Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper
Εντυπωσιακές μεταμορφώσεις

Τα σχολεία… αλλιώς

24 σχολεία της πρωτεύουσας μεταμορφώθηκαν ακούγοντας τις ανάγκες των 3.700 μαθητών και εκπαιδευτικών, αλλά και οι ίδιοι μαθητές συμμετείχαν σε πρωτοποριακές κατασκευές που έφτιαξαν για το σχολείο τους.

Το 13ο Δημοτικό Σχολείο στο Μετς στην Αθήνα έχει πλέον πολλούς λόγους για να είναι περήφανο. Μέσα σε λίγους μήνες οι αρχιτέκτονες του προγράμματος «Ετσι μαθαίνω καλύτερα» (ΕΜΚ) έκαναν τον χώρο του προαύλιου και τις αίθουσες πιο ασφαλή, πιο καλαίσθητα και πιο λειτουργικά για τους μαθητές. Στο σχολείο μάς ξενάγησαν οι αρχιτεκτόνισσες Ουρανία Αλτουβά και Νέλυ Παλαιογιάννη, που κατέθεσαν τις ιδέες, τις γνώσεις τους αλλά και την καρδιά τους ώστε να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες μάθησης για εκατοντάδες παιδιά εντός των ορίων του δήμου της Αθήνας. Πλέον η πρώτη φάση του ΕΜΚ –που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Εργαστήριο Μεταβαλλόμενων Ευφυών Περιβαλλόντων του Πολυτεχνείου Κρήτης (TUC TIE Lab) με την υποστήριξη του Athens Partnership και τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος– έχει ολοκληρωθεί και τώρα αναζητείται χρηματοδότηση για την επέκτασή του.

Ας δούμε πως λειτούργησε το πρόγραμμα, το οποίο υλοποιήθηκε σε σχολεία όλων των βαθμίδων, από βρεφοκομεία μέχρι λύκεια. Το ΕΜΚ απαρτίζεται από δύο μέρη: πρώτον, τις μεγάλης κλίμακας αλλαγές, δηλαδή αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις και τεχνικές εργασίες ανακαίνισης, με τις οποίες αναδιαμορφώνονται συνολικά οι κτιριακές εγκαταστάσεις των σχολείων. Για παράδειγμα στο συγκεκριμένο σχολείο που επισκεφτήκαμε τα προβλήματα ήταν ποικίλα, όπως μας εξήγησε η κ. Αλτουβά: «Η πυλωτή είχε εκκωφαντικό αντίλαλο λόγω του μπετόν, τα μαρμάρινα δάπεδα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα και υπήρχαν μόνο πλαστικές τέντες για να κόβουν τον υπερβολικό αέρα. Επιπλέον η καθαριότητα –ειδικά στις τουαλέτες– ήταν κάτι που μας υπέδειξαν τα παιδιά σε όλα τα σχολεία. Ολα αυτά τα διορθώσαμε. Στο σχολείο το θέατρο βρισκόταν στον ίδιο χώρο με μια τάξη. Εμείς φτιάξαμε ξεχωριστή αίθουσα. Και το πολύ σημαντικό, δημιουργήσαμε ειδική αίθουσα-τμήμα ένταξης για τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, που δεν υπήρχε πριν». Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες αυτές οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα σε σχέση με τον όγκο τους.

Το άλλο σκέλος τους προγράμματος είναι οι «Εκπαιδότοποι». Πρόκειται για δράσεις στις οποίες συμμετείχαν ενεργά οι ίδιοι οι μαθητές και μέσα από τις οποίες παράχθηκε εκπαιδευτικός εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε στα σχολεία. Τα παιδιά είχαν τη δυνατότητα να ζήσουν μια διαφορετική εμπειρία δημιουργίας σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας τον νέο αυτό εξοπλισμό με τη βοήθεια των ερευνητών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι εκπαιδότοποι των μαθητών γυμνασίου και λυκείου, οι οποίοι έκαναν κατασκευές που απαιτούσαν γνώσεις τεχνολογίας αλλά και ξυλουργικές εργασίες για το σχολείο τους. Οπως μας είπαν, τα παιδιά πήγαιναν ακόμη και μετά το μάθημα, ακόμη και μετά τις πανελλήνιες εξετάσεις, για να ασχοληθούν με όλα αυτά. Η Ν. Παλαιογιάννη αναλύει τη φιλοσοφία πίσω από τους εκπαιδότοπους: «Μελετήσαμε τα αντικείμενα σε όλη τους τη σύνθεση. Γιατί και πώς φτιάχνουμε κάτι, πώς χρησιμοποιείται, πώς προσαρμόζεται στην ανάγκη μας. Ετσι δημιουργείται μια maker culture στο παιδί γιατί θα προσπαθήσει να φτιάξει κάτι μόνο του, να πειραματιστεί, να δει πού και γιατί απέτυχε, να το ξαναφτιάξει».

Αυτό που κάνει το πρόγραμμα να ξεχωρίζει είναι ότι η γνώμη και οι ανάγκες των ίδιων των παιδιών (μέσω συνεντεύξεων και ερωτηματολόγιων) προσδιόρισαν σε μεγάλο βαθμό τις αλλαγές που εφαρμόστηκαν σε κάθε σχολείο. Η Μαριάνθη Λιάπη (project manager του ΕΜΚ και υπεύθυνη διαχείρισης ερευνητικών προγραμμάτων του TUC TIE Lab) μας μεταφέρει τη δική της επίγευση μιλώντας στο Documento: «Αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ είναι η επίδραση που είχε το έργο στα παιδιά. Η αλλαγή που ζήσαμε μαζί τους από την πρώτη φορά που μπήκαμε σε ένα σχολείο μέχρι το τελευταίο workshop που τρέξαμε. Τα παιδιά δεν έμειναν στον στιγμιαίο ενθουσιασμό αλλά τον εξέλιξαν σε ενδιαφέρον, συμμετοχή, πρωτοβουλία, δημιουργία και επιθυμία για συνέχεια».

Οι εκπαιδευτικοί αποτέλεσαν κρίσιμο παράγοντα σε όλη αυτήν τη διαδικασία. «Αυτό που επιδιώκουμε είναι να αναδείξουμε τρόπους με τους οποίους ο χώρος μάθησης μπορεί να γίνει ενεργό κομμάτι της εκπαιδευτικής διαδικασίας και να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο που θα εμπλουτίσει την καθημερινότητα των εκπαιδευτικών. Βέβαια η ίδια η σχολική κοινότητα δεν είχε συνηθίσει σε προγράμματα που θέλουν την άμεση, ενεργή συμμετοχή της. Χρειάστηκε χρόνος για να το ξεπεράσουμε αυτό και να νιώσουν οι εκπαιδευτικοί ισότιμοι συνεργάτες». Και βέβαια σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι σύλλογοι γονέων, καθώς ο ενθουσιασμός που επέδειξαν αποτέλεσε κρίσιμο κριτήριο για την επίτευξη της συμμετοχικής διαδικασίας του προγράμματος.

Ολα τα παραπάνω παραπέμπουν σε εκπαιδευτικά μοντέλα βορειοευρωπαϊκών χωρών όπου τα μέλη της σχολικής κοινότητας νιώθουν σαν δικό τους τον χώρο του σχολείου και τον αντιμετωπίζουν δημιουργικά. Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και στην ελληνική πραγματικότητα; Η κ. Λιάπη καταθέτει την άποψή της: «Οταν μπαίνεις στη διαδικασία να σκεφτείς για έναν χώρο, να συζητήσεις ως μέλος μιας ομάδας γι’ αυτόν, να παρατηρήσεις, να σχεδιάσεις και να κατασκευάσεις κάτι γι’ αυτόν, είναι φυσικό επακόλουθο να νιώσεις ότι μετασχηματίζεται από απλό χώρο σε δικό σου τόπο. Ωστόσο οποιαδήποτε αλλαγή ή αναθεώρηση του συνόλου που ονομάζουμε εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να γίνει μέσα από μια ταυτόχρονη top-down (από την κορυφή) και bottom-up (από τη βάση) προσέγγιση και είναι σταδιακή και συμμετοχική με τη συνδρομή των ανθρώπων που το βιώνουν καθημερινά». 

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.