Το αίτημα ασύλου ως έγκλημα και τιμωρία

Το «δόγμα της αποτροπής» του «επιτελικού κράτους» περνά και στο νομικό καθεστώς, κατά παράβαση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου

Νομοσχέδιο απάνθρωπο και τιμωρητικό. Ο στόχος του νομοσχεδίου του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου που ψηφίστηκε από τη Βουλή –μόνο με τις ψήφους της ΝΔ– την Παρασκευή 8 Μαρτίου είναι σαφής: να αποτραπούν άλλοι άνθρωποι από το να έρθουν στη χώρα μας ζητώντας άσυλο. Προκειμένου να το πετύχει αυτό παραβιάζει το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

Το ίδιο είχε πράξει άλλωστε και με την ψήφιση του νομοθετικού υπερπλαισίου για το άσυλο τον περασμένο Νοέμβριο. Εν μέσω πανδημίας –δεν πάρθηκε ουσιαστικά κανένα μέτρο προστασίας στις προσφυγικές δομές– και χωρίς ουσιαστική δημόσια διαβούλευση, αφού μια σειρά από οργανώσεις με δράση στο πεδίο δεν κλήθηκαν στην ακρόαση φορέων στη Βουλή, η κυβέρνηση επισημοποίησε ξανά ότι δεν διαχειρίζεται ανθρώπους αλλά αριθμούς.

Διαχείριση αριθμών και όχι ανθρώπων

Η κράτηση γίνεται κανόνας, ενώ επισημοποιείται ότι το ανώτατο χρονικό όριο κράτησης ανέρχεται στους 36 μήνες. Μέτρο αντισυνταγματικό, αφού η κράτηση θα πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση και να μην υπερβαίνει τους 18 μήνες. Εξαλείφεται η ανθρωπιστική προστασία, ενώ τίθενται σοβαρά εμπόδια κατά τη διαδικασία ασύλου, η οποία γίνεται πολύ γρήγορη, ώστε οι επιστροφές να γίνουν κανόνας. Ακόμη κι αν οι άνθρωποι επιστρέφουν σε χώρες όπου κινδυνεύει η ζωή τους.

Καθιερώνεται μονοπρόσωπη επιτροπή προσφυγών, ενώ παραβιάζεται σημαντικά η αρχή της ουσιαστικής και εξατομικευμένης εξέτασης και το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Στα νησιά όπου λειτουργούν κέντρα κράτησης θα δημιουργηθούν κλειστά κέντρα ελεγχόμενης εισόδου – εξόδου, που από το όνομα και μόνο παραπέμπουν σε ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό της ελευθερίας. Η αναγνώριση των θυμάτων βασανιστηρίων και κακοποίησης θα γίνεται ουσιαστικά με μη ορθά επιστημονικά κριτήρια προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των επιστροφών. Αναφορικά με τα μυστικά κονδύλια για «δαπάνες αντιμετώπισης ανθρωπιστικής κρίσης», τελικά η Βουλή θα ενημερώνεται, ωστόσο η διάθεσή τους παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργείου.

«Προβληματική η όλη κατεύθυνση»

«Αυτό που περίπου μας είπε η κυβέρνηση είναι ότι “μας λέτε πως αυτός ο νόμος αυστηροποιεί ακόμη περισσότερο το πλαίσιο. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος: να μην έρχονται άνθρωποι να αιτούνται άσυλο”. Εκτός από προβληματικό, αυτό αποτελεί παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος των ανθρώπων να αιτούνται άσυλο και να ακολουθούνται όλες οι νόμιμες διαδικασίες κρίσης του αιτήματός τους» ανέφερε στο Documento η Ειρήνη Γαϊτάνου, υπεύθυνη εκστρατειών του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.

Αυτοί οι άνθρωποι «ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, αφού διαβιούν εδώ και χρόνια σε απαράδεκτες και αναξιοπρεπείς συνθήκες. Η κυβέρνηση δεν έλαβε ως όφειλε μέτρα προστασίας γι’ αυτές τις ομάδες. Πρόκειται για καταστροφική πολιτική, που είναι προαναγγελθείσα τραγωδία. Αν οι συνθήκες με τον κορονοϊό στη χώρα μας δεν ήταν σχετικά θετικές, θα είχαμε πολλαπλούς θανάτους» σημειώνει.

Χαρακτηρίζει τον νόμο «ιδιαίτερα προβληματικό. Συγκεκριμενοποιεί και αποτελεί συνέχεια του νομοθετικού υπερπλαισίου για το άσυλο που ψηφίστηκε τον περασμένο Νοέμβριο και είχε σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου. Αποτελεί αποτύπωση της πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση στο προσφυγικό τους τελευταίους μήνες. Αντί να αναγνωρίσει και να προσπαθήσει να εξαλείψει τα πολύ σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν εξαιτίας των σοβαρών εμποδίων που τέθηκαν στη διαδικασία του ασύλου, πολλές ρυθμίσεις αυτού του νόμου κινούνται στην ίδια προβληματική κατεύθυνση».

«Παραβίαση του διεθνούς δικαίου»

Χαρακτηριστικό είναι, όπως τονίζει η κ. Γαϊτάνου, το ζήτημα «της εξάλειψης της ανθρωπιστικής προστασίας –αφορά μεγάλο κομμάτι πληθυσμού– βάσει της οποίας όταν απορριπτόταν αίτηση για άσυλο δινόταν δυνατότητα αίτησης ανθρωπιστικής προστασίας ενός χρόνου εξαιτίας ειδικών σκοπών που καθιστούν επικίνδυνη την επιστροφή». Επίσης, «καθιερώνεται μονοπρόσωπη επιτροπή προσφυγών. Αυτό είναι αντισυνταγματικό, παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του δικαιώματος του ανθρώπου σε ουσιαστική προσφυγή, όπου η αίτησή του θα μπορεί να εξεταστεί με όλα τα κριτήρια που θέτει το διεθνές δίκαιο. Ο νόμος προβλέπει επίσης ότι αν δεν υπάρχει διαθέσιμος διερμηνέας, η διερμηνεία θα γίνει στη γλώσσα διαμονής, χωρίς να διασφαλίζεται ότι ο αιτών την ομιλεί: παραβιάζεται το δικαίωμα στην πληροφόρηση και την ουσιαστική διαδικασία».

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, όπως εξηγεί, «παραβιάζεται –όπως και στον προηγούμενο νόμο– η αρχή της ουσιαστικής εξέτασης με εξατομικευμένο τρόπο και όχι στοιβάζοντας τους ανθρώπους σε κατηγορίες. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να εξεταστεί γιατί μπορεί να έχει δικαίωμα στο άσυλο». Το όριο κράτησης «φτάνει έως 36 μήνες. Επίσης αντισυνταγματικό, καθώς το σύνταγμα της χώρας προβλέπει ότι η κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους 18 μήνες. Η κράτηση βάσει διεθνούς δικαίου αποτελεί έσχατη λύση, αφού θα έχουν εξεταστεί όλες οι λιγότερο παρεμβατικές εναλλακτικές».

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι επίσης ότι «όλα τα κέντρα που υπάρχουν στα νησιά θα μετατραπούν σε κλειστά κέντρα ελεγχόμενης εισόδου – εξόδου, που παραπέμπουν σε περιορισμό της ελευθερίας και σε συνθήκες κράτησης. Αυτές οι επιλογές δεν αποσυμφορούν τα νησιά, αλλά πυροδοτούν ένταση και μια συνθήκη αναξιοπρεπούς διαβίωσης και απόλυτης παραβίασης των δικαιωμάτων αυτών των ανθρώπων» καταλήγει η κ. Γαϊτάνου.

«Επεκτείνεται περαιτέρω η πρακτική της κράτησης»

«Το νομοσχέδιο ακολουθεί επί της ουσίας την ίδια κατεύθυνση που καθόρισε ο προηγούμενος νόμος (4636/2019), για τον οποίο η Υπατη Αρμοστεία είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις και ανησυχίες σχετικά με το γεγονός ότι, χάριν της ταχύτητας, συρρικνώνονται σημαντικά και επικίνδυνα οι διαδικαστικές εγγυήσεις για τους αιτούντες άσυλο» σχολίασε στο Documento η Στέλλα Νάνου, υπεύθυνη επικοινωνίας της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ.

Το ζητούμενο, όμως, «είναι γρήγορες αλλά ταυτόχρονα δίκαιες διαδικασίες ασύλου. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος αιτούντες άσυλο να αποκλείονται εύκολα από τη διαδικασία χωρίς να έχουν διαγνωστεί επαρκώς οι ανάγκες διεθνούς προστασίας και να επιστρέφονται σε χώρες όπου μπορεί να κινδυνεύει η ζωή ή η ελευθερία τους. Κάτι τέτοιο επίσης θα θέσει σε μεγάλη αμφισβήτηση τη συνολική αξιοπιστία του συστήματος ασύλου στη χώρα».

Κατά την άποψη της Υπατης Αρμοστείας «ο νέος νόμος επεκτείνει περαιτέρω την πρακτική της κράτησης μετατρέποντάς την ουσιαστικά σε κανόνα, ενώ θα έπρεπε να είναι η εξαίρεση για τους αιτούντες άσυλο αλλά και για εκείνους προς επιστροφή, οι οποίοι, σημειωτέον, μπορεί να μην είχαν αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου ή να έχουν περάσει μέσα από μια διαδικασία ασύλου με μειωμένες διαδικαστικές εγγυήσεις».

«Οι επιστροφές γίνονται ο κανόνας»

Αλλωστε, συνεχίζει η κ. Νάνου, «σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα η κράτηση των αιτούντων άσυλο θα πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο, που να εφαρμόζεται μόνο για το συντομότερο δυνατό διάστημα, να δικαιολογείται για πολύ συγκεκριμένους λόγους και μόνο όταν είναι αναγκαίο, εύλογο και αναλογικό. Πάντα θα πρέπει πρώτα να εξετάζονται τα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, αφού πρώτα αξιολογηθούν οι ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούν κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Εάν δεν γίνει αυτό, η κράτηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυθαίρετη».

Οι διατάξεις για την ίδρυση «κλειστών» και «ελεγχόμενων» κέντρων στα νησιά, σύμφωνα με την κ. Νάνου, «χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Για παράδειγμα, πώς θα συνυπάρχουν οι συγκεκριμένες δομές με άλλους τύπους κέντρων (κέντρα υποδοχής και ταυτοποίησης – ΚΥΤ και προαναχωρησιακά), ποιος θα κρατείται ή θα διαμένει και υπό ποιες προϋποθέσεις; Επίσης, σε αντίθεση καθώς φαίνεται με την οδηγία για τις επιστροφές, η κράτηση όσων υπόκεινται σε διαδικασίες επιστροφής γίνεται και σε αυτή την περίπτωση ο κανόνας, ενώ η εφαρμογή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων καθίσταται προαιρετική. Ολα λοιπόν τα παραπάνω δημιουργούν ένα πλέγμα διατάξεων που μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετη κράτηση αιτούντων άσυλο και υπηκόων τρίτων χωρών».

Στα θετικά του νομοσχεδίου: «Η διάταξη για τη δυνατότητα παράλειψης της προσωπικής συνέντευξης για λόγους διερμηνείας αποσύρθηκε. Ιδιαίτερα θετική εξέλιξη που συμβαδίζει με τα σχόλια που κατέθεσαν η Υπατη Αρμοστεία και άλλες οργανώσεις. Ομοίως σημαντική βελτίωση αποτέλεσε και η εισαγωγή της δυνατότητας διακοπής εξέτασης μιας αίτησης η οποία έχει σιωπηρώς ανακληθεί αντί της αποκλειστικής επιλογής της απόρριψης της αίτησης στην ουσία. Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό είναι να αξιοποιούνται οι δυνατότητες της διαβούλευσης» επισημαίνει.

«Ανησυχούμε για ασθενείς με παθήσεις ψυχικής υγείας»

«Οι αλλαγές που φέρνει το νομοσχέδιο έρχονται στη μέση μιας πανδημίας που έτσι κι αλλιώς έχει αφήσει περισσότερα από 37.324 άτομα στα νησιά εκτεθειμένα, ενώ η χωρητικότητα των δομών στα νησιά είναι για 6.095 άτομα» ανέφερε στο Documento ο Απόστολος Βεΐζης, διευθυντής προγραμμάτων των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, μιας από τις οργανώσεις που δεν κλήθηκαν στην ακρόαση φορέων στη Βουλή. «Ανησυχούμε για ασθενείς με σοβαρές παθήσεις ψυχικής υγείας, για ανθρώπους –κάποια είναι παιδιά– που υπέστησαν προηγούμενες τραυματικές εμπειρίες όπως βασανιστήρια, κακομεταχείριση και σεξουαλική βία. Αντί να υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες ασφάλειας και αποκατάστασης, μιλάμε για παραβίαση αυτών των συνθηκών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου» σημειώνει.

Μέχρι σήμερα, όπως λέει στο Documento, «δεν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του νόμου 4636/2019 αναφορικά με την αναγνώριση επιζώντων βασανιστηρίων και κακομεταχείρισης από εκπαιδευμένο προσωπικό στο σύστημα υγείας, το οποίο δεν έχει ενσωματώσει κανέναν σχετικό μηχανισμό, ενώ η παροχή περίθαλψης καλύπτεται σχεδόν αποκλειστικά από ΜΚΟ. Πώς θα γίνει πιστοποίηση θυμάτων βασανιστηρίων όταν δεν υπάρχουν εκπαιδευμένοι;».

«Αθέατος πόνος»

Το κριτήριο «για την αναγνώριση των επιζώντων βασανιστηρίων παραμένει το ποσοστό ανατομικών και φυσιολογικών βλαβών. Ομως υπάρχουν ασθενείς που πάσχουν από σοβαρές καταστάσεις ψυχικής υγείας, οι οποίες σχετίζονται με βασανιστήρια και βία και δεν είναι απαραίτητο να παρουσιάζουν σωματική βλάβη. Πάσχουν από μετατραυματικό στρες, έχουν αντιδραστική ψύχωση, καταθλιπτικές και αγχώδεις διαταραχές, που πολλές φορές οδηγούν σε πράξεις αυτοτραυματισμού αυτοκτονικού ιδεασμού και σε απόπειρες αυτοκτονίας. Από τον Ιανουάριο του 2020 το 35% των δράσεων των ψυχολόγων μας στη Λέσβο αφορούσαν την αντιμετώπιση στρεσογόνων παραγόντων που σχετίζονται με τις συνθήκες διαβίωσης, τη διαδικασία ασύλου και τον μηχανισμό υποστήριξης αυτών των ανθρώπων. Εφόσον δεν μπορούν να εντοπιστούν ως θύματα βασανιστηρίων, πολλοί καταλήγουν πίσω στην κράτηση και την επιστροφή τους» επισημαίνει.

Οπως τονίζει ο κ. Βεΐζης, «η εμπειρία μας από το 2008 έως το 2014 στα κέντρα κράτησης έχει αποδείξει ότι πάνω από το 63% των προβλημάτων υγείας συνδεόταν άμεσα με την κράτηση. Η παρατεταμένη κράτηση θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ψυχική και σωματική τους υγεία».

Είναι ένα νομοσχέδιο, καταλήγει, «που δεν βλέπει, ξανά, ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι. Δεν κρίνουμε ότι πρέπει να πάρουν όλοι άσυλο, αλλά πρέπει να υπάρχει μια λειτουργική διαδικασία προς όφελος όσων έχουν ανάγκη και όχι προς όφελος ενός μηχανισμού που στοχεύει να αποδείξει ότι όσοι έρχονται είναι οικονομικοί μετανάστες και όχι ευάλωτοι άνθρωποι. Οταν η διαχείριση σε θεωρητικά ανοικτές δομές είναι ήδη πάρα πολύ δύσκολη, φανταστείτε τι θα συμβεί όταν χιλιάδες άνθρωποι θα είναι εγκλωβισμένοι σε ένα χώρο. Η μοναδική διαφορά θα είναι ότι θα πρόκειται για αθέατο πόνο».

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.