδόν τίποτε. Αυτή η αναφορά επικεντρώνεται στα λογοτεχνικά περιοδικά που κυκλοφόρησαν την περίοδο του μεσοπολέμου επηρεασμένα από την Αριστερή Αντιπολίτευση της οποίας ηγούνταν ο Λέον Τρότσκι.

Λογοτεχνική Επιθεώρηση

Μηνιαίο φύλλο κριτικής και τέχνης

Κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1927. Επιμέλεια ύλης έκανε ο Κύπριος κριτικός λογοτεχνίας και θεάτρου, μεταφραστής και δοκιμιογράφος (Αι)Μίλιος Χουρμούζιος. Το περιοδικό δηλώνει ότι έχει στόχο να συγκεντρώσει στις σελίδες του «ό,τι καλό και νέο έχει να επιδείξει η Νεοελληνική Λογοτεχνία».

Μετά το εισαγωγικό σημείωμα του εκδότη στο πρώτο τεύχος, το κείμενο που «ανοίγει» το περιοδικό είναι το ποίημα ενός άγνωστου τότε νέου Κύπριου ποιητή, του Λεωνίδα Παυλίδη. Το ποίημα με τίτλο «Επανάσταση» αναφέρεται στη σοβιετική επανάσταση και έχει προμετωπίδα τη φράση του Λέοντος Τρότσκι «Χρειάζονται στήθη γερά για να δεχτούν άφοβα τον κατάψυχρο βοριά της Επανάστασης». Στο δεύτερο τεύχος δημοσιεύεται ένα μέρος από το έργο του Λ. Τρότσκι «Λογοτεχνία και επανάσταση».

Λυτρωμός

Μηνιαίο φιλολογικό περιοδικό

Κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 1933. Διευθυνόταν από συντακτική επιτροπή ενώ ως υπεύθυνος εμφανιζόταν ο νεαρός ποιητής και κριτικός Γεώργιος Μυλωνογιάννης. Στη συντακτική επιτροπή υπήρχε μεγάλη τροτσκιστική ομάδα στην οποία ανήκε ο Βάσος Βαρίκας. Συνεργάτες ήταν ο Τεύκρος Ανθίας, ο Ορέστης Λάσκος και άλλοι. Η καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χριστίνα Ντούνια αναφέρει ότι ο «Λυτρωμός» «συγκεντρώνει κυρίως νέους διανοούμενους και λογοτέχνες που επηρεάζονται από αρχειομαρξιστικούς και τροτσκιστικούς κύκλους», ενώ το αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» κατηγορεί ανοιχτά τον «Λυτρωμό» ως συγκαλυμμένη επιχείρηση του «αρχειοφασισμού» να διασπάσει το επαναστατικό κίνημα («Λογοτεχνία και πολιτική στον μεσοπόλεμο. Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Αριστεράς 1924-1936», διδακτορική διατριβή της Χριστίνας Ντούνια).

Στο τέταρτο τεύχος του «Λυτρωμού» δημοσιεύεται ένα κεφάλαιο από τη «Λογοτεχνία και επανάσταση» του Λέοντος Τρότσκι, ενώ στο επόμενο διπλό τεύχος (5 και 6), που ήταν και το τελευταίο, δημοσιεύεται ένα ακόμη τμήμα από το έργο του Τρότσκι. Αναφέρεται ότι η ανοιχτά τροτσκιστική τοποθέτηση του περιοδικού προκάλεσε διάσπαση στη συντακτική ομάδα και οδήγησε στην παύση της κυκλοφορίας του.

Πολιτικά Φύλλα

Μηνιαία εικονογραφημένη έκδοσις ελέγχου και κριτικής πολιτικής πρωτοπορίας

Κυκλοφόρησε από τον Δεκέμβριο του 1930 έως τον Ιούλιο του 1932. Εκδότης του ήταν ο σοσιαλιστής Ιωάννης Π. Μελάς. Ηταν έντυπο που ξεχώριζε όχι μόνο για το περιεχόμενο αλλά και για την εμφάνισή του. Ενα από τα εξώφυλλά του είχε κάνει ο νεαρότατος τότε χαράκτης Τάσσος. Από τις στήλες του ο Βάσος Βαρίκας (1912-1971) έκανε τη γνωστή αρνητική κριτική στη «Στροφή» του Σεφέρη όταν είχε πρωτοεκδοθεί. Ο Βαρίκας, ξεκινώντας από εδώ, θα εξελιχτεί στον σημαντικότερο κριτικό λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Ηταν από τότε οπαδός του τροτσκιστικού κινήματος και παρέμεινε μέχρι τέλους.

Τον Ιούλιο του 1932 το περιοδικό δημοσίευσε μια συνέντευξη με τον Κώστα Βάρναλη στην οποία ο ποιητής δήλωνε τον θαυμασμό του για τον Τρότσκι. «Ο Τρότσκι είναι ένας από τους εξοχώτερους εγκεφάλους της εποχής. Μεγάλος επαναστάτης, μεγάλος συγγραφέας και μεγάλο ταλέντο». Η δριμεία επίθεση που δέχτηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ τον υποχρέωσε σε μερική ανασκευή των δηλώσεών του. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος το 1934 προσκλήθηκε στο Α΄ Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, στο οποίο υιοθετήθηκε επίσημα ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός».

Οταν τα «Πολιτικά Φύλλα» έκλεισαν, ο Π. Δεμερτζής πανηγύρισε στον «Ριζοσπάστη» (22/8/1932) με μια επιφυλλίδα που είχε τίτλο «Σε χαμένα κορμιά»: «Τα αντεπαναστατικά τροτσκιστικά “Πολιτικά Φύλλα” προτού φτάσει το φθινόπωρο φυλλορρόησαν στο πρώτο φύσημα. Μ’ αρειμάνιο ύφος νταήδων της Πλάκας οι θλιβεροί ‘‘επαναστάτες’’ της αρχειολικβινταριστικής ομάδας του ανεκδιήγητου Μελά στην τελευταία φυλλάδα τους δηλώνουν πως “πίπτουν άοπλα ηττημένα… στο μεγάλο πεδίο της ταξικής τιμής” (γράφτε ατιμίας)».

Νέοι άνθρωποι

Διήγημα – ποίηση – κριτική

Κυκλοφόρησε από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 1930. Εκδότης ήταν ο Ηλ. Ζιώγας. Μοναδική αναφορά γι’ αυτό το περιοδικό βρίσκουμε στον «Ριζοσπάστη» στις 24/2/1930. Στη σελίδα 3 υπάρχει άρθρο με τίτλο «Ξεσκεπάσματα» στο οποίο αναφέρεται πως οι «Νέοι άνθρωποι» βγήκαν για να αντιπαλέψουν τους «Πρωτοπόρους». Και τελειώνει με τη φράση «Φτάνει! Σας γνωρίσαμε! Είστε οι γνωστοί αρχειοφασίστες που κρύβεστε και χύνετε μελάνι σα σουπιές για να θολώσετε τα νερά εκεί που η πραγματική προσπάθεια άρχισε να τα καθαρίζει».

Νέα Επιθεώρηση

Μηνιαία έκδοση

Ιανουάριο του 1928 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της «Νέας Επιθεώρησης» που παρουσιάζεται ως συνέχεια της «Λογοτεχνικής Επιθεώρησης». Εκδότης είναι ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, ο οποίος υπέγραφε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς.

Η «Νέα Επιθεώρηση» είχε δύο περιόδους. Η πρώτη, το 1928-29, όταν κυκλοφορούσε με την έγκριση ή την ανοχή του ΚΚΕ. Συνεργάτες ήταν ο Πέτρος Πικρός, ο Γιάννης Κορδάτος και άλλοι. Στο 8ο τεύχος δημοσιεύεται το κείμενο του Λ. Τρότσκι «Ο φουτουρισμός και το κοινωνικό του περιεχόμενο».

Η έκδοση του περιοδικού διακόπτεται όταν ο Αιμίλιος Χουρμούζιος απειλείται με απέλαση καθώς είχε βρετανική υπηκοότητα. Στο μεταξύ είχε εκδηλώσει τις διαφωνίες του με την επίσημη κομματική γραμμή για την «προλεταριακή τέχνη». Ο Χουρμούζιος επανέρχεται το 1933 εκδίδοντας πάλι το περιοδικό που θα κυκλοφορήσει για δώδεκα μήνες αυτήν τη φορά, από τον Ιούνιο του 1933 έως τον Ιούνιο του 1934. Με τη «Νέα Επιθεώρηση» της δεύτερης περιόδου συνεργάζονται πολλοί λογοτέχνες και διανοούμενοι της πρώτης περιόδου, όπως ο Γιάννης Κορδάτος (που ήταν στο στόχαστρο του ΚΚΕ επειδή είχε δηλώσει «δεν θεωρώ προδότη και αντεπαναστάτη τον Λ. Τρότσκι»), ο Πέτρος Πικρός, η Γαλάτεια Καζαντζάκη και άλλοι.

Οταν επανακυκλοφόρησε η «Νέα Επιθεώρηση», ο «Ριζοσπάστης» (19/10/33) ξέσπασε: «Σαπίζανε στο βούρκο της λησμονιάς ή ανάρια και πού κάνανε καμιά εμφάνιση: άλλοι σαν υμνητές των αντιδραστικών, καθηγητάδων, άλλοι σαν απολογητές –ανοιχτοί ή μισοσκεπασμένοι– του Τρότσκυ. Μα όσο το επαναστατικό κίνημα ανεβαίνει, τόσο αυτοί λυσάνε. Μαζευτήκανε λοιπόν τώρα τελευταία 3-4 πρώην “ηγετίσκοι” (Κορδάτος, Σκλάβος, Παπακωνσταντίνου – διαγραμμένοι δω και χρόνια από το ΚΚΕ για την αντεπαναστατική, τροτσκιστική τους δράση και θεωρία), πήρανε κι άλλον ένα κύριο που ποζάρει κι αυτός για “μαρξιστής” διανοούμενος (Ζευγάς – διαγραμμένος κι αυτός από το ΚΚΕ) και βγάλανε ξανά την παληά “Νέα Επιθεώρηση”».

Στη «Νέα Επιθεώρηση» κατέληξε το 1933 και ο ποιητής Νικήτας Ράντος (Νικόλαος Καλαμάρης), πιο γνωστός ως Νικόλας Κάλας. Ο Νικήτας Ράντος ήταν συνεργάτης των «Νέων Πρωτοπόρων» αλλά προκάλεσε την οργή της ηγεσίας του ΚΚΕ όταν υποστήριξε ανοικτά το ρεύμα του υπερρεαλισμού. Μια σημαντική μορφή της ελληνικής διανόησης, σκόπιμα παραγκωνισμένη για χρόνια.

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.