Το παραμύθι του καινούργιου κόσμου

∆εν αντέχω, σου λέω! Ολα είναι σκατά!». Η φωνή σκίζει την πρωτόγνωρη ησυχία του απογεύµατος και στο πέρα µπαλκόνι βγαίνει ένα νεαρό εφηβάκι αλαφιασµένο.

Στέκεται αµήχανο και κοιτάζει µπροστά του την άνοιξη που µε τη µορφή µιας καταπράσινης κοροµηλιάς και αντίθετα από εκείνο δεν βρίσκεται σε καραντίνα. Πίσω του προβάλλει µια µεσήλικη γυναίκα, µάλλον η µητέρα του. ∆εν µπορώ να διακρίνω αλλά φαντάζοµαι τα σηµάδια της ανησυχίας ή ακόµη και της ανηµποριάς στο πρόσωπό της.

Ο άλλος δεν είναι εχθρός αλλά συνοδοιπόρος

Κι είναι κι άλλες εικόνες: η εξάχρονη κόρη µιας φίλης να παίζει τουβλάκια µέσω Skype µε τη συνοµήλικη φίλη της. Το τρίχρονο αγοράκι µιας άλλης φίλης που κλαίει κάθε µέρα λέγοντας πως αισθάνεται πολύ µόνο του. Η εντεκάχρονη που στενοχωριέται που δεν µπορεί να πάει στη γιαγιά και στον παππού. Το δικό µου δωδεκάχρονο που δεν του αρκεί να τα λέει διαδικτυακά µε τους φίλους του και κάθε τόσο υπογραµµίζει πως «η φύση µας εκδικείται αφού δεν τη σεβόµαστε και νοµίζαµε ότι εµείς οι άνθρωποι είµαστε οι ανώτεροι», ενώ ο δεκατετράχρονός µου ωρύεται που όλο αυτό είναι αφύσικο και, όχι, δεν είναι το ίδιο το µάθηµα µέσω Skype ή µέσω µέιλ, «δεν καταλαβαίνεις, µαµά!».

Ναι, ίσως και να µην καταλαβαίνουµε οι ενήλικοι όχι από αδιαφορία ή άρνηση, αλλά επειδή δεν αντιλαµβανόµαστε τον κόσµο γύρω µας µε τον ίδιο τρόπο που το κάνουν τα παιδιά. Στεκόµαστε έκπληκτα αµήχανοι µπροστά σε αυτά τα παιδιά, µικρότερα ή µεγαλύτερα, που ως εχθές ήταν χωµένα σε οθόνες κινητών, τάµπλετ υπολογιστών και τώρα διαµαρτύρονται που πρέπει να µείνουν µέσα και –ακόµη και µε δική µας και για πρώτη φορά απενεχοποιηµένη παρότρυνση– να απασχοληθούν και µε τις οθόνες τους. Αλλά δεν τους φτάνει, δεν τους αρκεί, δεν τους ικανοποιεί. Επειδή όσο ωραία κι αν περνάνε τελικά µε διάφορα που εφευρίσκουν, ή εµείς εφευρίσκουµε για χατίρι τους, το αισθάνονται: αυτός ο εγκλεισµός είναι αφύσικος. Είναι αφύσικος επειδή εκτός από την ελευθερία µας, σκέφτοµαι, µας στερεί τον άλλον.

Τα παιδιά δεν έχουν χθες ν’ αναπολήσουν, να βυθιστούν ή ακόµη και να χαθούν µέσα του. Τα παιδιά ζουν στο τώρα· ζουν δυνατά µε κάθε κύτταρό τους το παρόν. Κι αυτό το τώρα τους ζητάµε να παγώσει – άγνωστο για πόσο. Και µαζί να παγώσει και η ανακάλυψη του κόσµου και του εαυτού τους µαζί µε τον άλλον – που τώρα, δυνητικά, µπορεί και να είναι ο φορέας του «εχθρού».

Κι αν εµείς εξορθολογίζοντάς το αντιλαµβανόµαστε την αναγκαιότητα της απαραίτητης «κοινωνικής απόστασης», για τα παιδιά ο άλλος είναι πρωτίστως ο τρόπος για να ανακαλύψουν τον κόσµο και µαζί τον εαυτό τους. Τον έχουν ουσιαστικά και βαθιά ανάγκη – όπως τον έχουµε µε διαφορετικό τρόπο και οι ενήλικοι, µόνο που το έχουµε ξεχάσει ή έχουµε υποβαθµίσει ή εξάρει τη σηµασία του µε έξωθεν επιβεβληµένα κοινωνικά κριτήρια. Τα παιδιά όµως αντιλαµβάνονται ενστικτωδώς και ως το µεδούλι της ψυχής τους πως ο άλλος δεν είναι ο εχθρός, αλλά ο δυνάµει φίλος, σύµµαχος και συνοδοιπόρος.

Τα όνειρα των παιδιών, η αντοχή τους και η δική µας

Τα παιδιά, η γενιά της εικονικής πραγµατικότητας, είναι που πρώτα µας δείχνουν πόσο πλαστό και φούσκα ήταν όλο αυτό στο οποίο ζούσαµε έως τώρα. ∆εν είναι η τεχνολογία αυτή που κάνει εµάς τους µεγάλους να αντέχουµε τον εγκλεισµό µας. Είναι οι σχέσεις που είχαµε χτίσει πριν, είναι το παρελθόν µας. Τα παιδιά αντέχουν επειδή ήδη ονειρεύονται τη ζωή τους στο αύριο, στο ξεπαγωµένο τους παρόν.

Και κάπου εδώ είναι που περισσότερο από ποτέ εµείς οι µεγάλοι πρέπει να ανακαλύψουµε ένα καινούργιο «παραµύθι» να πούµε σ’ εκείνα και σ’ εµάς. Ενα παραµύθι όχι από εκείνα που σε κάνουν να αποκοιµιέσαι αλλά από εκείνα που σε κάνουν να ονειρεύεσαι – επειδή το παραµύθι είναι από δηµιουργίας του προσπάθεια ερµηνείας του κόσµου, της πραγµατικότητας και µαζί παρηγοριά. Ενα παραµύθι για το µετά, όπου θα µπορούµε στο νέο µας αγκάλιασµα να ανακαλύψουµε ο ένας τον άλλο και µαζί τον κόσµο και τον εαυτό µας από την αρχή.

Επειδή το µετά που µε αγωνία, ελπίδα, ακόµη και µε φόβο και επιφυλάξεις καρτερούµε τα παιδιά θα ξεχυθούν έξω πρώτα να το ξεπαγώσουν. Κι εµείς θα πρέπει «σαν έτοιµοι από καιρό» να δούµε «αυτό τον κόσµο τον µικρό τον µέγα» µέσα από τα µάτια των παιδιών: έναν κόσµο οικείο και συνάµα άγνωστο διεκδικώντας τον εκ νέου µε πρόθεση να τον αγκαλιάσουµε – όπως θα τον αγκαλιάσουν τα παιδιά. Και αυτήν τη φορά να είµαστε –όπως τα παιδιά– περισσότερο περίεργοι, ατίθασοι, υποµονετικοί, πρόθυµοι, δίκαιοι, διεκδικητικοί, ευαίσθητοι, γενναιόδωροι, ανοιχτόµυαλοι, θαρραλέοι, συµπονετικοί, σοφοί.

Το εφηβάκι το εγκλωβισµένο στο µπαλκόνι του εξακολουθεί να κοιτάζει την άνοιξη µπροστά του. Σκέφτοµαι ότι για χάρη του, για χάρη όλων των παιδιών που µας δάνεισαν τον κόσµο θα πρέπει αυτό το «παραµύθι» να προσπαθήσουµε να βγει αληθινό… Επειδή µάλλον δεν µας παίρνει να τα κάνουµε και πάλι όλα σκατά.

H Αγγελική Δαρλάση είναι συγγραφέας

ΣΧΟΛΙΑ

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Σχόλια που παραπέμπουν με ενεργό link σε άλλα sites δεν θα δημοσιεύονται. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.