Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Λεξικό

Τα καρντάσια χαλαρώνουν στη φραπεδούπολη

Ενα λεξικό για την ιδιόλεκτο της Θεσσαλονίκης, μια γλωσσική πυξίδα για τον κόσμο του Βορρά.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο χαρακτήρας του Σαλονικιού που ενσάρκωνε ο ∆ηµήτρης Σταρόβας στους «∆έκα µικρούς Μήτσους» του Λάκη Λαζόπουλου επαναλάµβανε τη λέξη «χαλλλαρά» κρατώντας έναν φραπέ στο χέρι αραχτός στη βεράντα µε τον κολλητό του, το πανελλήνιο ήταν πεισµένο ότι η λέξη αυτή είναι εµβληµατική της νοοτροπίας των Θεσσαλονικέων.

Οι Θεσσαλονικείς πράγµατι έλεγαν –και λένε– «χαλλλαρά» εννοώντας «κανένα πρόβληµα», «εύκολα», «στάνταρ», «χωρίς άγχος» και άλλα συναφή, σήµερα όµως περισσότερο από τους ίδιους η λέξη χρησιµοποιείται κυρίως από τους Αθηναίους ως καλαµπούρι και κλισέ για τη Θεσσαλονίκη. Και ακριβώς επειδή έχει γίνει καλαµπούρι και κλισέ, οι Θεσσαλονικείς χρησιµοποιούν το «χαλλλαρά» πολύ λιγότερο –το λένε ειρωνικά αρκετές φορές– ενώ µε την ίδια σηµασία θα ακούσεις πια λέξεις όπως «σβηστά» και «άπλα».

Οι κιµπάρηδες του Βορρά και οι ύπουλοι του Νότου

Αυτές και άλλες γλωσσοκοινωνιολογικές παρατηρήσεις βρίσκουµε στον γλωσσικό οδηγό για τη Θεσσαλονίκη µε τίτλο «Μπαγιάτηδες και χαµουτζήδες» που κυκλοφορεί από τη σειρά «Αργκοναύτες» του εκδοτικού οίκου Αρχείο. Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Χαράλαµπος Α. Μεταξάς, βέρος Σαλονικιός µε ρίζες στην Κωνσταντινούπολη που πλέον ζει στο εξωτερικό και εδώ και τριάντα χρόνια βιοπορίζεται γράφοντας (εργάστηκε παλιότερα στο BBC και στην «Ελευθεροτυπία»). Οµως, όπως µας λέει, έγραψε αυτό το βιβλίο για το κέφι του καθώς προέκυψε µέσα από την ενασχόλησή του µε την αργκό της πόλης.

Οσον αφορά τον τίτλο του, «χαµουτζήδες» αποκαλούν οι Θεσσαλονικείς τους Αθηναίους, που αντί για «κάτω» λένε «χάµω», και «µπαγιάτηδες» είναι το παρατσούκλι που δίνουν µε µια δόση αυτοσαρκασµού οι ίδιοι οι Θεσσαλονικείς, ειδικά οι παλιοί, στον εαυτό τους, που σηµαίνει βέρος Σαλονικιός – η αντίστοιχη σηµασία που έχει στην Αθήνα ο «γκάγκαρος».

Η λέξη «µπαγιάτης» δεν χαρακτηρίζει µόνο την καταγωγή, χαρακτηρίζει και µια νοοτροπία: ο Θεσσαλονικιός θεωρεί τον εαυτό του κιµπάρη και ντόµπρο, είναι δύσπιστος σε πράγµατα µοδάτα και φαντεζί, είναι ράθυµος και αραχτός και κυρίως δεν µπορεί να καταλάβει πώς γίνεται να υπάρχουν άνθρωποι, Αθηναίοι συνήθως, που είναι διατεθειµένοι να οδηγήσουν δεκάδες χιλιόµετρα για να πάνε να φάνε σε ένα τρέντι αλλά αβέβαιης ποιότητας καινούργιο εστιατόριο, ενώ ο ίδιος προτιµά αυτό που ξέρει, ιδανικά κάπου πολύ κοντά στο σπίτι του για να µη χάσει και τον µεσηµεριανό του ύπνο ο οποίος επιβάλλεται και από το βαρύ κλίµα της Θεσσαλονίκης.

Ο χαµουτζής –απαντάται και στο θηλυκό, η χαµουτζού–, αναφέρει ο Χαράλαµπος Μεταξάς, είναι µειωτικός χαρακτηρισµός και κατά τη γνώµη αυτού που χρησιµοποιεί τη λέξη οι χαµουτζήδες είναι µεταξύ άλλων αλαζόνες και ύπουλοι, δεν έχουν κιµπαριλίκι, δεν ξέρουν να φάνε και κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε οι οµάδες της Θεσσαλονίκης να µην πάρουν ποτέ πρωτάθληµα.

Χτύπησα έναν ντουζλαµά ζίνγκα στο µπούκοβο

Στο «Μπαγιάτηδες και χαµουτζήδες» θα βρει κάποιος µια διεξοδική ανάλυση για τις διαφορές που υπάρχουν µεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης στη χρήση λέξεων όπως το «σουβλάκι» και το «καλαµάκι», η «µπουγάτσα», το «τοστ» και το «τυρί», θα βρει λέξεις κοινές στη Θεσσαλονίκη που οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν καταλαβαίνουν, όπως η «όζα» και η «τόνγκα», λέξεις σαλονικιές που έχουν αποκτήσει πια πανελλήνια εµβέλεια, όπως «χαλαρά», «καρντάσι» και «µπουγιουρντί», αλλά και λέξεις νεόκοπες στην πόλη, όπως «ζαρτ», «σβηστά», «τσιµισκάρω», ή λέξεις παλιές που χάνονται, όπως «ολούρµο» και «µπάρα».

Το βιβλίο περιλαµβάνει περίπου 120 λήµµατα, ιδιαιτερότητες της γλώσσας που µιλιέται σήµερα στην πόλη, ιδιαιτερότητες που επιβιώνουν από στόµα σε στόµα και µεταλλάσσονται µε την πάροδο του χρόνου, ιδιαιτερότητες που εξαπλώνονται στη χώρα. Κάτω από κάθε λήµµα δίνεται η σηµασία της λέξης και κάποιες πληροφορίες για τη φόρτισή της. Ακολουθούν τουλάχιστον ένα παράδειγµα για τη χρήση της λέξης και κάποια στοιχεία για την προέλευσή της, την ετυµολογία και την ιστορία της. Τα παραδείγµατα, συχνά γραµµένα µε πολύ χιούµορ, µεταφέρουν τον αναγνώστη στους δρόµους, στα ουζερί, τα γήπεδα και τα σαλόνια της Θεσσαλονίκης, ενώ τα ιστορικά στοιχεία φωτίζουν µνήµες, κάποιες αθέατες πια.

Γιατί είναι αναγκαίος ένας γλωσσικός οδηγός για τη Θεσσαλονίκη; Οπως µας απαντά ο Χαράλαµπος Μεταξάς, «το παχύ λάµδα στη Θεσσαλονίκη –για το οποίο κατά καιρούς γίνονται σχόλια– ή το πώς ανεβοκατεβαίνει η φωνή στην εκφορά του λόγου δεν είναι αυτά που ορίζουν το ιδιόλεκτο της πόλης. Υπάρχουν λέξεις και εκφράσεις, ο ιδιαίτερος τρόπος που χρησιµοποιούν οι Σαλονικιοί τη γλώσσα, που έκρινα ενδιαφέρον να καταγραφούν».

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει παράρτηµα µε λέξεις και φράσεις για τη Θεσσαλονίκη που λέγονται συνήθως από άλλους, όπως «Βούλγαροι», «φραπεδούπολη», «ερωτική πόλη»· ο λόγος που ο συγγραφέας τις συµπεριλαµβάνει είναι, όπως µας εξηγεί, κυρίως για να ξεκαθαριστεί ότι είναι λέξεις που τις λένε οι Αθηναίοι για τους Θεσσαλονικείς, ενώ οι ίδιοι δεν τις χρησιµοποιούν.

Γλωσσικός οδηγός επιβίωσης στη Θεσσαλονίκη

αμπαλαέα = κατάσταση ή άτομο εκτός ελέγχου, σε φάση υστερίας/ιαχή φανατικών οπαδών του ΠΑΟΚ στο γήπεδο

για το Λεμπέτη = τρελός για δέσιμο (το αντίστοιχο που λένε στην Αθήνα για το Δαφνί)

γκαϊλές, ο = στεναχώρια, σκοτούρα, αγωνία

γριές, οι = οι Ηρακλειδείς, οι οπαδοί, οι παίκτες, οι παράγοντες, η διοίκηση του Ηρακλή Θεσσαλονίκης

γύφτοι, οι = οι παοκτσήδες· τους αποκαλούν έτσι κατεξοχήν οι οπαδοί του Αρη

εβραίοι, οι = παίκτες, διοίκηση και οπαδοί του Αρη συλλήβδην (πιο πρόσφατο από τα άλλα προσωνύμιά τους, π.χ. σκουλήκια, ερπετά)

ζάντα = πολύ μεθυσμένος

ζαρτ = αδιαφορώ πλήρως, διώχνω (ρίχνω ζαρτ ή κάνω ζαρτ)

ζίνγκα = τίγκα, ασφυκτικά γεμάτο

καζίκι, το = το ζόρι, μεγάλη νίλα

καρτάλι, το = ο άνθρωπος ο αδίστακτος, ο άρπαγας, κυριολεκτικά είναι ο αετός

κερχανατζής, ο = αχρείο υποκείμενο, κάθαρμα

κιμπάρης, ο = άνθρωπος αξιοπρεπής και γαλαντόμος

κιούσπα, η = πολύ άσχημη γυναίκα, υπονοείται ότι έχει και αμφίβολο ηθικό ποιόν, κυριολεκτικά είναι το κατακάθι που μένει όταν αλέσουμε το σουσάμι ή τα χαρούπια

κλάιν μάιν = πλήρης αδιαφορία ή απαξίωση γι’ αυτό που μόλις ακούσαμε που θεωρούμε ότι στερείται νοήματος και ουσίας

κουμούσια, τα = κολλητές, αχώριστες φίλες/όταν χρησιμοποιείται για άντρες έχει ειρωνικό χαρακτήρα, το αντίστοιχο για κολλητούς είναι τα τακίμια που λέγεται και στην υπόλοιπη Ελλάδα

κουρσούμι, το = ο αργόστροφος, ο βλάκας, κυριολεκτικά είναι το μεταλλικό σφαιρίδιο/μπορεί να σημαίνει και κάτι που κάθεται βαρύ στο στομάχι

ματζίρης, ο = ο τσιγκούνης, ο μικρόκαρδος και στενόμυαλος, ο μίζερος και καρμίρης

μουχαμπέτι, το = το φιλικό, χαλαρό κουβεντολόι

μπαγιάτης, ο = ο γνήσιος, ο βέρος Θεσσαλονικιός

μπαμπάτσικο, το = το ευμέγεθες, το τροφαντό (ο μπαμπάτσικος, η μπαμπάτσικια, το μπαμπάτσικο)

μπίστος, ο = το πέσιμο στο έδαφος, ιδιαίτερα αν είναι θεαματικό

μπουρμπούραγας, ο = άνθρωπος ακατάσχετα φλύαρος, χρησιμοποιείται αποκλειστικά για άντρες

ντεμέκ = τάχα, δήθεν/έχει θέση επιθέτου ή επιρρηματικού προσδιορισμού ή επιρρήματος

ντουγάνι, το = βλάκας και ξεροκέφαλος, ο σκράπας

ντουζλαμάς, ο = ο χοντροκομμένος πατσάς/λέγεται και χοντρό(ς) σε αντιδιαστολή με τον ψιλοκομμένο γνωστό ως «ψιλό» ή απλώς σούπα

όζα, η = το βερνίκι νυχιών

σαβούρντα, η = τρώω σαβούρντα, πέφτω απροσδόκητα και θεαματικά

σασιρμάς, ο = φασαρία, αναστάτωση

σβηστά = εύκολα και σίγουρα, άκοπα

σκέτη μπουγάτσα = απλά και απέριττα, λιτά

σκονάκι, το = αιφνιδιαστικό ξώφαλτσο χτύπημα στον πισινό ανυποψίαστου συμμαθητή (στην Αθήνα λέγεται σαλαμάκι)

σμπόμπα, η = αδικαιολόγητη απουσία μαθητή από σχολείο που γίνεται κρυφά από γονείς, συνήθως την πρώτη ή την τελευταία διδακτική ώρα

σουπεράς, ο = οπαδός του Αρη, μέλος του συνδέσμου Super 3

στέλνω την μπάλα στα μνήματα = πετάω την μπάλα στην εξέδρα, αποποιούμαι, αποπροσανατολίζω τη συζήτηση

τερμπιές, ο = πρόγραμμα, πειθαρχία, κανόνας (βάζω τερμπιέ)

τζιτζιλόνι, το = κάτι πολύ ωραίο, εξαιρετικής ποιότητας

τομπουρλίκα, η = γυναίκα ευχάριστα στρουμπουλή

Τούμπα λίμπρε = το κλασικό pre-game ποτό νεαρών οπαδών του ΠΑΟΚ ειδικά της Θύρας 4 (ρετσίνα Μαλαματίνα και κόκα κόλα σε αναλογία 3 προς 1)

τσαΐρια, τα = τα λιβάδια, τα βοσκοτόπια (πάει στα τσαΐρια = εκδράμει / τσαϊράδα = εκδρομή / είναι για τα τσαΐρια = δεν είναι για κόσμο, για τα σαλόνια)

τσαμούρια, τα = οπαδοί του Απόλλωνα Καλαμαριάς

τσιβί, το = μεγάλη δυσκολία, το ζόρι

τυρί, το = αυτό που στην υπόλοιπη Ελλάδα λέγεται φέτα

φούιτ, το = τρύπα στο λάστιχο, ιδιαίτερα στη σαμπρέλα του ποδηλάτου

χαμουτζής, ο = ο κάτοικος της Αθήνας

χασπί = μη μιλάς, σκασμός, βούλωσ’ το

ψειρίμπασης, ο = ειρωνικός χαρακτηρισμός ανθρώπου που παριστάνει τον σπουδαίο

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.