Τα ηχοτοπία της άδειας Αθήνας

Αν η ανθρώπινη δραστηριότητα σταματούσε, ποιους ήχους θα ακούγαμε στην πόλη;

Αναρωτιέµαι αυτές τις µέρες που περπατώ στο ήσυχο και άδειο κέντρο –περπατούσα µέχρι δικαίως να θεωρηθεί η έρευνά µου άσκοπη µετακίνηση– πώς δηµιουργήσαµε ασυναίσθητα αυτό το θορυβώδες, βίαιο και αφιλόξενο ηχητικό περιβάλλον. Λέω «ασυναίσθητα» γιατί συνειδητά δεν µπορούµε να καταλάβουµε ότι η κάθε πράξη µας, η µετακίνησή µας και τα αντικείµενα που χρησιµοποιούµε παράγουν ήχο. Με αυτό τον τρόπο έχουµε δηµιουργήσει µια ρύπανση (ηχορύπανση) της οποίας το αίτιο είναι συλλογικό. Η ηχητική ρύπανση δεν έχει «πρόσωπο»: ένα µηχανάκι που περνάει, η τηλεόραση από το διπλανό διαµέρισµα, η µουσική από την καφετέρια συµπληρώνουν τα αλλεπάλληλα επίπεδα θορύβου του ηχοτοπίου της πόλης. Η ίδια µας η δραστηριότητα προσθέτει συνεχώς στο ηχητικό τοπίο της Αθήνας εκατοντάδες καινούργιους ήχους κάθε δευτερόλεπτο. Ο ένας ήχος προστίθεται πάνω στον άλλο και όλοι αυτοί οι αµέτρητοι ήχοι δηµιουργούν µια αποπνικτική ατµόσφαιρα. Η βοή της πόλης είναι αποτέλεσµα µιας συλλογικής πράξης βίας. ∆εν φαίνεται και δεν έχει οσµή. Το µυαλό µας «κουρδίζει» στον θόρυβο και ασυναίσθητα αποβάλλει τους ήχους ή τους οικειοποιείται.

Εχω ηχογραφήσει για αρκετά χρόνια πολλά σηµεία της πόλης και σε διαφορετικές συνθήκες. Καθηµερινές δραστηριότητες, γιορτές και πανηγύρια, αγορές και κίνηση. Βρήκα µια καλή ευκαιρία –όσο ακόµη επιτρεπόταν– να ηχογραφήσω το κέντρο της Αθήνας. Ηθελα να απαντήσω σε ένα ερώτηµα που είχα: αν όλα σταµάταγαν σε µια στιγµή, όλες οι δραστηριότητες των ανθρώπων νέκρωναν, τι θα ακούγαµε; Ποιος θα ήταν ο ήχος της πόλης; Θα ακούγαµε πάλι τα πουλιά, τον ήχο του νερού, το θρόισµα των φύλλων;

Ενα δυστοπικό και απόκοσµο τοπίο

Κατεβαίνοντας την άδεια από αυτοκίνητα Βασιλίσσης Σοφίας αισθάνθηκα αρχικά µια ευφορία. Η Αθήνα µου φάνηκε ξαφνικά όµορφη πόλη έτσι όπως ήταν φωτεινή. Σαν κάποιος να την είχε ανάψει και εκείνη σε αναµονή µας περίµενε να επιστρέψουµε σε αυτή. Η άναρχη φωταγωγία µε τα ξεχασµένα µισοαναµµένα χριστουγεννιάτικα λαµπάκια στα δέντρα. Οι δεκάδες πινακίδες που αιωρούνται στην Ερµού· κάποιες αναβοσβήνουν και τρεµοπαίζουν πασχίζοντας να επιβιώσουν ανάµεσα στις νεότερες, τις µεγαλύτερες και τις φωτεινότερες. Οι σβηστές πινακίδες προδίδουν ότι κάποια άλλη κρίση επίσπευσε τον θάνατο των επιχειρήσεων που διαφηµίζουν αλλά και τον δικό τους λίγο αργότερα. Ολα αυτά συνθέτουν ένα δυστοπικό και απόκοσµο τοπίο.

Ο πρώτος ήχος που ακούς είναι οι λάµπες που τρεµοπαίζουν και αναβοσβήνουν, το ρεύµα που τις διαπέρνα σαν ηλεκτροσόκ. Μπορείς να ακούσεις ξεκάθαρα το ρεύµα να περνάει από τους πυλώνες, ένα βουητό από τα ψυγεία των εστιατορίων. Οι ήχοι αυτοί θυµίζουν τα τζιτζίκια το καλοκαίρι σε κάποια εξοχή, τους γρύλους, τη βοή της θάλασσας αργά το βράδυ. Ενας συναγερµός που ακούγεται από µακριά µου θυµίζει τον γκιόνη που ακούω τα καλοκαίρια. Ενα ταξί παρκαρισµένο σε έναν παράδροµο που παίζει δυνατά λαϊκοπόπ µουσική µου φέρνει στον νου κάποια καντίνα σε παραλία το καλοκαίρι. Οπως στέκοµαι µόνος στην Ερµού και ηχογραφώ προσπαθώ να βρω «ισοδύναµα». ∆εν ξέρω γιατί, αλλά ίσως είναι η ανάγκη που έχω να ακούσω πάλι τα πουλιά και το θρόισµα των φύλλων. Ακουσα κάποια δειλά βήµατα και η µόνη ανθρώπινη παρουσία ήταν ένα ζευγάρι που κρατούσε ο ένας το χέρι του άλλου µε άσπρα γάντια. Με γρήγορες κινήσεις µε απέφυγαν και συνέχισαν προς το Σύνταγµα.

Τα ίχνη µιας υπόκωφης αστικής βοής

Κάθε τεχνητός ήχος είναι µια ευκαιρία παραδοχής της αποτυχίας µας να δηµιουργήσουµε ένα περιβάλλον φιλικό προς την ύπαρξή µας. Η απουσία µας εν µέσω καραντίνας κάνει αυτή την αποτυχία ακόµη πιο εµφανή. Σκέφτοµαι ότι αν εγκαταλείπαµε την πόλη τώρα που σταµάτησαν όλα, οι ηλεκτρικές εκκενώσεις θα γίνονταν σιγά σιγά πιο αραιές, οι συναγερµοί θα απενεργοποιούνταν, τα φώτα θα έσβηναν και για µια περίοδο θα υπήρχε ένα απόλυτο ηχητικό κενό.

Ισως έπειτα από δεκάδες χρόνια ο Ιλισός να ξανακυλούσε στους δρόµους της πόλης. Ο Ηριδανός να διέσχιζε την αρχαία αγορά, τα δέντρα να φιλοξενούσαν πάλι πουλιά. Μέχρι τότε, όµως, η απουσία µας δεν θα συµπληρώνεται από την παρουσία της φύσης αλλά από αυτό που τελικά αφήσαµε πίσω, δηλαδή µια υπόκωφη βοή. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας ηχογραφώ τα ξηµερώµατα τα πουλιά από το µπαλκόνι µου στο Μαρούσι µέχρι να ξυπνήσει κάποιος από την απέναντι πολυκατοικία ή να περάσει το σκουπιδιάρικο. Αν κλείσω τα µάτια για µια στιγµή, νιώθω ότι είµαι σε ένα δάσος που ερωτοτροπεί.

Ο Μανώλης Μανουσάκης είναι sound artist και μουσικός

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.