Τσογλάνια

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι_x000D_
και λογοπλάστης και νομοπλάστης (κυρίως) και ίσως στο μυαλό του ο πλάστης του_x000D_
κόσμου. 

Δεν θα είχε κανένα πολιτικό και αρθρογραφικό ενδιαφέρον η αναφορά στον ξεχασμένο συνταγματολόγο της καρδιάς μας, αν, ως ένα άλλο είδος Αδωνη, δεν φώναζε όσα οι άλλοι ψιθυρίζουν. Σε πρόσφατη παρουσίαση βιβλίου επανέλαβε τη λέξη που με μεγάλο καμάρι έπλασε ο ίδιος, τον εκτσογλανισμό. «Αποδίδει μια προδιάθεση και περιρρέουσα ατμόσφαιρα», για τον ΣΥΡΙΖΑ φυσικά, επέμεινε ο άλλοτε κραταιός των στούντιο στα οποία αναπτυσσόταν η εικονική πολιτική πραγματικότητα που τελικώς τον ξέβρασε στις παρουσιάσεις βιβλίων να μοιράζεται τις κάμερες και το μικρό ακροατήριο με πολλούς ακόμη.

Τον ίδιο προσδιορισμό για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έχει χρησιμοποιήσει και ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος ανήκει στην ίδια κατηγορία των βαρέων βαρών επιθέσεων ενάντια στην κυβέρνηση.

Δεν είναι τυχαία η πνευματική συνεύρεση των δύο πολιτικών αντρών στο λήμμα τσογλάνι και η κοινή επιθετικότητα που ξεχνάει προσχήματα και εκφράζει την πολιτική με άλλα, αισχρά μέσα.

Ομοιος στον όμοιο και η κοπριά απευθείας από τα λύματα της διαπλοκής. Πληθωρικοί και οι δύο στις εκφράσεις τους, χωρίς τον φόβο του κόστους, εκφράζουν με σπάνια ειλικρίνεια όσα οι συνοδοιπόροι τους περνούν από φίλτρα εξομάλυνσης και επικοινωνιακού λούστρου.

Για τον Πάγκαλο, τον Βενιζέλο, τον Μητσοτάκη, για όσους μαζί με αυτούς κατείχαν την εξουσία επί μισό αιώνα, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός με την έννοια που τον κρίνει κάποιος από την κοινωνία. Είναι τα τσογλάνια, οι άγαρμποι, οι σώγαμπροι, οι για όλους αυτούς τους λόγους απαράδεκτοι που τους αφαίρεσαν την εξουσία. Στην κρίση τους και την κριτική τους δεν υπάρχουν στοιχεία πολιτικής, ούτε ενδιαφέρον για τη χώρα. Αν υπήρχαν, η χώρα, την οποία οι ίδιοι κυβέρνησαν και μάλιστα μερικές φορές με αίσθηση κληρονομικού δικαιώματος, θα ήταν διαφορετική.

Δεν διαφωνούν με τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε συμφωνούν. Δεν τον αναλύουν πολιτικά, δεν τον απορρίπτουν γι’ αυτόν τον λόγο, δεν τον τοποθετούν στο περιθώριο ως επιζήμια κατάσταση. Τον μισούν γιατί τους αφαίρεσε την εξουσία. Το μίσος αυτό είναι που επιχειρούν εκ των υστέρων να βαφτίσουν και να παρουσιάσουν ως πολιτική διαφωνία.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, καλή ή κακή, τους αφαίρεσε την εξουσία που αντιλαμβάνονται ως ιδιοκτησία, την οποία στη χειρότερη περίπτωση μοιράζονταν μεταξύ τους.

Η εικόνα του Αλέξη Τσίπρα και των συνεργατών του στο Μέγαρο Μαξίμου προκάλεσε την οργή τους, η οποία αρχικώς μετριάστηκε από την πίστη πως πρόκειται για παρένθεση.

Υστερα από δύο χρόνια η κυβέρνηση παραμένει, ο πρωθυπουργός διαπραγματεύεται, ξένοι ηγέτες φαίνεται πως αλλάζουν τη στάση τους για την ευρωπαϊκή πραγματικότητα της λιτότητας και οι ίδιοι πρέπει να απαντήσουν αν συμφωνούν ή διαφωνούν. Αυτό επιβάλλουν οι κανόνες της πολιτικής. Αντί για απάντηση κάνουν το εξής αντιφατικό: προφητεύουν πως θα επέλθει η καταστροφή, η οποία θα αποφευχθεί αν κλείσει η αξιολόγηση με κάθε μέσο και μέτρο, το οποίο ταυτοχρόνως αποκαλούν αντιλαϊκό και σκληρό επειδή μπορεί να παρθεί από την παρούσα κυβέρνηση.

Γύρω από τη μείζονα αντιπολίτευση, κόμματα, αποκόμματα και κομματίδια συμφωνούν στην αντιΣΥΡΙΖΑ ρητορική, αναζητώντας όχι μόνο τις ψήφους δυσαρέσκειας, αλλά ένα ομαδικό χτύπημα που θα τους φέρει σε ένα παζάρι εξουσίας μετά τις εκλογές.

Το θέμα δεν είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει άδικο ή αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει δίκιο πως είναι η μοναδική εγγύηση για την έξοδο από την κρίση, όπως υποστηρίζει στη συνέντευξή του στο Documento. Το θέμα είναι ότι η πολιτική εκχυδαΐζεται σε παιχνίδι τακτικισμών για την κατάληψη της εξουσίας, όπου το μίσος (δεν πρόκειται για πολιτικό μίσος αλλά για πραγματικό) μεταμφιέζεται σε ψευτοπολιτικές αφηγήσεις σωτηρίας. Αν είναι πραγματικές αυτές οι αφηγήσεις, τότε η χώρα θα σωθεί αν ξανακαταλάβουν το Μέγαρο Μαξίμου ο Βενιζέλος, ο Αδωνης και φυσικά ο Μητσοτάκης αν δεν τον έχει καταστρέψει ο Ιζνογκούτ αντιπρόεδρος που θέλει να γίνει πρόεδρος στη θέση του. Το σενάριο αυτό προϋποθέτει να έχει δίκιο ο άλλος Μητσοτάκης ο πρεσβύτερος ο οποίος είχε πει το γνωστό «ποιος θα θυμάται σε δέκα χρόνια» . Με αυτή την έννοια τα τσογλάνια είναι αντικείμενο μίσους ακόμη περισσότερο γιατί συντηρούν συνεχώς τη μνήμη.