Εικαστικά

Tατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη: «Η τέχνη είναι χώρος εξουσίας»

Η Tατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη στην γκαλερί Citronne στην Αθήνα

Οι γκαλερί, οι καλλιτέχνες και οι συλλέκτες στη συζήτηση με τη θεωρητικό τέχνης και διευθύντρια της γκαλερί Citronne, Tατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη

Φωτογραφίες Μιχάλης Καραγιάννης / Eurokinissi

Από το 2006 κάθε καλοκαίρι ο Πόρος υποδέχεται μερικές από τις σημαντικότερες εκθέσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών: Λάππας, Ψυχοπαίδης, Σόρογκας, Stephen Antonakos, Αντωνόπουλος, Βαρώτσος, Βέττα, Γιανάκος, Θεοφυλακτόπουλος, Θεοχαράκης, Λίτη, Robert McCabe, Μαντζαβίνος, Μπότσογλου, Ξενάκης, Μαρκ Χατζηπατέρας είναι μερικά από τα ονόματα που έχει φιλοξενήσει η γκαλερί Citronne, που εδώ και λίγους μήνες απέκτησε την «αδερφική» της γκαλερί στην Αθήνα. Εκθέσεις πολύ σημαντικών Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών έχουν καθιερώσει τη Citronne ως ένα από τα σοβαρά ονόματα στον χώρο των γκαλερί. Πίσω από όλες αυτές τις σημαντικές εικαστικές στιγμές βρίσκεται η ιδιοκτήτριά της Tατιάνα Σπινάρη.

Από την ακαδημαϊκή καριέρα στις ΗΠΑ στον Πόρο

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κοζάνη. Ακολούθησαν σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες, master στην Ιστορία της Τέχνης και διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Στη συνέχεια άρχισε την ακαδημαϊκή της καριέρα στο Boston College διδάσκοντας Ιστορία της Τέχνης ενώ παράλληλα διοργάνωνε εκθέσεις στην γκαλερί του Πανεπιστημίου της Βοστόνης. Τότε γνώρισε τον άντρα της, καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο Χάρβαρντ, Σπύρο Πολλάλη. Παρά την επιτυχημένη καριέρα τους και το γεγονός ότι είχαν δημιουργήσει οικογένεια εκεί, αποφασίζουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Εκ των πραγμάτων η ακαδημαϊκή καριέρα της διακόπτεται και οι συγκυρίες την οδηγούν στην ίδρυση της γκαλερί Citronne.

«Τόσα χρόνια στον ακαδημαϊκό χώρο, η επαγγελματική ενασχόληση με την τέχνη ήταν σχεδόν ταμπού· όταν γίνει αυτή η μεταπήδηση δεν υπάρχει επιστροφή» εξομολογείται. Το άνοιγμα της γκαλερί έγινε τυχαία, με την αγορά ενός από τα παλαιότερα σπίτια στον Πόρο, τόπο καταγωγής του συζύγου της, που πλέον στεγάζει την γκαλερί και τη θερινή κατοικία της οικογένειας. «Κατέληξα να έχω μια καλοκαιρινή γκαλερί σε ένα νησί-πέρασμα το οποίο “οικειοποιήθηκα”, γοητευμένη από τα γαλήνια τοπία και τις μνήμες του». Η γκαλερί Citronne, στην παραλία του Πόρου, ξεκίνησε τη λειτουργία της το καλοκαίρι του 2006. Το όνομά της παραπέμπει τόσο στο Λεμονοδάσος, σημείο αναφοράς για το νησί, όσο και στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη. Η τοπική κοινωνία του Πόρου αρχικά αντιμετώπισε το άνοιγμα της γκαλερί με έκπληξη αλλά στην πορεία αγκάλιασε το εγχείρημα. «Οι κάτοικοι έρχονται στα εγκαίνια σαν να είναι μια μεγάλη τοπική γιορτή. Γίνονται επίσης εκπαιδευτικά προγράμματα για τα σχολεία του Πόρου σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου τα τελευταία επτά χρόνια διοργανώνονται εκθέσεις σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών, σε αγαστή αντιστοιχία με τα μουσειακά εκθέματα. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας χώρος τέχνης επιτελεί και εκπαιδευτικό ρόλο».

Η κ. Σπινάρη διαθέτει εμπειρία εκθέσεων από τα χρόνια που ήταν στην πανεπιστημιακή γκαλερί στις ΗΠΑ, έναν μη κερδοσκοπικό χώρο. Κι αυτό έχει μεταλαμπαδευτεί στις εκθέσεις που φιλοξενεί η γκαλερί της, οι οποίες εντάσσονται πάντα σε συγκεκριμένη θεματική. «Ποτέ καμία έκθεση –και το λέω με υπερηφάνεια– δεν προέκυψε από τυχαία έργα σε εργαστήρια καλλιτεχνών». Ποια είναι τότε τα κριτήρια; «Είναι έντιμο να πω ότι το πρώτο κριτήριο είναι καθαρά υποκειμενικό: ποιοι καλλιτέχνες με συγκινούν· ποιοι θεωρώ ως ιστορικός τέχνης ότι είναι σημαντικοί και ότι θα αφήσουν ένα στίγμα στην ιστορία της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα· ποιοι τη συγκεκριμένη περίοδο έχουν ενότητες έργων οι οποίες ανταποκρίνονται στην εκάστοτε θεματική της γκαλερί ή μπορούν να ετοιμάσουν έργα ειδικά για εμάς. Όταν ξεκίνησε η Citronne υπήρχαν αρκετές καλοκαιρινές γκαλερί τις οποίες, όμως, χαρακτήριζε μια σχετική προχειρότητα, συνυφασμένη με τη θερινή ανεμελιά. Εμείς δεν ακολουθήσαμε την πεπατημένη, εκθέσαμε με άλλο κριτήριο. Εξαρχής είχαμε αποφασίσει ότι οι εκθέσεις μας θα έχουν πάντα καλλιτεχνικό εκτόπισμα. Αυτό χαρακτηρίζει τη Citronne του Πόρου» προσθέτει.

Δεκατέσσερα χρόνια, πολλές σημαντικές εκθέσεις… Τη ρωτώ εάν μπορεί να ξεχωρίσει κάποια. «Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να επισημάνω ότι μετά τη δεκαετία η γκαλερί εισήγαγε τη θεματική προσέγγιση σε κάθε εικαστική της περίοδο, με κριτήριο τα σημαντικά και καθοριστικά ερωτήματα της εποχής μας εντός και εκτός Ελλάδας: το Αιγαίο, η μνήμη, τα όρια – φέτος τα “Ίχνη στον χρόνο”. Με αυτό το σκεπτικό θα ξεχωρίσω την έκθεση του Γιώργου Λάππα το 2017, λίγο μετά τον θάνατό του, η οποία επιπροσθέτως είχε ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση για μένα προσωπικά».

Έργα του Γιάννη Ψυχοπαίδη στην γκαλερί Citronne Πόρου, όπου φιλοξενείται η έκθεσή του με τίτλο «Λεμονοδάσος – Ημερολόγια ενός καλοκαιριού»

Πώς διαμορφώνεται η σχέση γκαλερί και καλλιτέχνη

Από τη δράση της γκαλερί Citronne η συζήτηση οδηγείται στην απήχηση των Ελλήνων καλλιτεχνών στη διεθνή εικαστική σκηνή. «Δυστυχώς η σύγχρονη ελληνική τέχνη είναι άγνωστη, με λίγες εξαιρέσεις. Ναι, έχει γίνει έκθεση του Τakis στην Tate Modern στο Λονδίνο και άλλων καλλιτεχνών ελληνικής καταγωγής όπως ο Stephen Antonakos ή η Chryssa. Στην πλειονότητά τους όμως είναι άγνωστοι. Δεν προωθείται η σύγχρονη τέχνη από τους φορείς, όπως θα όφειλαν. Αλλά και εμείς, οι γκαλερί, δεν κάνουμε τις απαραίτητες ενέργειες, δεν προωθούμε συστηματικά με εκθέσεις τους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργαζόμαστε».

Τη ρωτώ γιατί συμβαίνει αυτό και βρίσκει την ευκαιρία να αναφερθεί στις δυσλειτουργίες του χώρου. «Ενα από τα βασικά προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζω ως γκαλερίστα είναι ότι λίγοι καλλιτέχνες εκτιμούν τον ρόλο των γκαλερί. Για να προωθήσεις κάποιον στο εξωτερικό χρειάζεται αποκλειστική συνεργασία. Οι καλλιτέχνες κατά κανόνα μεταπηδούν από τον έναν εκθεσιακό χώρο στον άλλο ή τον παρακάμπτουν και πωλούν έργα απευθείας από τα εργαστήριά τους. Οι γκαλερί τότε διστάζουν να τους προωθήσουν στο εξωτερικό συστηματικά, καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί επαφές, ενέργεια και έξοδα. Υπάρχει και η περίπτωση ορισμένοι να εγκαταλείψουν τελικά την γκαλερί που τους βοήθησε. Είναι επομένως απαραίτητο να αλλάξει η σχέση γκαλερί – καλλιτεχνών, να υπάρξουν εμπιστοσύνη και συνέπεια εκατέρωθεν. Οι γκαλερί πρέπει να παράγουν σοβαρό έργο, γι’ αυτό άλλωστε παίρνουν το ποσοστό τους. Οι καλλιτέχνες από την άλλη πρέπει να έχουν έντιμη συνεργασία, να μην πωλούν τα έργα τους από τα εργαστήριά τους – και μάλιστα σε τιμές χαμηλότερες από τα εκτιθέμενα. Πρέπει, δηλαδή, να διαχειρίζονται τη δουλειά τους με υπευθυνότητα και να έχουν αποκλειστικές συνεργασίες, όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Θα μπορούσα κάλλιστα να οργανώσω εκθέσεις καλλιτεχνών στο εξωτερικό. Αυτό άλλωστε έχει γίνει ήδη δύο φορές στο Παρίσι σε συνεργασία με τη μόνιμη ελληνική αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ και τον τότε πρέσβη, τον καθηγητή Γιώργο Πρεβελάκη, ως συμβολή στην προβληματική του διεθνούς οργανισμού. Παρουσιάσαμε μια ενότητα έργων του Κωνσταντίνου Ξενάκη με τον προφητικό τότε τίτλο “No way out”. Όμως λόγω της υπάρχουσας κατάστασης δεν μπορώ να εξασφαλίσω κάτι μακροπρόθεσμο».

Σημαντικό ρόλο σε όλο το σκηνικό διαδραματίζουν και οι συλλέκτες. «Οι συλλέκτες πρέπει να καταλάβουν ότι το να αγοράσουν κάποιο έργο από έναν καλλιτέχνη σε τιμή ευκαιρίας στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο συμφέρουσα επένδυση. Τα έργα που μένουν στα εργαστήρια δεν είναι πάντα τα καλύτερα· είναι αυτά που δεν έχουν επιλεγεί από την γκαλερί». Υπάρχουν σημαντικοί και σοβαροί συλλέκτες στην Ελλάδα; «Ο τίτλος του συλλέκτη είναι βαρύς. Οι γνήσιοι συλλέκτες είναι ελάχιστοι. Πρέπει να έχουν αφετηρία την αγάπη τους για την τέχνη και όχι απλώς την επένδυση. Υπάρχουν πολλοί που αγοράζουν έργα τέχνης σαν ένα μέσο, ένα διαβατήριο κοινωνικής ανόδου, για λόγους πρεστίζ ή ναρκισσισμού. Νομίζουν δηλαδή ότι έτσι ανέρχονται και προβάλλονται. Η τέχνη είναι χώρος εξουσίας. Άλλοι, καθ’ ομολογίαν τους, είναι συλλέκτες αλλά λειτουργούν σαν έμποροι. Με τον τίτλο του συλλέκτη αγοράζουν έργα τέχνης από τους καλλιτέχνες και στη συνέχεια τα μεταπωλούν. Ορθώς ή μη, θεωρούν ότι ο συλλέκτης επιτυγχάνει χαμηλότερες τιμές απ’ ό,τι ο έμπορος· άρα θα έχουν περιθώριο κέρδους» μου εξηγεί. Με αυτή την κατάσταση επισκιάζεται η ουσιαστική λειτουργία των γκαλερί. «Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος των γκαλερί; Να πωλούν υπερτιμημένα; Προσωπικά ούτε το επιδιώκω ούτε θεωρώ ότι μου αξίζει αυτός ο χαρακτηρισμός».

Κλείνοντας θέλω να ρωτήσω την Τατιάνα Σπινάρη-Πολλάλη κάτι που αποτελεί κοινή μας ανησυχία. Κατά πόσο δίνονται από τις γκαλερί ευκαιρίες και βήμα σε νέους καλλιτέχνες. «Είναι κάτι για το οποίο αισθάνομαι να έχω προσωπικό μερίδιο ευθύνης, γιατί οι καλλιτέχνες που έχουν κάνει εκθέσεις στη Citronne είναι τα μεγάλα ονόματα. Όταν ξεκίνησε η γκαλερί στον Πόρο, αυτό ήταν συνειδητή επιλογή, θέλαμε να χτίσουμε την ταυτότητά μας. Ωστόσο ο χώρος της Αθήνας θέλω να ανοιχτεί σε νέους καλλιτέχνες. Είναι μέρος της δουλειάς μας αλλά και υποχρέωσή μας. Δεν εννοώ ότι θα κάνω συμβιβασμούς. Η δουλειά του νέου καλλιτέχνη πρέπει να είναι δυναμική, σοβαρή και με άποψη. Ένας καλλιτέχνης για να διανύσει σημαντική πορεία πρέπει, εκτός από το ταλέντο του, να διακρίνεται από εργατικότητα και επαγγελματισμό».

Έργο του Γιώργου Λάππα στη Citronne της Αθήνας
ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.