Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: Το φεστιβάλ δεν είναι βιομηχανία που χρειάζεται μάνατζερ

Συνάντησα τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο στα γραφεία του Ελληνικού Φεστιβάλ στην Πλάκα λίγες ημέρες πριν από το επίσημο άνοιγμα των φετινών εκδηλώσεων.

Μέσα στον «οργανωμένο πανικό» της τελευταίας στιγμής ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ βρήκε τον χρόνο να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με τη φετινή διοργάνωση, το Θέατρο του Νέου Κόσμου, τον ρόλο του καλλιτεχνικού διευθυντή, τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, αλλά και τις επικρίσεις που ακούστηκαν το προηγούμενο διάστημα.

Βαδίζουμε στον τρίτο χρόνο που είστε καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου. Αρχίζετε πλέον να νιώθετε περισσότερο θεσμικός παρά δημιουργός;

Όχι, εδώ έχω έρθει με την ιδιότητά μου, δεν την έχω απολέσει. Ανέλαβα τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή ως σκηνοθέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε φεστιβάλ διεθνώς.

Έχετε διττό ρόλο όμως.

Όχι! Για παράδειγμα ο Ιβο βαν Χόβε, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Toneelgroep Amsterdam, δεν κινείται ως μάνατζερ αλλά ως καλλιτεχνικός διευθυντής. Οι ρόλοι είναι σαφώς διαχωρισμένοι. Δεν είμαι τα πάντα, δεν είμαι και πρόεδρος και καλλιτεχνικός διευθυντής και διαχειριστής. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση να παραμεριστούν οι καλλιτέχνες, όπως στην περίπτωση της Volksbühne που έδιωξαν ύστερα από 25 χρόνια θητείας τον Φρανκ Κάστορφ και έφεραν στη θέση του έναν μάνατζερ ο οποίος δεν γνώριζε από θέατρο και τελικά τον έδιωξαν.

Δεν μπορεί λοιπόν να ταυτιστεί ο ρόλος του μάνατζερ με εκείνον του καλλιτεχνικού διευθυντή;

Δεν γίνεται αυτό. Κατά πρώτον, οι επιλογές πρέπει να είναι αυστηρά καλλιτεχνικές∙ ξέρετε, οι παραστάσεις δεν είναι προϊόν, δεν είμαστε βιομηχανία που χρειάζεται μάνατζερ. Κατά δεύτερον, το να συνδιαλέγεσαι με καλλιτέχνες είναι αρκετά σύνθετη κατάσταση.

Θεωρείτε ότι σταδιακά αφήνετε το δικό σας στίγμα στο φεστιβάλ;

Κάθε καλλιτεχνικός διευθυντής θέλει να το κάνει αυτό. Πιστεύω όμως ότι δεν πρέπει να αγνοείς το παρελθόν όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, κυρίως στους δημόσιους φορείς. Αυτό είναι μια πικρή ιστορία στην Ελλάδα, όμως σε αυτό το κομμάτι δεν νιώθω Ελληνας. Θεωρώ ότι παρέλαβα μια σκυτάλη, θέλω να κρατήσω τα θετικά από το παρελθόν και να προσθέσω τη δική μου σφραγίδα στο σύνολο και στο πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα.

Η διαφορά από διευθυντή σε διευθυντή έγκειται στο τι επιλογές κάνει ο καθένας, στον χαρακτήρα που θέλει να δώσει, ακόμη και στο πώς αντιλαμβάνεται την τέχνη μέσα στην κοινωνία, πόσο τον ενδιαφέρει η σχέση με τον κόσμο, πόσο ανοιχτός είναι στην κοινωνία ή πώς αντιλαμβάνεται την κοινωνία. Είναι σαν να πηγαίνουμε σε ένα καλό γκουρμέ σουπερμάρκετ και να ψωνίζουμε όλοι από τα ίδια ράφια. Ανάλογα με το γούστο μας θα επιλέξουμε διαφορετικά προϊόντα.

Εσείς όταν αναλάβατε βρεθήκατε σε κενό αέρος.

Πράγματι, υπήρχε ένα μεγάλο κενό από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο που δεν λειτουργούσε τίποτε, δεν υπήρχε κάτι προγραμματισμένο. Ευτυχώς είχα την εμπειρία από το Θέατρο του Νέου Κόσμου. Βέβαια, δεν συγκρίνονται τα μεγέθη. Μάλιστα εδώ έχουμε να κάνουμε με τρία φεστιβάλ στη συσκευασία ενός. Η Επίδαυρος, το Ηρώδειο και η Πειραιώς 260 που δημιουργήθηκε ως ανάγκη να δείξουμε τι συμβαίνει στο σύγχρονο θέατρο και στον χορό. Θεωρώ πολύτιμο το ότι πριν από δώδεκα χρόνια έγινε η Πειραιώς 260.

Πολύ σημαντική ωστόσο είναι και η διάχυση του φεστιβάλ στην πόλη.

Ναι, αυτό είναι κάτι καινούργιο και δεν είναι διόλου τυχαίο. Δεν είπαμε ας κάνουμε και μια παράσταση σε μια πλατεία ή ας κάνουμε και μια παράσταση στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Αυτά όλα πρέπει να έχουν χαρακτήρα. Και ένα θέμα που με απασχολεί πολύ είναι ο χαρακτήρας κάθε χώρου. Το Ηρώδειο, με κέντρο τη μουσική, φιλοξενεί κατά κύριο λόγο μουσικές εκδηλώσεις με περισσότερο βάρος στην κλασική μουσική αλλά και τη σύγχρονη. Δεν μπορεί να μην αναδεικνύεις μουσικά γεγονότα που ταιριάζουν σε έναν τόσο μεγάλο χώρο. Φέτος, ας πούμε, τιμάμε την ιστορία του Λευτέρη Παπαδόπουλου, ο οποίος έχει τεράστια διαδρομή στον 20ό αιώνα και αυτό δεν μπορείς να το αγνοήσεις.

Επίσης, σημαντικό όσο και μοναδικό είναι το αφιέρωμα που κάνουμε για τη Λούλα Αναγνωστάκη. Δεν είναι απλώς μια βραδιά, ένα συμπόσιο –που γίνεται και αυτό– αλλά διοργανώνουμε μια πολύ μεγάλη έκθεση –νομίζω δεν έχει γίνει ξανά τέτοια για θεατρικό συγγραφέα– και ανεβάζουμε παραστάσεις που έχουν να κάνουν με το σύνολο του έργου της. Η Ρούλα Πατεράκη καταπιάνεται με όλα τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη και κάνει τη δική της συρραφή σε ένα είδος ζωντανού ραδιοφώνου.

Φίλοι και αντίπαλοι παραδέχτηκαν ότι τον πρώτο χρόνο διεκπεραιώσατε τιτάνιο έργο σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, αλλά από τον δεύτερο χρόνο συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα παραγωγές που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.

Δεν μπορώ να γνωρίζω εκ των προτέρων αν μια παράσταση που επιλέγω θα είναι καλή. Ξέρω τη διαδρομή του καλλιτέχνη και τον επιλέγω. Πώς είναι δυνατό να γνωρίζω το τελικό αποτέλεσμα; Αυτό γίνεται μόνο όταν καλείς έτοιμες παραστάσεις. Και αυτό γίνεται μόνο με τις παραστάσεις του εξωτερικού.

Αυτοί που σας κατακρίνουν υποστηρίζουν ότι επιλέγετε άτομα που γνωρίζετε από το Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Φυσικά και δεν συμβαίνει αυτό. Από τον Νέο Κόσμο έχει περάσει το μισό ελληνικό θέατρο. Πρέπει να μπουν όλοι αυτή στη μαύρη λίστα; Εχουν γίνει πάνω από τριακόσιες παραστάσεις από διακόσιους σκηνοθέτες και έχουν ξεπηδήσει πολύ σημαντικοί καλλιτέχνες. Εγώ ξέρω ότι άλλοι βάζουν τη γυναίκα τους να σκηνοθετήσει ή να παίξει. Αυτό είναι κακό αν η συγκεκριμένη έχει ταλέντο; Προσωπικά δεν έβαλα τη γυναίκα μου ούτε τον γιο μου.

Σχετικά με τις «Θεσμοφοριάζουσες», την παράσταση του Αριστοφάνη που σκηνοθετείτε και θα κατεβάσετε στη φετινή Επίδαυρο, έχει ξεσηκωθεί θόρυβος.

Κανένας θόρυβος δεν έχει ξεσηκωθεί. Ο,τι έγινε έγινε από δύο πικραμένους.

Oχι μόνο από καλλιτέχνες αλλά και από δημοσιογράφους.

Μόνο από έναν. Αλλά δεν είμαι δικτάτορας να καταφεύγω σε απαγορεύσεις. Και πάλι, όμως, δεν μπορούμε να συζητάμε για τον έναν στους διακόσιους, ειδικά όταν υπάρχει εμπάθεια. Οταν ένας δημοσιογράφος γράφει γιατί πήγε η υπεύθυνη του Λυκείου Επιδαύρου στο Μεξικό και έπαιρνε 20 ευρώ ημερησίως εκτός έδρας, τι μπορώ να απαντήσω; Θα έπρεπε να παίρναμε βραβείο γι’ αυτό το κόστος. Ακολουθούμε τον νόμο απόλυτα. Αν μου φέρετε δέκα δημοσιεύματα από δέκα διαφορετικούς δημοσιογράφους θα έχει νόημα να ασχοληθώ. Δεν μπορώ να συζητήσω για τους τρεις στους χίλιους.

Κι όμως συζητάτε…

Απλώς εκθέτω τη θέση μου ότι δεν μπορώ να απαντώ επειδή δύο καλλιτέχνες, λόγω του ότι δεν τους έδωσα παράσταση, λειτούργησαν όχι σύμφωνα με αυτά που ταιριάζουν στην ηλικία και τη θέση τους στο θέατρο ή τη μουσική αλλά σαν αχόρταγοι. Υπάρχουν πολλοί νέοι των οποίων οι προτάσεις δεν εντάχτηκαν στον φετινό προγραμματισμό και έχουν δείξει μεγάλη αξιοπρέπεια.

Ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σας όταν σας ζήτησαν να αναλάβετε καθήκοντα καλλιτεχνικού διευθυντή;

Οτι δεν πρέπει να κλείσει το φεστιβάλ. Σε όσες προτάσεις μού είχαν κάνει έως τότε να αναλάβω το φεστιβάλ είχα απαντήσει αρνητικά. Τότε όμως είπα ναι γιατί θεωρούσα ότι δεν πρέπει να τελειώσει αυτός ο θεσμός. Γιατί στην Ελλάδα είναι και λίγο συνηθισμένο. Κλείνει κάτι και δεν ανοίγει ποτέ ξανά. Γιατί όχι και ένα φεστιβάλ;

Σκέφτεστε το ίδιο ως θεατράνθρωπος και ως καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ;

Η βάση μου είναι ίδια, αλλά εδώ είναι άλλο μέγεθος. Εδώ είναι βιομηχανία και το Θέατρο του Νέου Κόσμου είναι μικρή μονάδα σε σχέση με το φεστιβάλ.

Ωστόσο έχει μακρά διαδρομή στον χρόνο και επίδραση στον κόσμο.

Εδώ όμως βρίσκεται το γοητευτικό και ταυτόχρονα δύσκολο. Τις σχέσεις που δημιουργείς μπορεί πάρα πολύ εύκολα να τις χαλάσεις. Γιατί εσύ νομίζεις ότι πατάς σε κάποια σίγουρα δικά σου πράγματα και ο άλλος νιώθει σταδιακά να μην τον αφορά αυτό που κάνεις γιατί η ζωή αλλάζει και μαζί της αλλάζουν αυτά που συμβαίνουν γύρω μας.

Θεωρείτε ότι το θέατρο στις μέρες μας είναι διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε πριν από το ξέσπασμα της κρίσης;

Θα ήταν παρανοϊκό αν δεν συνέβαινε αυτό. Γιατί σε αυτή την περίπτωση θα σήμαινε ότι οι άνθρωποι του χώρου ζουν περιορισμένοι σε έναν απομονωμένο πύργο. Οπως όλοι οι Ελληνες, έτσι κι εμείς ζούμε την κρίση στο πετσί μας. Ωστόσο, είμαι περήφανος για ένα πράγμα. Το Θέατρο του Νέου Κόσμου είναι ένα από τα τρία τέσσερα θέατρα στην Ελλάδα τα οποία αμείβουν με τιμές προ κρίσης. Ελάχιστα θέατρα πληρώνουν πια ‒ επιλέγουν να δίνουν ποσοστά∙ το ποσοστό είναι ασήμαντο αν δεν πρόκειται για μεγάλο θέατρο και ακόμη πιο ασήμαντο όταν υποδύεσαι μικρό ρόλο. Από τη μια η οικονομική κρίση ή ένας πόλεμος είναι κινητήρια δύναμη για να εκφραστείς μέσα από τη δουλειά σου, από την άλλη όταν δεν υπάρχουν χρήματα αρχίζουν οι εκπτώσεις. Πιστεύω πάρα πολύ στο λιτό και όχι στο φτωχό –είναι παλιά έκφραση αυτή– θέατρο.

Κι εδώ βλέπουμε να αναδεικνύεται η σημαντικότητα του φεστιβάλ.

Ναι, γιατί τα κρατικά θέατρα και το φεστιβάλ είναι ανάσα για τους καλλιτέχνες. Μια ανάσα και οικονομική. Γιατί δίνεται στον καλλιτέχνη η δυνατότητα να κάνει μια παράσταση με όρους προ κρίσης. Αλλιώς ποντάρεις και για την επιβίωσή σου σε μια συμμετοχή σου στο φεστιβάλ ή στο Εθνικό Θέατρο απ’ ό,τι σε εποχή κανονικότητας. Και αυτό δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Ο ρόλος του φεστιβάλ δεν είναι φιλανθρωπικός, αλλά καλλιτεχνικός. Ομως στον βαθμό που γίνονται δεκαπέντε με είκοσι ή και παραπάνω ελληνικές παραστάσεις αξίζει τον κόπο και το ότι πήρα τη θέση. Αν έκλεινε το φεστιβάλ, αυτό θα ήταν σε βάρος και των καλλιτεχνών. Δεν είναι μόνο το ωραίο μας Ηρώδειο και η ωραία μας Επίδαυρος. Πολλά πράγματα παίζουν ρόλο.

Τι θα προσδοκούσατε να ακούσετε όταν ολοκληρώσετε τη θητεία σας;

Οτι δεν έχασα το χιούμορ μου, ότι δεν άλλαξα. Επίσης, να μη μου πουν οι δικοί μου άνθρωποι ότι σαλτάρισα, ότι την ψώνισα, ότι καβάλησα το καλάμι.

Παρατηρούμε όμως συνήθως ότι όταν οι θεσμικοί αναλαμβάνουν έναν ρόλο τελικά γίνονται ο ρόλος.

Αυτό πραγματικά είναι δύσκολο να μου συμβεί.

Αντέχετε την κριτική;

Αντέχω την κριτική, την κακία δεν αντέχω. Αυτό είναι επίσης ένα από τα πράγματα που δεν θα ήθελα να χάσω.