Το δίκαιο, η αυτονομία και η αστυνομία

Σύμφωνα με την πολιτική και συνταγματική θεωρία, η εφαρμογή του δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία έχει δύο πτυχές. Συνιστά από τη μία προϊόν καταναγκασμού και από την άλλη προϊόν ελευθερίας.

Πώς καθίσταται όμως θεωρητικά και λογικά δυνατή η συνάρθρωση αυτών των αντίρροπων και εν πολλοίς αντιφατικών πτυχών; Μέσω της λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών, οι οποίοι κατά τη νεωτερικότητα και ιδίως μετά την καθιέρωση της καθολικής ψήφου διαπνέονται από την ακόλουθη λογική.

Ο λαός είναι πολιτικά ελεύθερος, αφού σε τακτά χρονικά διαστήματα εκλέγει τα κόμματα και τους αντιπροσώπους που θεωρεί ότι θα υπηρετήσουν τις ιδέες και τα συμφέροντά του. Οι αντιπρόσωποι του λαού ψηφίζουν τους νόμους, ενώ τα υπόλοιπα όργανα του κράτους που τους εκτελούν ελέγχονται σε τακτική βάση από τη λαϊκή αντιπροσωπεία. Μέσω της λειτουργίας των θεσμών συνεπώς, κυρίως του κοινοβουλίου, οι πολίτες δεσμεύονται σε τελευταία ανάλυση από την εφαρμογή εκείνων των νόμων που οι ίδιοι έχουν συνδιαμορφώσει με την ψήφο τους. Αυτό το σχήμα συγκροτεί, θεωρητικά και ετυμολογικά, την έννοια της αυτονομίας μιας πολιτικής κοινότητας. Περαιτέρω η πολιτική αυτονομία συνδέεται με μια ακόμη κρίσιμη για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών έννοια που δεν είναι άλλη από την πολιτική νομιμοποίηση. Σύμφωνα με την τελευταία, οι πολίτες αποδέχονται την επιβολή του δικαίου παρότι αυτή συνιστά προϊόν καταναγκασμού γιατί αντιλαμβάνονται ότι η συμμόρφωση στις επιταγές των «δικών τους κανόνων» αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία μιας οργανωμένης κοινωνίας.

Τι γίνεται όμως αν σπάσει ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας; Με άλλα λόγια, τι μπορεί να συμβεί αν κάποια όργανα του κράτους δεν λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους αλλά αρχίσουν να επιβάλλουν τον νόμο με αυθαίρετο τρόπο; Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος να τεθεί σε κίνηση η αντίστροφη διαδικασία από αυτήν που περιγράφηκε παραπάνω. Οταν ένα κλομπ ανοίγει το κεφάλι κάποιου τυχαίου διαδηλωτή, όταν τα μηχανάκια της αστυνομίας πέφτουν με φόρα σε ένα μπλοκ κομματικής νεολαίας ή φοιτητικού συλλόγου, όταν τα δακρυγόνα δεν επιτρέπουν σε ένα ειρηνικό πλήθος να αναπνεύσει, τότε στη συνείδηση πολλών ανθρώπων, κυρίως των νέων, κάποιες θεμελιώδεις έννοιες μπορεί να αρχίσουν να ανανοηματοδοτούνται. Κάθε τραυματική εμπειρία άλλωστε συνήθως προκαλεί σε αυτόν που νιώθει ότι αδικείται μια διάθεση φυγής, μια τάση αποξένωσης. Επομένως σε μια συγκυρία κατά την οποία καταγράφεται ένα γενικευμένο φαινόμενο υπέρμετρης αστυνομικής βίας κάποιοι ενδέχεται να απομακρυνθούν ψυχικά από την ίδια τη λειτουργία των θεσμών. Ετσι η έννοια της αυτονομίας μπορεί να αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από μια μερίδα της κοινωνίας ως ετερονομία, ενώ η νομιμοποίηση μπορεί να παραχωρήσει τη θέση της στην απονομιμοποίηση.

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας εξάλλου μας έχει δείξει ότι σε συνθήκες κρίσης και διάχυτης ανασφάλειας κάθε πολιτική ή φιλοσοφική έννοια μπορεί να υποστεί με σχετική ευκολία έναν ριζικό μετασχηματισμό. Ακόμη και οι θεμελιώδεις ιδέες της δημοκρατίας δεν είναι εύκολο να παραμείνουν ούτε άφθαρτες από τον χρόνο ούτε αναλλοίωτες από τις προκλήσεις κάθε συγκυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση το μείζον ερώτημα είναι αν η πολιτική εξουσία επιθυμεί να διαμορφώσει μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, οι οποίοι θα εμπιστεύονται τα όργανα του κράτους, ή αντιστρόφως επενδύει στην αυταρχική επιβολή της τάξης, συνεπώς υποδαυλίζει εξ αντικειμένου την αμοιβαία εχθρότητα μεταξύ πολιτών και αστυνομίας. Είναι προφανές ότι στην τελευταία περίπτωση ελλοχεύουν δύο πολύ σοβαροί κίνδυνοι. Από τη μία πλευρά η πλειονότητα των πολιτών είναι πιθανό να φτάσει στο σημείο να απέχει λόγω φόβου από την άσκηση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων της, ενώ από την άλλη τα αλλεπάλληλα κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας μπορεί να οδηγήσουν στην αμφίπλευρη κλιμάκωση ενός φαύλου κύκλου βίας. Οποιοδήποτε από τα δύο ενδεχόμενα είναι προφανές ότι μπορεί να επιφέρει ουσιαστικό πλήγμα στην ποιότητα της δημοκρατίας.

Έρχονται δύσκολες μέρες σε διεθνές επίπεδο. Η οικονομική ύφεση, η αναμενόμενη επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων, η απελπισία και η απόγνωση είναι βέβαιο ότι θα γεννήσουν κοινωνικές αντιδράσεις. Χρέος μιας δημοκρατικής πολιτείας είναι να τις αντιμετωπίσει με αναλογικό και νόμιμο τρόπο χωρίς να επενδύει στη στρατηγική της έντασης. Σε διαφορετική περίπτωση, αν συνεχίσουν να επιστρατεύονται μέθοδοι που δεν ταιριάζουν σε ένα κράτος δικαίου, η ελληνική κοινωνία κινδυνεύει το επόμενο διάστημα να εισέλθει σε αχαρτογράφητα νερά. Οχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας.

*Ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος είναι Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.