Διαβάστε στο Documento

Documento Newspaper

Μνήμες από την Τραπεζούντα: H 93χρονη Άννα Θεοφυλάκτου μιλά στο Documento

Στις ακτές του Εύξεινου Πόντου η Τραπεζούντα, η «ένδοξος πόλις» της αυτοκρατορίας των Κομνηνών, ήταν κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία μια από τις σημαντικότερες περιοχές του Πόντου, τόσο πολιτικά όσο και εμπορικά, λόγω της γεωγραφικής της θέσης. 

Το λιμάνι της, μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο εμπορίου, αποτελούσε για την Ευρώπη την πύλη εισόδου και εξόδου από και προς τα βάθη της Ανατολής. Ο ελληνικός πληθυσμός της Τραπεζούντας, που εκείνη την εποχή έφτανε στο ένα τρίτο του συνόλου της, ήταν ζωτικό στοιχείο της κοινωνίας της και βασικό στήριγμα των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Οταν με τον καιρό η πόλη έπαψε να είναι επίκεντρο του διεθνούς εμπορίου, η διαμορφωμένη πλέον αστική τάξη προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα διοχετεύοντας τις δραστηριότητές της στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Οι τρεις από τις πέντε τράπεζες της πόλης ανήκαν στους εμπορικούς οίκους του Γρηγόρη Καπαγιαννίδη, των αδερφών Φωστηροπούλου και του Κωστάκη Θεοφυλάκτου. Σε ελληνικά χέρια βρισκόταν και το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών, ενώ στην Οθωμανική Τράπεζα εργάζονταν Ελληνες υπάλληλοι.

Οι πρωτιές της

Η Αννα Θεοφυλάκτου κατάγεται από την Τραπεζούντα του Πόντου. Είναι κόρη του γιατρού και πολιτικού Θεοφύλακτου Θεοφυλάκτου και της Ιφιγένειας Κογκαλίδου και δισέγγονη του μεγαλέμπορου και τραπεζίτη Γρηγόρη Καπαγιαννίδη. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ την περίοδο της Κατοχής και υπήρξε ενεργό μέλος της Αντίστασης. Είναι η πρώτη γυναίκα οφθαλμίατρος της Μακεδονίας και η πρώτη γυναίκα οφθαλμίατρος χειρουργός στην Ελλάδα. Σχεδόν για μια δεκαετία ήταν πρόεδρος στη Μέριμνα Ποντίων Κυριών στη Θεσσαλονίκη. Το 1992 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την αξιόλογη κοινωφελή δράση της. Δεν έχει σταματήσει να προσφέρει στα κοινά μέχρι και σήμερα, στα 93 της χρόνια.

Εκανε 21 ταξίδια στον Πόντο. Από το 1976 συλλέγει φωτογραφίες, τεκμήρια της ζωής Ελλήνων του Πόντου και έχει δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό ιστορικό αρχείο για τον εκεί ελληνισμό, που αποδεικνύει την ύπαρξη μιας ισχυρής αστικής ελληνικής κοινότητας στην Τραπεζούντα μέχρι και τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Αναμνήσεις μιας ζωής

«Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, βουλευτής στο ελληνικό Κοινοβούλιο, επισκέφτηκε τον Πόντο το 1902. Εμεινε κατάπληκτος. Και τον επόμενο χρόνο έβγαλε ένα βιβλίο, την ωραιότερη περιγραφή για τον Πόντο (σ.σ.: «Περιήγησις εις τον Πόντο», Αθήναι, 1903, εκ των τυπογραφείων του κράτους). Μάλιστα, στο τελευταίο του κεφάλαιο που αναφέρεται στη Σαμψούντα γράφει: “Ξένοι λαοί που εποφθαλμιούν τις αγορές της Ανατολής εμβάλλουν ζιζάνια στους δύο λαούς και αυτό οι δύο λαοί πρέπει να το προσέξουν”. Κατά κάποιον τρόπο, προείδε την καταστροφική συνέχεια» σημειώνει.

«Οι Ελληνες του Πόντου ζούσαν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο ελληνισμό και για να επιζήσουν έμαθαν να στηρίζονται στον εαυτό τους και μόνο στον εαυτό τους. Χαρακτηριστικό ήταν το ταλέντο τους στο εμπόριο, αλλά και η απέραντη αγάπη τους για τα γράμματα. Οι Τραπεζούντιοι, αφού αποφοιτούσαν από το Φροντιστήριο, συνέχιζαν τις σπουδές τους στα πανεπιστήμια είτε της Κωνσταντινούπολης είτε της Αθήνας και μετά πήγαιναν στην Ευρώπη και κυρίως στο Παρίσι. Ο πατέρας μου, ο οποίος γεννήθηκε το 1884, τελείωσε το σχολείο του χωριού του –στον Πόντο και το μικρότερο χωριό είχε δημοτικό σχολείο–, πήγε στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, συνέχισε στην Ιατρική Σχολή των Αθηνών και το 1907 πήγε στο Παρίσι και πήρε την ειδικότητα του οφθαλμωτορινολαρυγγολόγου. Επέστρεψε στην Τραπεζούντα και άσκησε το επάγγελμά του» λέει στο Documento η Αννα Θεοφυλάκτου.

«Οι Πόντιοι ήταν πάντα ευαίσθητοι σε θέματα κοινωνικής προσφοράς. Και πριν και μετά την καταστροφή. Εκαναν βίωμά τους την υποχρέωση του ατόμου προς το σύνολο. Αυτό φαίνεται πολύ φανερά στην περίφημη επιστολή του Αλέξανδρου Ακριτίδη, εμπόρου από την Τραπεζούντα, προς την οικογένειά του λίγο πριν από τον απαγχονισμό του στην Αμάσεια το 1921, όπου τελειώνοντας έγραφε: “…θα δώσεις 5 λίρες στην Φιλόπτωχο Αδελφότητα, 5 λίρες στην Μέριμνα, 5 λίρες στο σχολείο του χωριού μου…”. Την επομένη θα τον κρεμούσαν και όμως, όπως είχε υποχρέωση απέναντι στην οικογένειά του, πίστευε και την τελευταία εκείνη στιγμή ότι είχε υποχρέωση και στο σύνολο. Τον πρακτικό τρόπο που αντιμετώπιζαν τα προβλήματά τους αλλά και το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων του Πόντου αποδεικνύει η ύπαρξη της Φιλοπτώχου Αδελφότητος, του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ξενοφών και της Αδελφότητος Κυριών Τραπεζούντας Μέριμνα, σκοπός της οποίας ήταν η διά της εργασίας εξασφάλιση των εχόντων ανάγκη Ελληνίδων» παρατηρεί.

Οπως εξηγεί: «Η Μέριμνα δημιουργήθηκε στην Τραπεζούντα το 1904. Ηταν μια πρωτοβουλία της Βάσως Ασλανίδου, αδερφής του Γεωργίου Σκληρού. Επανιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1923 από τη Θάλεια Σαουλίδου, κόρη του λόγιου και ιστορικού Περικλή Τριανταφυλλίδη, με τη βοήθεια των γονιών μου που ασχολούνταν με τα ζητήματα της προσφυγιάς. Ηταν από τα πρώτα πράγματα που γίνανε εδώ και ήτανε θέμα επιβίωσης για πολλές γυναίκες».

Η θέση της γυναίκας«Στον αστικό πληθυσμό η γυναίκα ήταν η βασίλισσα του σπιτιού. Δεν είχε πολλές συναναστροφές και δεν μάθαινε τουρκικά. Ηξερε τα ποντιακά, αλλά για τους αστούς Τραπεζούντιους το πρέπον ήταν να μιλάνε ελληνικά. Κάποιες κοπέλες σπούδαζαν. Ηταν οι μορφωμένες της εποχής, με το πιάνο και τα γαλλικά, και ταξίδευαν στην Ευρώπη. Στην ύπαιθρο η γυναίκα δούλευε πολύ σκληρά, δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα. Στα ανδροκρατούμενα χωριά είχαν αυτό που λέγαμε “μας”, η εκούσια αλαλία: η νέα νύφη δεν επιτρεπόταν να απευθύνει τον λόγο στα πεθερικά και στους αδερφούς του αντρός της.

Πάντρευαν τα παιδιά τους από την κούνια. Με το “κουνίν το χάραγμαν”, με σημάδι στη βρεφική τους κούνια. Οι κοπέλες παντρεύονταν πολύ μικρές, από τη μια γιατί οι οικογένειες χρειάζονταν χέρια στα χωράφια και από την άλλη επειδή οι Τούρκοι δεν πείραζαν παντρεμένες γυναίκες. Θυμάμαι διηγούνταν η πεθερά μου, που παντρεύτηκε 12 χρόνων, ότι έλεγαν γι’ αυτή “η νύφη δεν κάνει παιδιά”. Αλλά η περίοδος της ήρθε στα 16».

Χαρακτηριστικό περιστατικό είναι ότι «όταν ο Γρηγόρης Καπαγιαννίδης θέλησε να παντρευτεί ύστερα από ένα προξενιό, ξεκίνησε με το σόι του να πάρει τη νύφη. Στον δρόμο, όμως, μάθανε ότι η κοπέλα αυτή κλέφτηκε με κάποιον άλλον. Η προξενήτρα λοιπόν θυμήθηκε ότι σε εκείνη τη γειτονιά ζούσε η 17χρονη γεροντοκόρη του Αμοιρόγλου. Ετσι χτύπησαν στη δική του πόρτα. Τη Δόμνα ο πατέρας της δεν πολυήθελε να την παντρέψει. Κάποιος δερβίσης τού ’χε πει ότι η κόρη του αυτή είναι πολύ τυχερή και όπου πάει θα πάρει την τύχη της μαζί της.

Εγινε όμως αυτός ο γάμος και κατά σύμπτωση ο Καπαγιαννίδης εξελίχθηκε σε έναν από τους πλουσιότερους Ποντίους. Λέγεται ότι πλούτισε όταν ένας υπάλληλός του έκανε λάθος σε μια παραγγελία ζαχάρεως και αντί να παραλάβουν εκατό κιλά ζάχαρη ήρθαν χίλια. Ετυχε όμως ένας αποκλεισμός εκείνη την εποχή και αυτό το λάθος απέδωσε στον Καπαγιαννίδη πολλά χρήματα. Αλλά τον υπάλληλο τον απέλυσε. Ο Γρηγόρης Καπαγιαννίδης ήταν παράξενος. Οταν ήθελε να προσλάβει έναν, τον ρωτούσε: πέντε και δύο πόσο κάνουν; Αν έλεγε επτά, δεν τον δεχόταν. Επρεπε να τον δει να πιάσει χαρτί και μολύβι να κάνει την πράξη. Είχε κάτι τέτοιες λόξες. Η γιαγιά μου η Μελπομένη, μητέρα της μητέρας μου, ήταν κόρη του Γρηγόρη Καπαγιαννίδη και της Δόμνας. Τα υπόλοιπα παιδιά τους ήταν ο Κώστας, το μεγάλο μυαλό της τράπεζας Καπαγιαννίδη, ο Αλκης και η Λευκοθέα».

Ποντιακά λεπτοκάρυα

«Τα φουντούκια του Πόντου ήταν ξακουστά παντού. Εκαναν μεγάλες εξαγωγές, κυρίως στη Μασσαλία. Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, αυτός που ξεκίνησε τον αγώνα για τον ελεύθερο Πόντο, γιος του δημάρχου Κερασούντας καπετάν Γιώργη, του μοναδικού Ελληνα δημάρχου στην ιστορία του Πόντου, ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας και έμπορος φουντουκιών και ζούσε στη Μασσαλία. Ο Πόντος είναι γεμάτος φουντουκιές. Τότε, όπου πήγαινες, στην Κερασούντα, στα Σούρμενα, έβλεπες απλωμένα φουντούκια να αποξηραίνονται» αφηγείται.

«Ομως τα χρόνια πέρασαν, ήρθε ο ξεριζωμός και πάρα πολλοί έφτασαν εδώ κατεστραμμένοι. Γνωρίζουμε ότι ο γιος και η γυναίκα του μεγάλου τραπεζίτη Κωστάκη Θεοφυλάκτου (σ.σ.: το σπίτι τους στην Τραπεζούντα στεγάζει σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο) πέθαναν στην ψάθα στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κώστας Καπαγιαννίδης (σ.σ.: το σπίτι του είναι σήμερα το Μουσείο Κεμάλ Ατατούρκ) πέθανε το 1915 και η γυναίκα του ήρθε στην Ελλάδα μόνο με τα κοσμήματά της και τίποτε άλλο» επισημαίνει.

Οπως λέει: «Με τα λίγα που έδωσε στους Πόντιους η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων και με τον προσωπικό τους αγώνα κατάφεραν να επιζήσουν και να δημιουργηθούν ξανά, βασιζόμενοι κυρίως στις δικές τους δυνάμεις, όπως έκαναν πάντα. Μου έλεγε ο πατέρας μου ότι σε όλες τις μετακινήσεις τους αυτά που κουβαλούσαν ήταν μόνο τα εργαλεία της δουλειάς του και τα κοσμήματα της μητέρας μου. Ηρθαν στη Θεσσαλονίκη το ’22, εγώ γεννήθηκα το ’24. Είμαι το μόνο παιδί που χάρηκαν σαν μωρό, μου λέγανε. Τα αδέρφια μου γεννήθηκαν μες στο κυνηγητό».

INFO

Φωτογραφίες από την προσωπική συλλογή της Αννας Θεοφυλάκτου τις οποίες δώρισε το 2000 στον Δήμο Θεσσαλονίκης περιλαμβάνει η έκθεση «Πορτρέτα αστών της Τραπεζούντας», η οποία πραγματοποιείται έως την Κυριακή 9 Απριλίου στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την ίδια: «Η έκθεση αυτή ζωντάνεψε τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων» και αισθάνεται τυχερή που ζει και το βιώνει.

Σχόλια

Το Documento σέβεται όλες τις απόψεις, οι οποίες ωστόσο απηχούν αποκλειστικά και μόνον τη γνώμη των χρηστών. Διατηρούμε το δικαίωμά μας να μην αναρτούμε υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Χρήστες που δεν σέβονται αυτούς τους κανόνες θα αποκλείονται.