Αθλητές ΑμεΑ: «Μας κοροϊδεύουν μες στα μούτρα μας»

Η Εφη Γκουλή γεννήθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1996. Ξεκίνησε να ασχολείται με τον αθλητισμό στην ηλικία των τεσσάρων, όπως λέει η ίδια, «για να μην ατροφήσει το χέρι μου, γιατί έχω μια αναπηρία κινητική. Λείπει το χέρι μου από τον αγκώνα και κάτω. Ονομάζεται φωκομέλεια. Ετσι, με ξεκίνησαν κολυμβητήριο». Το καλοκαίρι του 2021 στο Τόκιο έφτασε στον τελικό των Παραολυμπιακών Αγώνων στο κολύμπι, όπου τερμάτισε όγδοη στα 100 μ. πρόσθιο της κατηγορίας SB8. Στο παλμαρέ της έχει επίσης μετάλλια από παγκόσμια και ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Η αφήγησή της ξεχειλίζει από παράπονο για την αδιαφορία με την οποία η πολιτεία αντιμετωπίζει τους αθλητές ΑμεΑ.

Οι μνήμες της Εφης ξεκινούν στην πισίνα. «Θυμάμαι πολύ έντονα την πρώτη φορά που μπήκα στο νερό. Δεν ήθελα. Ποτέ δεν κατάλαβε κανείς γιατί φοβόμουν. Η αλήθεια είναι πως έβλεπα κάτω τα μαύρα φρεάτια της πισίνας. Ήταν απ’ την πλευρά που ήταν πιο βαθιά. Όταν κάναμε μάθημα στη βαθιά πλευρά νόμιζα ότι θα με ρουφήξουν, φοβόμουν και δεν ήθελα να μπω» εξομολογείται.

«Η μητέρα μου με είχε προετοιμάσει»

Η Εφη δεν άργησε να ξεπεράσει τον φόβο της και να τον μετατρέψει σε δύναμη. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία έπαιξε η μητέρα της, που άρχισε να την προετοιμάζει από μικρή για να αναδυθεί κόντρα στη δίνη ενός άλλου φρεατίου: της ελληνικής κοινωνίας. «Με είχε προετοιμάσει για όλες τις λέξεις που θα άκουγα και μπορεί να θιγόμουν. Ετσι έπαιρνα το γλυκό μου το ύφος και έλεγα: “Παιδιά, έτσι είμαι, έτσι γεννήθηκα και μ’ αγαπώ”. Ημουν πάντα πρόθυμη να εξηγώ, οπότε δεν έχω βιώσει bullying. Μπορεί να έχω βιώσει την κοροϊδία, αλλά δεν την έπαιρνα ποτέ κατάκαρδα».

Στην ηλικία των δώδεκα γνώρισε τον προπονητή της Νίκο Βέζο και ξεκίνησε να ασχολείται με τον πρωταθλητισμό. «Είχα πάρα πολλή ενέργεια για να το κάνω αυτό. Δεν το φοβήθηκα. Η λέξη για τον πρωταθλητισμό είναι θυσία. Έχω θυσιάσει εξόδους, φαγητά, παρέες, οικογενειακές γιορτές. Επίσης έχω θυσιάσει χρήματα».

Στο Μεξικό με χορηγό και χωρίς επιβράβευση

Το καλοκαίρι του 2017 ανακοινώθηκε στην Εφη Γκουλή ότι δεν θα συμμετείχε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα, καθώς δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα να υποστηριχτεί η αποστολή της στο Μεξικό. Η Εφη τελικά βρήκε χορηγό με τη βοήθεια των φίλων και των συγγενών της. «Βάλαμε κάτι εγώ και η οικογένειά μου και κάτι η γυναίκα αυτή (σ.σ.: η χορηγός), οπότε κατέληξα να βρεθώ στο Μεξικό τον Δεκέμβρη. Κάνω μια κούρσα και φέρνω ένα χάλκινο μετάλλιο. Αυτό ήταν η δικαίωση: για τον προπονητή μου, για τη γυναίκα που έβαλε τα χρήματα, για την οικογένειά μου και για τους ανθρώπους που κίνησαν γη και ουρανό να μου βρουν χρηματοδότηση».

Η Εφη γύρισε στην Ελλάδα πρωταθλήτρια και βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νόμο που λέει ότι «αν στο αγώνισμά σου δεν υπάρχουν οκτώ διαφορετικές χώρες, δεν δικαιούσαι να πάρεις χρηματική επιβράβευση. Τη χρειάζεται ένας αθλητής την επιβράβευση. Είναι σαν να του λέει το κράτος: “Μπράβο που με έκανες περήφανο, γιατί έχεις κοπιάσει, γιατί είναι ο μισθός σου”. Όταν κάνεις πρωταθλητισμό κάνεις δουλειά. Χτυπάς κάρτα καθημερινά».

Στο ίδιο εμπόδιο έχουν σκοντά

«Ξέρεις πόσοι αθλητές έχουν τη διάθεση αλλά δεν βρίσκουν χορηγό να πάνε να κάνουνε παπάδες στους αγώνες; Αν ήταν δικά τους παιδιά, ξέρεις για πότε θα είχαν υπογράψει τον νόμο;»

ψει τα πριμ πολλών άλλων παραολυμπιονικών, όπως της Αλεξάνδρας Σταματοπούλου που έχει μιλήσει στο Documento. «Ο νόμος είναι ξεκάθαρα ελληνικός» τονίζει η Γκουλή. «Εχω μιλήσει με συναδέλφους. Εχω στη σειρά μου τρεις Ισπανίδες. Στην Ισπανία βραβεύονται κανονικά είτε έχουν μετάλλιο είτε έρθουν έκτες είτε έχουν να ανταγωνιστούν οκτώ είτε δέκα είτε 15 χώρες».

«Δεν θέλω να κλειστώ σπίτι μου λόγω της αναπηρίας»

«Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, ο αθλητισμός για μένα είναι σημαντικός γιατί μου δίνει αναγνώριση. Για το κράτος αν δεν αθλούμουν θα ήμουν σκέτο ανάπηρη. Δεν το κάνω για να με αντιμετωπίσει ο κόσμος καλύτερα. Το κάνω γιατί αυτό με γεμίζει. Γιατί είναι καλό για το σώμα μου, γιατί δεν θέλω να κλειστώ μες στο σπίτι μου λόγω της αναπηρίας».

Η Εφη Γκουλή γεννήθηκε αγωνίστρια, είναι αδύνατο να μην αντιληφθείς κάτι τέτοιο κουβεντιάζοντας μαζί της. Μπορεί να εκτονώνει την εσώτερη δύναμή της στον πρωταθλητισμό, ωστόσο φαίνεται πως πηγή της είναι η ανάγκη της για αναγνώριση και ορατότητα. Κολυμπάει προκειμένου να αναδυθεί στην επιφάνεια μιας πισίνας που δεν αναγνωρίζει «ελλιπή» σώματα. Ξέρει πως αν δεν επιπλεύσει, θα πνιγεί στη θεσμική αδιαφορία.

«Το κράτος με κάνει να αισθάνομαι τρίτης και τέταρτης κατηγορίας αθλήτρια. Δημιουργεί διακρίσεις» λέει. «Πήγα στο Τόκιο για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες άοπλη, γιατί το όπλο κάθε αθλητή είναι ο προπονητής του. Το όπλο των ανθρώπων με αναπηρία είναι ο συνοδός τους. Εγώ μπορεί να μη χρήζω συνοδού γιατί αυτοεξυπηρετούμαι, αλλά χρειάζομαι προπονητή».

Και συνεχίζει για την κρατική αδιαφορία. «Στο Δουβλίνο πήγα τραυματισμένη. Είχα θλάση στον προσαγωγό. Πήγα να βάλω το καινούργιο μου μαγιό στα αποδυτήρια και σκίστηκε. Παίρνω συγγενείς και κλαίγοντας έψαχνα να βρω 350 ευρώ εκείνη τη στιγμή για να μπορέσω να πάρω ένα καινούργιο μαγιό για να πέσω στο αγώνισμα, με τον προπονητή μου να προσπαθεί να με βοηθήσει από το Viber. Πήρα χάλκινο μετάλλιο και δεν θα το πληρωθώ ποτέ, γιατί δεν συμμετείχαν οκτώ διαφορετικές χώρες».

«Κάθε χρόνο σκέφτομαι πόσα λεφτά πρέπει να βάλω στην άκρη για εξοπλισμό. Μόνο οι διαπιστεύσεις που έχουμε πάνω μας κοστίζουν 280 ευρώ. Ξεκινώντας μια σεζόν, πέρα απ’ την πειθαρχία που πρέπει να έχεις, χρειάζεσαι και μπάτζετ. Πού να το βρω; Απ’ τη δουλειά που δεν έχω; Ή από το αναπηρικό επίδομα των 300 ευρώ μηνιαίως; Ποτέ δεν έχω χρησιμοποιήσει χορηγία για δικό μου όφελος. Οταν με ρωτάνε οι δικοί μου τι δώρο θέλω για τα Χριστούγεννα, συνήθως λέω ότι θέλω μπουρνούζι, μαγιό, γυαλάκια. Αυτός ο μισθός που θα μπορούσαμε να πάρουμε απ’ τα πριμ εμένα θα μου έλυνε τα χέρια. Ξέρεις πόσοι αθλητές έχουν τη διάθεση αλλά δεν βρίσκουν χορηγό να πάνε να κάνουνε παπάδες στους αγώνες; Αν ήταν δικά τους παιδιά, ξέρεις για πότε θα είχαν υπογράψει τον νόμο;».

«Αισθάνομαι πολύ οργισμένη. Γιατί με κάνουν ζητιάνα;»

Η ιστορία της Εφης έχει να αποκαλύψει πολλά πράγματα σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό. Μίλησε για θεσμικό ρατσισμό, τις ρίζες του οποίου φαίνεται να συναντάει κανείς στο αρμόδιο υπουργείο. Ποιος είναι όμως ο πολιτισμός του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού; «Εχω αναγκαστεί να μη δουλεύω γιατί το ωράριο με τις προπονήσεις δεν σου δίνει αυτήν τη δυνατότητα. Ποιος θα σε πάρει να πηγαίνεις στη δουλειά δύο τρεις ώρες; Είναι δύσκολο να κάνεις πρωταθλητισμό και ταυτόχρονα να εργάζεσαι. Αν πάω κάπου για δύο τρεις ώρες να παίρνω 200 ευρώ ακόμη, αυτό το λειψό εισόδημα θα μου στερήσει το επίδομα. Με το πρώτο ένσημο το κράτος σου λέει: “Αφού έπιασες δουλειά δεν μας χρειάζεσαι”. Εμένα το χέρι μου δεν θα φυτρώσει ποτέ».

Το παράδειγμα της Εφης Γκουλή θέτει επιτακτικά το ερώτημα πώς αντιμετωπίζει το κράτος των «αρίστων» τους πρωταθλητές, δηλαδή τους πραγματικά άριστους. «Πιστεύεις ότι μπορώ να πάω εγώ να κάνω την γκαρσόνα; Και ποιος εργοδότης θα με πάρει χωρίς χέρι; Ο κάθε εργοδότης θα κοιτάξει το δικό του συμφέρον. Εμένα ποιος θα με αποκαταστήσει; Οι διορισμοί αθλητών στο δημόσιο που έγιναν φέτος ξέρεις ποιας χρονιάς ήταν; Του 2008 με 2010. Δηλαδή εγώ που είμαι του 2021 θα φτάσω στα 40 μου να διοριστώ; Και πότε θα πάρω σύνταξη;».

Οι αθλητές ΑμεΑ είναι εργαζόμενοι στον τομέα του πολιτισμού. Δεν είναι χομπίστες. Η ευάλωτη συνθήκη στην οποία εγκαταλείπεται η Εφη έρχεται ως αποτέλεσμα μιας γενικότερης θεσμικής απαξίωσης του πολιτισμικού τομέα. Εντάσσεται στην ίδια αλυσίδα κοινωνικών γεγονότων με τα περιστατικά παρενόχλησης, την αδιαφορία για την επιβίωση των εργαζομένων στον πολιτισμό, τη νομιμοποίηση κάθε λογής διάκρισης μέσα σε χώρους που θα έπρεπε να σημαίνουν τη δημοκρατία.

Στην περίπτωση της Εφης η ευαλωτότητα μεταφράζεται σε οργή, πολλοί όμως θα μπορούσαν να την εσωτερικεύσουν, να τη μεταφράσουν ως απόρριψη, να κλειστούν στον εαυτό τους. «Αισθάνομαι πολύ οργισμένη. Γιατί να πρέπει να παρακαλέσω; Γιατί με κάνουν ζητιάνα; Τώρα που πήγαμε να μας συγχαρούν μπροστά στην κάμερα γελάκια και πίσω απ’ την κάμερα “δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις”. Μας κοροϊδεύουν μες στα μούτρα μας!» τονίζει.

«Στο Ολυμπιακό Κολυμβητήριο υπάρχουν οκτώ έως δέκα διαδρομές. Από αυτές τα ΑμεΑ δικαιούνται μία. Ενας αθλητής με καροτσάκι, ανάλογα με την πείρα του, κολυμπάει με τον τρόπο του. Εγώ έχω άλλη ταχύτητα. Μπορείς να εγκλωβίσεις πέντε αθλητές με διαφορετικούς χρόνους και τεχνική σε μία διαδρομή; Δεν είναι επικίνδυνο να χτυπήσουμε; Και πες ότι το ΟΑΚΑ τη χρεώνει κι εγώ δεν ξέρω πόσα χιλιάρικα τον μήνα και πες πως η ομοσπονδία δεν έχει το χρηματικό ποσό να καλύψει δεύτερη διαδρομή. Ενας απ’ αυτούς που κάθονται στις καρέκλες δεν μπορεί να πει: “Στο ΟΑΚΑ θα πληρώνουμε τρεις διαδρομές για τα ΑμεΑ”; Εχουν περάσει δυο τρία χρόνια κι όλο κοιτάζουν τα θέματά μας χωρίς να κάνουν κάτι για να τα λύσουν» λέει η παραολυμπιονίκης για τις δυσκολίες της προπόνησης.

«Ας δείξουμε στα μικρά παιδιά τι είναι η αναπηρία»

Εχουμε ανάγκη τους αθλητές ΑμεΑ και όχι μόνο για τα μετάλλια. Ο κοινωνικός αποκλεισμός που αναπαράγεται θα μπορέσει να εξαλειφθεί μόνο με την ορατότητα αυτών των αθλητών. «Το να δείχνεις σε ένα παιδί επτά χρόνων ότι μπορείς να είσαι ανάπηρος αθλητής και να βραβεύεσαι και να πληρώνεσαι από αυτό είναι ένας τρόπος να το διδάξεις. Απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε είμαστε όλοι δυνάμει ανάπηροι. Οπότε ας δείξουμε λίγο σ’ αυτά τα μικρά παιδιά τι είναι η αναπηρία, ότι δεν είναι κάτι που σε μειώνει και πως το κράτος μπορεί και οφείλει να σε βοηθήσει να πατήσεις στα πόδια σου και όχι απλώς να σε δείχνει με το δάχτυλο» λέει η Εφη κλείνοντας τη συζήτηση.

Εκπροσωπώντας τη χώρα που την πληγώνει, η Εφη Γκουλή έλαβε την πρώτη θέση στα 100 μ. πρόσθιο κατηγορίας SB8 πρόσφατα στο διεθνές κολυμβητικό μίτινγκ IDM Berlin. Κατέρριψε το πανελλήνιο ρεκόρ στον προκριματικό με χρόνο 1.28.84 και ξανά στον τελικό με 1.28.04. Δεν θα πληρωθεί τα δεδουλευμένα της.

Ετικέτες