Τι φορούσαν οι Έλληνες στην επανάσταση;

Τι φορούσαν οι Έλληνες στην επανάσταση;
Πιερ Μπονιρότ, «Danse Greque’ acquis par la ville» (το έργο έχει δημοσιευθεί ως «Χορός στην Πνύκα»), 1843 (Ιδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, Πολιτιστικό Κέντρο, Λευκωσία)
Ένα πανόραμα της ελληνικής ενδυμασίας τον 19ο αιώνα και η ώσμωσή της με τα δυτικά πρότυπα.

Στις µορφές και στα σχήµατα των ελληνικών τοπικών ενδυµασιών που διασώζονται έως τις µέρες µας ο ιστορικός του ενδύµατος αναγνωρίζει µηχανισµούς ώσµωσης πολιτισµών µέσα από επιβιώσεις των επιδράσεων της Ανατολής και τις επιρροές της ∆ύσης.

Σε αυτούς τους µηχανισµούς αρχικά συµµετείχαν τα ανώτερα κοινωνικά στρώµατα και στη συνέχεια, µε αργόσυρτους ρυθµούς, και εκείνα που διαδραµάτισαν ενεργό ρόλο σε µια εκχρηµατισµένη και εµπορευµατική οικονοµία. Στο αχνάρι των κατά τόπους ενδυµασιών συµπλέκονται, όπως έχει επισηµάνει η ενδυµατολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου, οι βυζαντινές ενδυµατολογικές φόρµες µε τα ενδυµατολογικά σχήµατα των Οθωµανών, αλλά και µε εκείνα της Αναγέννησης και των µεταγενέστερων ευρωπαϊκών τρόπων.

Οι γνώσεις µας για τις ενδυµατολογικές συνήθειες κατά την περίοδο της επανάστασης προέρχονται κυρίως από τις περιγραφικές αναφορές σε αυτές στο έργο των περιηγητών και από απεικονίσεις τους σε πολυπρόσωπες παραστάσεις, όπως για παράδειγµα στα έργα του ζωγράφου Πέτερ φον Ες (1792-1871), του Πιερ Μπονιρότ (1811-1891), όπως και από προσωπογραφίες κορυφαίων µορφών του Αγώνα φιλοτεχνηµένες από τον Καρλ Κρατσάιζεν (1794-1878), τον Φραντσέσκο Πίτζε (1822-1862) κ.ά.

Στα περιηγητικά χρονικά καταγράφεται µια ξεκάθαρη διαστρωµατωµένη ενδυµατολογική πραγµατικότητα µε ανατολίτικα ενδύµατα που κινούνται στον κοινό χώρο µιας πολυεθνικής, πολυπολιτισµικής οθωµανικής επικράτειας. Η ενδυµασία των προυχοντικών στρωµάτων αποτελείται από µακρύτατο πουκάµισο, αντερί ζωσµένο στη µέση, τζουµπέ (είδος πανωφοριού) µε γούνα στις παρυφές και καλπάκι στο κεφάλι. Οσοι ασκούσαν το αξίωµα της δηµογεροντίας ενδύονταν το κατεξοχήν ενδυµατολογικό σύµβολο της εξουσίας, το καβάδι ή το καφτάνι, που το παρέδιδε ο βοεβόδας στον νεοεκλεγµένο δηµογέροντα.

Λουί Ντιπρέ, «Ελληνικός γάμος στην Αθήνα» (Manolis Vlachos [ed.], Louis Dupré, «Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη», Ολκός, 1994)

 

Σε λιθογραφία του Λουί Ντιπρέ στις αρχές του 19ου αιώνα (1825) µε θέµα την προετοιµασία ενός αθηναϊκού γάµου αποτυπώνεται µια ιδιαίτερη ποικιλία γυναικείων ενδυµάτων: η Αθηναία νύφη είναι ντυµένη κατά τα αστικά ανατολίτικα πρότυπα ένδυσης, µε µακρυµάνικο αντερί µε γλωσσωτές απολήξεις, κατακόρυφα ανοιχτό µπροστά, συνδυασµένο εσωτερικά µε πουκάµισο και βράκα. ∆εξιά της στέκεται γυναίκα ντυµένη µε τα αρβανίτικα, τον αγροτικό τύπο της γυναικείας φορεσιάς της ευρύτερης περιοχής της Αττικής, µε το χαρακτηριστικό ποδήρες αµάνικο πουκάµισο, γνωστό ως φούντι, πλούσια διακοσµηµένο στον ποδόγυρο, συνδυασµένο µε σφιχτό µπούστο, τον τζάκο µε τα ολοκέντητα κατωµάνικα. Αριστερά της νύφης εικονίζονται δύο γυναίκες µε φερετζέ, είδος πανωφοριού, το οποίο η µία από τις δύο που µόλις διακρίνεται, καθώς είναι µουσουλµάνα, το συνδυάζει µε λευκό µαχραµά, ενώ η δεύτερη, η χριστιανή, το συνδυάζει µε µακρύτατη εσάρπα.

Μια επιπλέον εικόνα για τις ενδυµατολογικές συνήθειες των αρχών του 19ου αιώνα αντλούµε και από τον πίνακα του Φον Ες «Η άφιξη του βασιλιά Οθωνα στο Ναύπλιο στις 6 Φεβρουαρίου 1833» (Μόναχο 1835), µε την απεικόνιση δύο εξωτερικών ενδυµάτων: του κόκκινου ντουλαµά στην ανδρική του εκδοχή και ως καταστόλιστο πιρπιρί στη γυναικεία, που φορέθηκαν γενικότερα στα δυτικά Βαλκάνια µε γεωγραφικές παραλλαγές ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους.      

Νικηφόρος Λύτρας, Οθων, μελέτη, 1865 (κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη, Εθνική Πινακοθήκη
– Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου)

 

Η ανάπτυξη εµπορευµατικών δραστηριοτήτων µέσα στον 18ο και τον 19ο αιώνα θα οδηγήσει στην ανάδυση νέων κοινωνικών δυνάµεων και παράλληλα σε µεταβολή του ενδυµατολογικού τοπίου. Η νεοανερχόµενη τάξη των µεγαλεµπόρων υιοθετεί σχήµατα µε φανερές επιδράσεις από τη ∆ύση, πρακτική που θα ταράξει τα λιµνάζοντα νερά και θα προκαλέσει την παρέµβαση της εκκλησίας που φαίνεται να ασκεί αυστηρό κοινωνικό έλεγχο, κυρίως µέσω της προικοδοσίας, αναγνωρίζοντας στην ουσία το δικαίωµα της πολυτέλειας µόνο στα προυχοντικά ανώτερα στρώµατα. Τα φράγκικα ή στενά, παρλάτα ή και κουτσοβράκια υιοθετούνται αρχικά από τους εµπόρους που πηγαινοέρχονται στη ∆ύση, αλλά και από τα προνοµιούχα κοινωνικά στρώµατα.

Από την άλλη, τα φτωχά αγροτικά στρώµατα χρησιµοποιούν στην καθηµερινότητά τους ενδυµατολογικά σχήµατα που καθορίζονται από την κατά τόπους πρώτη ύλη και την τεχνογνωσία στα όρια της οικοτεχνικής παραγωγής. Στον νησιωτικό χώρο οι άντρες ντύνονται µε κοινό τύπο ένδυσης, µε κατά τόπους µικροδιαφορές, µε βασικό ένδυµα τη βράκα. Εξαίρεση στον γενικό κανόνα της χρήσης της βράκας αποτελούν τα ρασοζίπουνα ή ποδιές από το Πυργί της Χίου, µια ενδυµασία που είναι πιθανόν να απηχεί τον µεσαιωνικό τύπο της φορεσιάς των αγροτών ορισµένων νησιών του Αιγαίου.

Η δε πουκαµίσα των αγροτικών λαϊκών στρωµάτων στον ηπειρωτικό χώρο εξελίσσεται σταδιακά στον τύπο της φουστανέλας, ένδυµα που θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο στην εξοµοίωση των κοινωνικών στρωµάτων πέρα από τοπικές ιδιαιτερότητες και διαφοροποιήσεις. Η φουστανέλα θα λειτουργήσει «ως εκφραστική γλώσσα µιας προϊούσας απελευθερωτικής συνείδησης» και θα συνδεθεί στα µετεπαναστατικά χρόνια µε την ελληνική εθνότητα. Μακριά αστική φουστανέλα απεικονίζεται στην ελαιογραφία «Χορός στην Πνύκα» (1842) του Π. Μπονιρότ, πλάι σε βοσκό µε λευκό βρακί και καφέ µανικωτό καπότο, ενώ ένας άλλος βοσκός φέρει φλοκάτα. Επιπλέον, αποτυπώνονται και τα στοιχεία της αµφίεσης των µουσικών, εκ των οποίων ο ένας εξ αυτών φέρει τον νησιωτικό τύπο µε βράκα, ο δε άλλος εξωτερικά ενδύµατα όπως είναι το γιουρντί ή γιλέκι, είδος πανωφοριού που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο. 

Στον ίδιο πίνακα, σε πρώτο επίπεδο εικονίζονται πέντε γυναίκες που τραβούν το ενδιαφέρον για την ποικιλία στην αµφίεσή τους. Μια εξ αυτών φέρει τη φορεσιά των νησιών του Αργοσαρωνικού και της Ερµιονίδος, ενδυµασία γνωστή από τη Λασκαρίνα Μπουµπουλίνα µε το πολύπτυχο πράσινο φουστάνι, όπως την αποτύπωσε ο Φον Ες, οι τρεις είναι ντυµένες µε παραλλαγές της φορεσιάς της Αττικής µε σιγούνα και µε διπλά γρίζα, ανάλογα µε την ηλικία και την περίσταση χρήσης, και η µεσαία χορεύτρια µε αστική ενδυµασία.

Μετεπαναστατικά µε την άφιξη του βασιλικού ζεύγους στην Αθήνα το ενδυµατολογικό ρεπερτόριο θα εµπλουτιστεί και µε την εισαγωγή ξενόφερτων προτύπων από τους πάσης φύσεως ετερόχθονες (Φαναριώτες, µέλη της ακολουθίας του βασιλιά, περιηγητές, Εβραίους εµπόρους και άλλους) που είχαν συγκεντρωθεί στη νέα πρωτεύουσα. Πλάι στα χοντρά υφαντά παρελαύνουν αέρινα φουστάνια παρισινής µόδας, φορεµένα κυρίως από τις Φαναριώτισσες, οι οποίες αποτελούσαν τη µοντέρνα πρωτοπορία της νεοσχηµάτιστης αθηναϊκής κοινωνίας. Μάλιστα, στον περιοδικό Τύπο της εποχής θα αρχίσουν να κάνουν την εµφάνισή τους και θέµατα σχετικά µε τα ενδύµατα του τελευταίου συρµού των Παρισίων.

Ο Οθωνας θα συµβάλει στη συγκρότηση και την εξεικόνιση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας µε την επιλογή του να εµφανίζεται µε τη φουστανέλα, η οποία πλέον εξελίσσεται σε µια αστική ενδυµασία. Παράλληλα, η βασίλισσα Αµαλία θα προχωρήσει στην επινόηση ενός µορφολογικού τύπου γνωστού ως «φορεσιά Αµαλία» ή απλώς «Αµαλία», ενός ενδυµατολογικού σχήµατος µε φόρεµα σε στιλ Biedermeier µε µπούστο καβαδιού. Από την αθηναϊκή φορεσιά θα δανειστεί και το ζιπούνι, το οποίο στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα παίρνει τη µορφή ενός κοντού ζακέτου µε βαθύ άνοιγµα στο στήθος, αγκαλιάζοντας και παράλληλα σφίγγοντας το γυναικείο µπούστο. Πρέπει να επισηµανθεί ότι την περίοδο αυτή το ζιπούνι αποτελεί κοινό ένδυµα, µε κατά τόπους παραλλαγές τόσο στη νησιωτική όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, και είναι πολύ πιθανόν ότι πάνω σε αυτό το ευρέως αποδεκτό ενδυµατολογικό σχήµα στηρίχτηκε και η διαµόρφωση του ζιπουνιού της φορεσιάς «Αµαλία».     

Συνακόλουθα, εµφανής είναι ο διαµεσολαβητικός ρόλος της φορεσιάς «Αµαλία» στη διάχυση και την πρόσληψη δυτικών προτύπων, µέσω των οποίων σταδιακά πρώτα µε τη δική της συµβολή και αργότερα µε την πιο καθοριστική της βασίλισσας Ολγας θα επικρατήσει καθολικά η δυτική µόδα στην ελληνική επικράτεια.

Η κ. Νάντια Μαχά-Μπιζούμη είναι επίκουρη καθηγήτρια Λαογραφίας, ΔΠΘ

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βρέλη-Ζάχου Μ. (1989), Κοινωνική διαστρωμάτωση στην ελληνική κοινότητα. Αντικατοπτρισμοί στον υλικό πολιτισμό. Το παράδειγμα του ενδύματος, Εκδόσεις Δωδώνη, 18, 177-189

Δρούλια Λ. (1999), Οι ενδυματολογικές μεταλλαγές στα χρόνια της εθνικής διαμόρφωσης του νέου ελληνισμού στο Πρακτικά επιστημονικού συμποσίου: «Ο ρομαντισμός στην Ελλάδα», Αθήνα, 12-13 Νοεμβρίου, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη), 127-145

Macha-Bizoumi N., «Amalia dress: The invention of a new costume tradition in the service of Greek national identity», Catwalk: The Journal of fashion, beauty and style, 1/1 (2012), 65-90

Μαχά-Μπιζούμη Ν. (2020), Φουστάνια αναγεννησιακού τύπου στη Χίο (16ος αιώνας – αρχές 20ού). Λαογραφική συμβολή στην τυπολογική προσέγγιση των τοπικών ενδυμασιών, Εκδ. ΠΙΟΠ

Μπάδα Κ. (1983), H αθηναϊκή γυναικεία φορεσιά κατά την περίοδο 1687-1834, Eνδυματολογική μελέτη, διδακτορική διατριβή, Iωάννινα

Μπάδα Κ. (1995), «Η παράδοση στη διαδικασία της ιστορικής διαπραγμάτευσης της εθνικής και τοπικής ταυτότητας. Η περίπτωση της φουστανέλας», Εθνολογία, 4, 127-150

Παπαντωνίου Ιω. (1983-85), «Oι τοπικές φορεσιές στο Aιγαίο από την Αλωση μέχρι την απελευθέρωση», Eθνογραφικά, 4-5, 29-44

Παπαντωνίου Ιω. (2000), H ελληνική ενδυμασία, από την αρχαιότητα ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, Εκδ. Eμπορικής Tραπέζης της Eλλάδος, Aθήνα

Ετικέτες

Τελευταίες ΕιδήσειςDropdown Arrow
preloader
Documento Newsletter