Τσίπρας: Δεν κάνουμε εξωτερική πολιτική χάριν τρίτων

Το νέο πλαίσιο των ελληνορωσικών σχέσεων περιγράφει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τίτλο «Δεν κάνουμε εξωτερική πολιτική χάριν τρίτων».

«Η επίσκεψή μου στη Μόσχα επαναβεβαιώνει τον σημαντικό ρόλο που εδραιώνει η Ελλάδα στην περιοχή, καθώς εξέρχεται από την κρίση, ως ευρωπαϊκή δύναμη και γέφυρα συνεργασίας με έναν ισχυρό, ιστορικό εταίρο, σε μια κρίσιμη στιγμή για τις γεωπολιτικές εξελίξεις», σημειώνει ο κ. Τσίπρας.

Ως προς το διακύβευμα των ελληνορωσικών σχέσεων ο πρωθυπουργός υπογραμμίζει ότι αυτό είναι μεγάλο και αφορά, μεταξύ άλλων, στις ρωσικές επενδύσεις, στην αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, στην επέκταση της ενεργειακής συνεργασίας υπό νέα δεδομένα, στον ρόλο της Ρωσίας στη δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναφέρεται στις επισκέψεις του σε Μόσχα και Αγία Πετρούπολη το δύσκολο για τη χώρα μας 2015 και σημειώνει ότι ο στόχος τους ήταν η επανεκκίνηση των “παγωμένων”, επί πέντε χρόνια ελληνορωσικών σχέσεων, και όχι η αναζήτηση της οικονομικής στήριξης της Ρωσίας, μετά τη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή της σε εθνικό νόμισμα, όπως πολλοί είχαν τότε ψευδώς επικοινωνήσει. Δηλώνει πως η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν αποτέλεσε ποτέ επιλογή της κυβέρνησης του και ούτε θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί την Ελλάδα ως μια χώρα επαίτη, που παζαρεύει τον γεωπολιτικό της ρόλο έναντι πρόσκαιρων οικονομικών ανταλλαγμάτων.

Με αφορμή και τη Συμφωνία των Πρεσπών ο κ. Τσίπρας υπογραμμίζει πως «η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τα κρίσιμα εθνικά της θέματα υπό το πρίσμα τρίτων δυνάμεων. Είτε αυτές είναι σύμμαχες δυνάμεις στο ΝΑΤΟ, είτε σημαντικοί εταίροι όπως η Ρωσία. Αντιμετωπίζουμε τα εθνικά μας θέματα και εργαζόμαστε για την επίλυσή τους, υπό το πρίσμα των εθνικών μας συμφερόντων και μόνο».

Το άρθρο του πρωθυπουργού έχει ως εξής:

ΕΛΛΑΔΑ – ΡΩΣΙΑ

Στις ράγες του διαλόγου και της συνεργασίας

Η επίσημη επίσκεψή μου στη Ρωσία, σε συνέχεια της πρόσκλησης που μου απηύθυνε ο πρόεδρος Πούτιν τον περασμένο Μάρτιο, είναι η τρίτη που πραγματοποιώ ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, τα τελευταία τριάμισι χρόνια. Οι δύο πρώτες, σε Μόσχα και Αγία Πετρούπολη, έλαβαν χώρα το 2015, σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας.

Οι ελληνορωσικές σχέσεις έχουν μακρά παράδοση. Φέτος, άλλωστε, συμπληρώνουμε 190 χρόνια διπλωματικών σχέσεων, οι οποίες παρέμειναν ισχυρές, παρά τις κοσμογονικές γεωπολιτικές εξελίξεις, επειδή βασίστηκαν και βασίζονται σε ιστορικούς, πνευματικούς και πολιτιστικούς δεσμούς αιώνων μεταξύ των λαών μας.

Έπειτα από μια εν πολλοίς παγωμένη πενταετία, το 2015 αναλάβαμε να τις επανεκκινήσουμε, βασισμένοι στο δικό μας δόγμα για μια εξωτερική πολιτική πολυδιάστατη και ενεργητική. Μια πολιτική που δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα, χωρίς να παραβλέπει τις δεσμεύσεις της στους διεθνείς Οργανισμούς όπου συμμετέχει (Ε.Ε., ΝΑΤΟ), να διατηρεί επωφελείς σχέσεις συνεργασίας με άλλες κρίσιμες χώρες στην περιοχή, με περιφερειακές, αλλά και παγκόσμιες δυνάμεις.

Αυτόν τον χαρακτήρα είχαν οι δύο πρώτες επισκέψεις μου σε Μόσχα και Αγία Πετρούπολη το 2015 και όχι να αναζητήσουν την οικονομική στήριξη της Ρωσίας, μετά τη χρεοκοπία της χώρας και την επιστροφή της σε εθνικό νόμισμα, όπως πολλοί είχαν τότε ψευδώς επικοινωνήσει. Και αυτό, όχι μόνο γιατί η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ δεν αποτέλεσε ποτέ για εμάς επιλογή, αλλά και γιατί ποτέ δεν θα μπορούσαμε να διανοηθούμε την Ελλάδα ως μια χώρα επαίτη, που παζαρεύει τον γεωπολιτικό της ρόλο έναντι πρόσκαιρων οικονομικών ανταλλαγμάτων.

Αντιθέτως, ακόμη και στις πολύ δύσκολες ώρες του 2015, οι συζητήσεις μου με τον πρόεδρο Πούτιν ήταν απολύτως ειλικρινείς ως προς τη στρατηγική της χώρας, σε ό,τι αφορά τη θέση και τις δυνατότητές της, τις συνεργασίες και τις στοχεύσεις της. Διότι η εξωτερική μας πολιτική, για να είναι πολυδιάστατη και αποτελεσματική, οφείλει να εδράζεται στις αρχές της συνέπειας, της σταθερότητας και της εντιμότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, συμφωνήσαμε με τον πρόεδρο Πούτιν να αξιοποιήσουμε τη συμμετοχή μας στην Οικονομική Διάσκεψη της Αγίας Πετρούπολης, το Έτος Ελλάδας – Ρωσίας και την επίσκεψή του στην Αθήνα, για την ουσιαστική επανεκκίνηση των σχέσεων των δύο χωρών και την ενίσχυση της συνεργασίας σε μια σειρά από τομείς.

Σήμερα οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Η Ελλάδα έχει πια βγει από την αυστηρή επιτροπεία των εταίρων της, έχει ολοκληρώσει μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια τα προγράμματα προσαρμογής, και έχει επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παράλληλα, καθίσταται διαμετακομιστικός και ενεργειακός κόμβος στην περιοχή, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για επενδύσεις, όχι μόνο στον τουρισμό και στην αγορά ακινήτων, αλλά σε στρατηγικές υποδομές μεταφορών και ενέργειας και πολλούς άλλους τομείς.

Το κυριότερο όμως είναι ότι έχει ανακτήσει και ενισχύσει τη διπλωματική της ισχύ και τον γεωπολιτικό της ρόλο, του πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας, σε μια ευρύτερα αποσταθεροποιημένη αλλά εξαιρετικά κρίσιμη περιοχή.

Την ίδια στιγμή, το ενδιαφέρον της Ρωσίας για αυτήν την περιοχή σε διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο είναι μεγάλο και θεμιτό. Θεωρούμε ότι και τα περιθώρια για διάλογο και συνεργασία, στο πλαίσιο του αμοιβαίου σεβασμού, επίσης είναι και οφείλουν να είναι μεγάλα. Ιδιαίτερα, καθώς η επίσκεψη αυτή πραγματοποιείται σε μια παγκόσμια συγκυρία όξυνσης των οικονομικών και γεωπολιτικών αντιθέσεων, με όλες τις συνέπειες που αυτό έχει για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή μας. Πρέπει λοιπόν να εντείνουμε τις προσπάθειές μας προκειμένου η συνεργασία και ο διάλογος μας να διευρυνθούν, σε διμερές, σε περιφερειακό, σε ευρωπαϊκό, και διεθνές επίπεδο.

Προφανώς, ο διάλογος αυτός δεν είναι πάντα εύκολος. Η ειρήνη και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου στην ευρύτερη παρευξείνια γειτονιά μας, στην οποία διαμένουν και δεκάδες χιλιάδες άτομα ελληνικής καταγωγής, αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Το καλοκαίρι διανύσαμε στιγμές δύσκολες σε διμερές επίπεδο, που επέβαλαν την αποστολή σαφών μηνυμάτων. Τα μηνύματα εστάλησαν και προχωράμε.

Επαναφέρουμε τις σχέσεις των δύο χωρών στις ράγες που με κόπο στρώσαμε από το 2015 έως σήμερα και αναδεικνύουμε τις ευκαιρίες που ανοίγονται για τις ελληνορωσικές σχέσεις, μετά την έξοδο της χώρας από την κρίση και υπό τις νέες γεωπολιτικές συνθήκες.

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τα κρίσιμα εθνικά της θέματα υπό το πρίσμα τρίτων δυνάμεων. Είτε αυτές είναι σύμμαχες δυνάμεις στο ΝΑΤΟ, είτε σημαντικοί εταίροι όπως η Ρωσία. Αντιμετωπίζουμε τα εθνικά μας θέματα και εργαζόμαστε για την επίλυσή τους, υπό το πρίσμα των εθνικών μας συμφερόντων και μόνο.

Αυτή ήταν η προτεραιότητά μας στις προσπάθειές μας να λύσουμε το Μακεδονικό και όχι οι απόψεις και οι θέσεις τρίτων χωρών. Λύνουμε ένα διμερές πρόβλημα με μια γειτονική μας χώρα προς όφελος της Ελλάδας και της γειτονικής χώρας, προς όφελος των λαών μας, με γνώμονα την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στη περιοχή και την απελευθέρωση κρίσιμου διπλωματικού κεφαλαίου για την άσκηση εξωτερικής μας πολιτικής που θα προσανατολιστεί τώρα στις μείζονες εθνικές απειλές. Δεν λύνουμε το Μακεδονικό για να κάνουμε το χατίρι καμίας τρίτης χώρας και ούτε καν διανοηθήκαμε ότι θα επιτρέψουμε να δεχθούμε ποτέ πιέσεις, σε ό,τι αναφορά τη διαπραγματευτική μας στάση, από τρίτη χώρα.

Το διακύβευμα των ελληνορωσικών σχέσεων είναι μεγάλο. Αφορά:

· τις ρωσικές επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας,

· την αύξηση των ελληνικών εξαγωγών, παρά το καθεστώς κυρώσεων,

· την επέκταση της ενεργειακής μας συνεργασίας υπό νέα δεδομένα,

· τον ρόλο της Ρωσίας στη δίκαιη και βιώσιμη επίλυση του Κυπριακού,

· τον διάλογο για τις περιφερειακές εξελίξεις, συνεργασίες και συμμαχίες, σε μία περίοδο ανακατατάξεων στην Ανατολική Μεσόγειο,

· την προώθηση των ευρωρωσικών σχέσεων σε μία περίοδο γεμάτη κινδύνους για την παγκόσμια και περιφερειακή ειρήνη.

Στο πλαίσιο αυτό, η επίσκεψή μου στη Μόσχα επαναβεβαιώνει τον σημαντικό ρόλο που εδραιώνει η Ελλάδα στην περιοχή, καθώς εξέρχεται από την κρίση, ως ευρωπαϊκή δύναμη και γέφυρα συνεργασίας με έναν ισχυρό, ιστορικό εταίρο, σε μια κρίσιμη στιγμή για τις γεωπολιτικές εξελίξεις.