Τερατούργημα Φλωρίδη: Ολοι στη φυλακή ακόμη και για μικροεγκλήματα

Εγκριτοι νομικοί μιλούν στο Documento για την οπισθοδρόμηση που φέρνει στην απονομή δικαιοσύνης το νομοσχέδιο του υπουργείου

Ενα μεσαιωνικό τερατούργημα. Η επιτομή του ποινικού λαϊκισμού, του καιροσκοπισμού και της οπισθοδρόμησης, που τραυματίζει την καρδιά θεμελιωδών εννοιών του δικαίου, απαξιώνει δικαστές και δικηγόρους και καταδεικνύει με τον πλέον περίτρανο τρόπο ότι το μοναδικό που μπορεί να κάνει καλά η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να περιστέλλει δικαιώματα. Ο λόγος, προφανώς, για τις εξαγγελθείσες με τυμπανοκρουσίες νέες αλλαγές σε κομβικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που έχουν εξοργίσει το σύνολο σχεδόν του νομικού κόσμου της χώρας και προοιωνίζονται άμεσες και σφοδρές αντιδράσεις θεσμικών φορέων δικηγόρων και δικαστικών.

Προς τέρψιν του φοβισμένου και ακροδεξιού ακροατηρίου, με το πρόσχημα ότι με τις συγκεκριμένες αλλαγές θα χτυπηθεί η μεγαλύτερη παθογένεια της ελληνικής Δικαιοσύνης, δηλαδή οι ακραίες καθυστερήσεις στην απονομή της, το σχέδιο νόμου του Γιώργου Φλωρίδη, υπουργού Δικαιοσύνης μιας κυβέρνησης που δεν θέλει να χτυπήσει στη ρίζα τους τα προβλήματα που οδηγούν στην παραβατικότητα, όπως είναι οι κραυγαλέες κοινωνικές ανισότητες, έρχεται στην πραγματικότητα να τιμωρήσει τη μικροπαραβατικότητα.

Πλήττοντας βασικά δικαιώματα κατηγορουμένων, θα οδηγεί στη φυλακή τους φτωχοδιάβολους μικροπαραβάτες, καθώς θεσμοθετεί ως κανόνα τη μέχρι τώρα εξαίρεση της μη αναστολής στην εκτέλεση της ποινής των πλημμελημάτων. Προβλέπει συγκεκριμένα μερική έκτιση για ποινές από δύο έως τρία χρόνια, ενώ για ποινές άνω των τριών ετών προβλέπεται πλήρης έκτιση. Αλλωστε ακόμη και για ποινές κάτω του ενός έτους το πνεύμα του νέου ΠΚ δεν προκρίνει τη χορήγηση αναστολής, παρά το γεγονός ότι την επιτρέπει υπό όρους.

Η τερατώδης αυτή διάταξη έρχεται να πλήξει καίρια και την ανεξάρτητη δημοσιογραφία καθώς ανοίγει τον δρόμο για εκδικητικές καταδίκες και φυλακίσεις δημοσιογράφων, αφού για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης οι ποινές ορίζονται από έξι μήνες έως πέντε έτη. Αντικαθιστώντας μάλιστα τις τριμελείς συνθέσεις με μονομελείς, ένας και μόνο δικαστής θα μπορεί να οδηγήσει δημοσιογράφους σιδηροδέσμιους στη φυλακή. Την ίδια στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη η συκοφαντική δυσφήμηση έχει αποποινικοποιηθεί και ελέγχεται μόνο σε επίπεδο αστικής δικαιοσύνης.

Οπως εξηγούν νομικοί στο Documento, το δημιούργημα Φλωρίδη πρακτικά οδηγεί σε μια «έκρηξη» στον αριθμό των κρατουμένων και συνεπώς στην ανάγκη δημιουργίας πολλών νέων καταστημάτων κράτησης, ενώ εκφράζουν την ανησυχία τους ότι με αυτό τον τρόπο ανοίγει ο δρόμος για την ίδρυση ιδιωτικών φυλακών.

Επισημαίνουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι να μην επιτευχθεί ούτε καν ο στόχος της επίσπευσης της απονομής δικαιοσύνης, καθώς δεν υπάρχουν οι τεχνικές προϋποθέσεις ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες. Αλλωστε το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει αλλάξει έξι φορές τον ΠΚ αποτυπώνει την αποτυχία όλων των αλλαγών που έχει επιφέρει.
Για τις κοσμογονικές αλλαγές που πρόκειται να προκαλέσουν στη Δικαιοσύνη οι επίμαχες διατάξεις μιλούν στο Documento o εφέτης, μέλος του ΔΣ της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χαράλαμπος Σεβαστίδης και οκτώ έγκριτοι μάχιμοι ποινικολόγοι, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Ηλίας Κλάππας και το μέλος του ΔΣ του ΔΣΑ Θεόδωρος Μαντάς.

Χαράλαμπος Σεβαστίδης

Εφέτης, μέλος του ΔΣ της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

«Θυσιάζονται δικαιώματα των κατηγορουμένων»

Μιλώντας στο Documento ο κ. Σεβαστίδης επεσήμανε:

• Για την αυστηροποίηση των ποινών: Τα εγκλήματα τα οποία τελέστηκαν το 2022 με τις αυξημένες ποινές ήταν αυξημένα κατά 25%. Αυτά είναι στατιστικά στοιχεία της ΕΛΑΣ. Η δε βαριά εγκληματικότητα, τα κακουργήματα δηλαδή, αυξήθηκε πάνω από 20%. Επομένως, η αιτία αύξησης ή μείωσης δεν έχει να κάνει με το μέγεθος της προβλεπόμενης ποινής.

• Για τις φυλακίσεις για ποινές πάνω από δύο τρία χρόνια: Για την κατάσταση των φυλακών έχουμε καταδικαστεί πάρα πολλές φορές. Πολλά ευρωπαϊκά κράτη αρνούνται να εκδώσουν στην Ελλάδα κρατούμενους που έχουν τελέσει εγκλήματα γιατί ακριβώς επικαλούνται συστημικά προβλήματα στις ελληνικές φυλακές. Θέλουμε να λέμε ότι είμαστε κράτος δικαίου όπως οι υπόλοιποι στην Ευρώπη, δεν μπορούμε όμως να συγκρινόμαστε σε ό,τι μας βολεύει. Παραγράφονται οι ποινές των πλημμελημάτων επειδή ακριβώς δεν υπάρχει δυνατότητα και λέμε ότι θα τους βάζουμε όλους μέσα για ποινές φυλάκισης πάνω από δύο τρία χρόνια, έστω και για λίγο;

• Για τη μειωμένη σύνθεση δικαστηρίων: Είναι εγκληματική. Μόνο η Μάλτα έχει μονομελές στο κακούργημα. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν δικάζει κακούργημα στο μονομελές. Η μονομελής σύνθεση δεν παρέχει τόσα εχέγγυα ευθυκρισίας σε σχέση με τις πολυμελείς, όπου ανταλλάσσονται απόψεις. Οταν απειλούνται με ποινές μέχρι και ισόβια δεν μπορεί ένας δικαστής μόνος του να οδηγεί στη φυλακή έναν άνθρωπο. Παράλληλα, έμμεσα, όταν σχεδόν όλα τα πλημμελήματα θα πηγαίνουν στο μονομελές, ο κατηγορούμενος δεν θα έχει δικαίωμα προσφυγής. Δεν θα αυξηθεί ο ρυθμός απονομής δικαιοσύνης, για τον απλούστατο λόγο ότι η σκέψη γι’ αυτό το μέτρο είναι η εξής: έχω μια τριμελή σύνθεση. Εναν πρόεδρο πρωτοδικών ή έναν πρόεδρο εφετών και δύο εφέτες. Αντί να δικάζουν τρεις τις 20 υποθέσεις, ο κάθε εφέτης θα πάρει από ένα πινάκιο 20 υποθέσεων. Δεν λειτουργεί όμως έτσι, γιατί για να δημιουργήσω δεύτερο δικαστήριο χρειάζομαι ακόμη έναν εισαγγελέα, ακόμη ένα γραμματέα και ακόμη μία αίθουσα. Και τα τρία αυτά δεν υπάρχουν. Οπότε θα μας μείνει συρρίκνωση δικαιωμάτων με τον ίδιο ρυθμό απονομής δικαιοσύνης και με λιγότερα εχέγγυα ευθυκρισίας.

• Για την κατάργηση παραπεμπτικών βουλευμάτων: Λένε ότι θα αποφύγουμε το συμβούλιο. Μπορεί πράγματι η προδικασία αντί για πέντε χρόνια να κρατήσει τεσσεράμισι. Στο ακροατήριο, όμως, αντί να κρατήσει τέσσερα χρόνια θα κρατήσει οκτώ. Δηλαδή η διαδικασία θα επιβαρυνθεί.

• Για τις δίκες σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, που επιχειρείται να γίνονται χωρίς την παρουσία ουσιωδών μαρτύρων αλλά με ανάγνωση των καταθέσεων της προδικασίας: Μπαίνει μια διάταξη που λέει ότι μάρτυρες αστυνομικοί και ανακριτικοί υπάλληλοι που εξετάστηκαν στην προδικασία καταρχήν δεν καλούνται στο ακροατήριο, εκτός αν κριθεί τόσο σημαντική η κατάθεσή τους. Οπου υπάρχουν αστυνομικοί ως μάρτυρες είναι οι πιο ουσιώδεις μάρτυρες, γιατί είναι οι πρώτοι που έρχονται σε επαφή, λένε πώς κινήθηκε ο δράστης, πού βρέθηκαν τα στοιχεία. Τώρα η κλήτευσή τους θα είναι η εξαίρεση. Το ίδιο και στο εφετείο. Μάρτυρες που εξετάστηκαν στον πρώτο βαθμό δεν θα κλητεύονται στο εφετείο, αλλά θα διαβάζεται η κατάθεσή τους. Αυτές οι διατάξεις, πέρα από την έκπτωση στα δικαιώματα των κατηγορουμένων, είναι εκτεθειμένες σε καταδίκες από το ΕΔΔΑ γιατί σαφώς λέει ότι όταν μιλάμε για εξέταση μάρτυρα δεν εννοούμε ανάγνωση προανακριτικής κατάθεσης. Ο κάθε διάδικος και ιδίως ο κατηγορούμενος θα πρέπει να υποβάλλει ερωτήσεις στον μάρτυρα, να βλέπει την αντίδρασή του και να κατευθύνει τη συζήτηση με τις ερωτήσεις του, να μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία. Σκέτη ανάγνωση δεν λέει τίποτε. Εδώ η λογική είναι να το τελειώνουμε.
Το τελικό συμπέρασμα: όπου υπάρχει κάποια διάταξη που μπορεί να φέρει επιτάχυνση γίνεται με θυσία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Ηλίας Κλάππας

Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά

«Οπισθοδρόμηση χάριν επικοινωνιακής νομοθέτησης»

Η θετική διάταξη περί επαναφοράς της αυτεπάγγελτης δίωξης της απιστίας τραπεζικών στελεχών συγκαλύπτει επικοινωνιακά ένα νομοσχέδιο που αποτελεί οπισθοδρόμηση για το ποινικό δίκαιο.

Εισαγγελική λογική διατρέχει το νομοσχέδιο, που χαρακτηρίζεται από αυστηροποίηση του υφιστάμενου νομικού πλαισίου τόσο σε επίπεδο απειλούμενων ποινών όσο και στην έκτισή τους. Αντεγκληματική πολιτική δεν ασκείται αποτελεσματικά με κτίσιμο νέων φυλακών για τη μικρομεσαία παραβατικότητα και με δρακόντειες διατάξεις ούτε με επικοινωνιακή νομοθέτηση προς τέρψη της κοινής γνώμης. Ασκείται με πρόληψη, εξιχνίαση εγκλημάτων, σωφρονιστική μέριμνα και, βεβαίως, με κοινωνική πολιτική.

Στην Ποινική Δικονομία, στον βωμό της επαγγελόμενης επιτάχυνσης της ποινικής διαδικασίας, θυσιάζονται θεμελιώδεις εγγυήσεις και δικαιώματα. Είναι ιδιαίτερα προβληματικές οι διατάξεις που προβλέπουν ευρεία μεταφορά αρμοδιοτήτων από πολυμελείς σε μονομελείς συνθέσεις, δραστικό περιορισμό της διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων, αύξηση των ορίων του εκκλήτου σε όλες τις υποθέσεις, περιορισμό των αιτημάτων αναβολής σε ένα, ασχέτως του λόγου, καθώς και αύξηση του κόστους άσκησης δικονομικών δικαιωμάτων.

Ενα τόσο σημαντικό νομοσχέδιο εισάγεται χωρίς αιτιολογική έκθεση και χωρίς νομοπαρασκευαστική επιτροπή. Μετά το soft law (χαλαρό δίκαιο) εισάγονται, δυστυχώς, και μέθοδοι soft procedure (χαλαρή διαδικασία) στη νομοθέτηση τόσο κρίσιμων ζητημάτων.

Θεόδωρος Μαντάς

Μέλος ΔΣ Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

«Ευθεία απειλή και για την ελευθερία του Τύπου»

Η διαρκής και αποσπασματική νομοθέτηση με σκοπό την αλά καρτ ικανοποίηση της κοινής γνώμης συνιστά την επιτομή του καιροσκοπισμού, δημιουργώντας υποκριτικά την πεποίθηση ότι με αυτό τον τρόπο θα παταχθεί η ανομία.

Παραγνωρίζεται όμως το γεγονός ότι η αυστηροποίηση των επαπειλούμενων ποινών στατιστικά έχει αποδειχθεί ότι δεν μειώνει στο ελάχιστο την εγκληματικότητα.

Η όποια προσπάθεια γίνεται είναι προφανώς αναποτελεσματική, αλλιώς δεν θα υπήρχε η ανάγκη διαρκούς παρέμβασης στον ΠΚ, χωρίς μάλιστα να υπάρχει νομοπαρασκευαστική επιτροπή και να έχει προηγηθεί διεξοδική συζήτηση σε επιστημονικό επίπεδο. Η ρύθμιση για μία μόνο αναβολή είναι εμφανώς λανθασμένη, παραγνωρίζοντας ότι το ουσιαστικό πρόβλημα συνίσταται στο ότι στη συντριπτική πλειονότητα ειδικά των πλημμελημάτων φτάνουμε στην εκπνοή της πενταετίας για να εισαχθούν οι υποθέσεις στο ποινικό δικαστήριο.

Εκπληξη προκαλεί η επιδίωξη να θεσμοθετηθούν σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας μονομελείς συνθέσεις απονομής ποινικής δικαιοσύνης. Στην επιδίωξη αυτή, πέραν της προφανούς αναντιστοιχίας της με την αναγκαιότητα διασφάλισης αμερόληπτης κρίσης, διαπιστώνουμε εύκολα την περαιτέρω συρρίκνωση των θεμελιωδών αρχών για τη διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης.

Η προτεινόμενη τροποποίηση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης με την αυστηροποίηση του πλαισίου της επαπειλούμενης ποινής, δηλαδή φυλάκιση από έξι μήνες έως πέντε έτη εάν η πράξη τελείται δημόσια ή μέσω διαδικτύου σε σχέση με τον τρόπο και τον χρόνο έκτισης πλέον των ποινών που θα επιβάλλονται, συνιστά ευθεία απειλή για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της δημόσιας ενημέρωσης. Ουσιαστικά ο δημοσιογράφος αποθαρρύνεται να γράφει και να διατυπώνει ελεύθερα την άποψή του, διατρέχοντας τον κίνδυνο να στερηθεί την ατομική του ελευθερία.

Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις στον ΠΚ το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης εκτρέπεται από βαθύτατα ανθρωποκεντρικό σε ακραία εκδικητικό.
Εκδηλώνει δε κατά τρόπο εκκωφαντικό δυσπιστία στον ρόλο και στην αποστολή του δικαστή, χαϊδεύοντας τα αυτιά ενός συντηρητικού ακροατηρίου και περιορίζοντας ασφυκτικά τα εχέγγυα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

Διονύσης Παντής

Δικηγόρος

«Ικανοποιούν το φοβισμένο και το ακροδεξιό κοινό»

Ο «νόμος Φλωρίδη» φέρει αυστηροποίηση ποινών, αλλά ιδίως της εκτέλεσης των ποινών, με πρωτόγνωρη διεύρυνση των αδικημάτων που οι δράστες τους θα οδηγούνται στις φυλακές. Ικανοποιεί ταυτόχρονα το φοβισμένο και το ακροδεξιό κοινό που εξέθρεψαν με τον έλεγχο των ΜΜΕ, ενώ με την εναλλακτική ποινή της κοινωφελούς εργασίας (που υπό άλλες συνθήκες θα βοηθούσε) δημιουργούν ένα σώμα απλήρωτης εργασίας.

Επόμενο βήμα για τη συμπλήρωση της βιαιότερης συντηρητικής αναδιάρθρωσης από τη μεταπολίτευση κατά λογική νεοφιλελεύθερη συνέπεια φαίνεται ότι θα είναι η «μεταρρύθμιση» του Σωφρονιστικού Κώδικα με τη σύνδεση φυλακής και ιδιωτικού τομέα είτε απευθείας με ιδιωτικοποίηση φυλακών (όπως στις ΗΠΑ) είτε μέσω «προνομίων» απλήρωτης εργασίας στην εκτέλεση της ποινής ή με άλλο «νεωτερικό» τρόπο.

Αγης Τάτσης

Δικηγόρος

«Η Δικαιοσύνη του Δράκοντα»

Το σχέδιο νόμου επιχειρεί να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα αποκλειστικά με την αυστηροποίηση των ποινών. Τη δε βραδύτητα στη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης επιχειρεί να τη θεραπεύσει με περιστολή θεσμικών δικονομικών εγγυήσεων. Το μοντέλο αυτό έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτυχημένο. Ο καθ’ έξιν εγκληματίας –και ειδικά αυτός που είναι ενταγμένος στον κύκλο της βαριάς εγκληματικότητας– δεν αποθαρρύνεται από τις αυξημένες ποινές. Πολιτείες των ΗΠΑ που έχουν εισαγάγει στον ποινικό κώδικα τέτοιας αυστηρότητας ποινές δεν μείωσαν την εγκληματικότητα.

Το ζήτημα της περιστολής της εγκληματικότητας δεν έχει μόνο ποινική διάσταση. Η ποινική διάσταση είναι κατάληξη μιας προγενέστερης αποτυχημένης κοινωνικής διεργασίας. Ξεκινά από τις φυλακές ανηλίκων και καταλήγει στις ειδικές πτέρυγες των φυλακών που κρατούνται οι «σκληροί» εγκληματίες.

Η αύξηση ποινών δεν μειώνει την παραβατικότητα

Τα κακουργήματα ήταν περισσότερα το 2022 κατά 20%. Η αυστηροποίηση των ποινών δεν προσέφερε κάτι στην πάταξη του εγκλήματος

Δημήτρης Νικ. Μπόλης

Δικηγόρος

«Πρακτικά δύσκολο να εφαρμοστούν»

Είναι προφανές ότι μεταξύ των επιδιώξεων των προτεινόμενων διατάξεων είναι η αυστηροποίηση των ποινών των εγκλημάτων που διώκονται σε βαθμό πλημμελήματος. Είναι αναγκαία, όμως, η με αυτό τον τρόπο αυστηροποίηση των ποινών;

Με το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο τον Ιούνιο του 2023 μονομελές πλημμελειοδικείο Αθηνών δικάζει υπόθεση με κατηγορούμενο για κλοπή και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, τον οποίο και καταδικάζει. Η ποινή είναι κατά συγχώνευση 15 μήνες. Το δικαστήριο αποφασίζει, με ειδική αιτιολογία, ότι η έφεση δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη. Το δικαστήριο όμως έλαβε υπόψη τον ενώπιόν του κατηγορούμενο, τα χαρακτηριστικά της πράξης, την προηγούμενη συμπεριφορά του, αποφάσισε ότι στην περίπτωσή του –και όχι συλλήβδην– είναι ενδεδειγμένο να οδηγηθεί σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Προφανώς το δικαστήριο δεν παρανόμησε, άρα με τις έως σήμερα ισχύουσες διατάξεις ο φυσικός δικαστής δύναται να αποφασίσει τον εγκλεισμό τού κατηγορουμένου σε σωφρονιστικό κατάστημα και για πλημμέλημα. Δεν υποχρεούται, όμως, όπως προτείνεται με τις εξαγγελθείσες τροποποιήσεις.

Το παράδειγμα καταδεικνύει ότι με τις νέες διατάξεις επιχειρείται η κατάργηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστή να διατάξει ή μη τον εγκλεισμό ενός καταδικασθέντος σε σωφρονιστικό κατάστημα, αφού φαίνεται ότι ο νομοθέτης διατηρεί για τον εαυτό του την απόφαση αυτή για ποινές άνω των δύο ετών.

Με τις προτεινόμενες αλλαγές οι κώδικες γίνονται όχι μόνο αυστηρότεροι, αλλά και πρακτικά δύσκολο να εφαρμοστούν.

Βασίλης Χειρδάρης

Δικηγόρος

«Η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι αγώνας ταχύτητας»

Η ασφάλεια δικαίου έχει καταρρακωθεί από τις συνεχείς και αδικαιολόγητες τροποποιήσεις. Η επικαιρότητα καθορίζει το νομοθετικό πλαίσιο, η ασφάλεια δικαίου καθίσταται εξαίρεση και οι αλλαγές γίνονται ο κανόνας.

Μια πρώτη ανάγνωση του σχεδίου νόμου αναδεικνύει σοβαρά προβλήματα. Κάποιες ενδεικτικές σκέψεις:

Η θεσμοθέτηση μίας μόνον αναβολής δεν θα επιφέρει καμία επιτάχυνση, αφού θα δικάζονται οι υποθέσεις που δεν αναβάλλονται, αλλά δεν θα δικάζονται οι υπόλοιπες του πινακίου λόγω ωραρίου, σε αυτές δε που θα δικάζονται χωρίς διάδικο θα προκύψει θέμα δίκαιης δίκης.

Με την αυστηροποίηση των ποινών, της συρροής, της υφ’ όρον απόλυσης και την έκτιση πλημμεληματικών ποινών θα αυξηθούν ο χρόνος φυλάκισης και τα έξοδα, θα γεμίσουν οι ήδη υπερφορτωμένες φυλακές και θα απαιτηθούν νέα κτίρια, εκτός κι αν υιοθετηθεί μοντέλο ιδιωτικών φυλακών.

Με την αύξηση της αρμοδιότητας των μονομελών συνθέσεων δημιουργείται ποιοτικό ζήτημα των αποφάσεων, αφού σε σοβαρότατα ζητήματα θα αποφασίζει ένας δικαστής που μπορεί να μη διαθέτει την απαιτούμενη πείρα ή μπορεί να αυξηθούν φαινόμενα μη ελεγχόμενης αυθαιρεσίας.

Επειδή δε η φυλάκιση πλέον κάθε κατηγορουμένου είναι εξαιρετικά πιθανή ο κίνδυνος είναι προφανής.

Αναμφίβολα το νομοσχέδιο έχει και θετικά στοιχεία. Η αρνητική του όμως πλευρά δημιουργεί κινδύνους για την προσωπική ελευθερία, για αυθαίρετες αποφάσεις και υπέρμετρες φυλακίσεις.

Βασίλης Καπερνάρος

Δικηγόρος

«Καταργείται η αρχή της ηθικής απόδειξης»

Η κατάργηση τριμελούς πλημμελειοδικείου και πενταμελούς εφετείου είναι προβληματική απόφαση και σε καμία περίπτωση δεν επιτυγχάνεται η επιτάχυνση των διαδικασιών. Η ενίσχυση της αρμοδιότητας ολιγομελών δικαστικών συνθέσεων με σκοπό την αποδέσμευση αριθμού δικαστών έχει ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση περισσότερων υποθέσεων σε ένα μόνο δικαστή, ο οποίος θα λαμβάνει την ευθύνη έκδοσης δίκαιης απόφασης. Κατά συνέπεια καταργείται η δικαστική διαβούλευση κατά την εκδίκαση των υποθέσεων στην οποία λαμβάνουν χώρα ανταλλαγή θέσεων, γνωμών, πεποιθήσεων μεταξύ των δικαστών, με αποτέλεσμα να υπάρχει πνευματικός κάματος για τους δικαστές των μονομελών συνθέσεων, οι οποίοι θα έχουν την υποχρέωση να εκδίδουν γρήγορα δίκαιη απόφαση.

Με τις νέες διατάξεις σε επιβολή ποινής άνω των τριών ετών θα επιβάλλεται πραγματική έκτιση σε σωφρονιστικό κατάστημα. Ποιος δικαστής που εκδικάζει πλημμελήματα θα έχει την εμπειρία και τη συνείδηση να αποφασίσει την πραγματική έκτιση σε σωφρονιστικό κατάστημα και το χρονικό διάστημά της; Με ποια κριτήρια θα εκδίδει την απόφαση αυτή; Καταργείται η αρχή της ηθικής αποδείξεως που ορίζεται στο άρθρο 177 ΠΚ, αφού οι δικαστές δεν θα μπορούν να αποφασίζουν οδηγούμενοι κατά την πεποίθησή τους και την απροσωπόληπτη κρίση τους αλλά είναι υποχρεωμένοι, εάν επιβάλλουν ποινή άνω των τριών ετών, να αποφασίσουν ταυτόχρονα, υποχρεωτικά, και το διάστημα της πραγματικής έκτισης της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα.

Αραγε σε ποιο σωφρονιστικό κατάστημα θα εκτίσουν αυτοί οι άνθρωποι την ποινή που θα τους επιβληθεί για διάπραξη πλημμελήματος;

Στάθης Σκαλούμπακας

Δικηγόρος

«Αποσταθεροποιούνται θεμελιώδεις έννοιες του ποινικού δικαίου»

Η νέα απόπειρα αναδιαμόρφωσης του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναδεικνύει περίτρανα ότι η σύγχρονη θεώρηση του ποινικού δικαίου βασίζεται μονομερώς στην ποινική πολιτική. Μια πολιτική μάλιστα η οποία καθοδηγείται (αν όχι απορρέει) από τον επιλεκτικό θυμό (selective outrage) της κοινωνίας απέναντι σε ζητήματα που τυγχάνει να «πιάνουν» το μάτι των πολλών.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσταθεροποιούν θεμελιώδεις έννοιες του ποινικού δικαίου (απόπειρα, αναστολή ποινής, έφεση, δικαστικό συμβούλιο κ.λπ.), επιφέροντας επικίνδυνα διαρθρωτικές αλλαγές σε ένα συνεκτικό και συμπαγές σύστημα. Τέτοιου είδους αλλαγές απαιτούν μακρόχρονη έρευνα και παρατήρηση εφαρμογής του δικαίου, τόσο εντός συνόρων όσο και εκτός. Παρά ταύτα, είναι ενθαρρυντικές η ενίσχυση και ανάπτυξη του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης που εισήχθη με τον νέο Ποινικό Κώδικα του 2019 και η εξαγγελία για υλοποίηση του συστήματος παροχής κοινωφελούς εργασίας.