Δύο εκδόσεις για τους θρυλικούς Last Drive

Οι εκρηκτικές συναυλίες, τα στέκια της εποχής, το κοκτέιλ από το οποίο πήραν το όνομά τους παρελαύνουν από τις σελίδες των δύο βιβλίων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Οξύ

Μπάμπης Λάσκαρις και Δημήτρης Μυλωνάς καταγράφουν σε ένα βιβλίο και ένα φωτογραφικό λεύκωμα την πορεία της παρέας από τους Αμπελόκηπους που δημιούργησε την πιο σημαντική γκαράζ μπάντα στην ιστορία του ελληνικού ροκ. 

Η αφήγηση του βιβλίου «The Last Drive – Underwold shakedown» του Μπάμπη Λάσκαρι ξεκινάει από το «Poison», αυτό το τρομερό σινγκλάκι που κυκλοφόρησαν οι Last Drive το καλοκαίρι του 1985 και έσκασε σαν δυναμίτης στη ροκ σκηνή της Ελλάδας. Η σκηνική τους παρουσία ήταν καταιγιστική, το ίδιο και ο ρυθμός των κομματιών τους. Οι Last Drive διαμόρφωσαν τον δικό τους προσωπικό δρόμο, έδωσαν χιλιάδες συναυλίες και ανέπτυξαν προσωπικές σχέσεις με μέλη σπουδαίων ξένων συγκροτημάτων της εποχής. Η μπάντα προέκυψε από μια νεανική κουλτούρα –ταιριαστή με την ανεξάρτητη μουσική σκηνή– που ήταν έτοιμη να ρισκάρει τα πάντα. Το «Underwold shakedown» –ένας δίσκος-σταθμός– αποτέλεσε το θεμέλιο του ελληνικού underground, ενώ έχει χαρακτηριστεί το πιο ψαγμένο άλμπουμ στην ιστορία του ελληνικού ροκ. Ο τίτλος του περιγράφει «κάτι που υπάρχει, ζει και αναπνέει κάτω από το κανονικό». Τις πρώτες εμφανίσεις των Last Drive πραγματοποίησαν ο Αλέξης «Alex K» Καλοφωλιάς (τραγούδι, μπάσο), o Νίκος «Nick» Καπετανόπουλος (κιθάρα) και o Χρήστος «Chris B.I.» Μιχαλάτος (ντραμς). Στις αρχικές συναυλίες το σχήμα περιλάμβανε και τον P.PEP. Ενα χρόνο μετά το γκρουπ συμπληρώθηκε με τον Γιώργο «B. George Bop» Καρανικόλα (ο οποίος έπαιζε μέχρι τότε στους Be Bop Jungle) στην κιθάρα.

Αυτή η παρέα από τους Αμπελόκηπους δημιούργησε τελικά την πιο σημαντική γκαράζ μπάντα στην ιστορία του ελληνικού ροκ. Ολοι έμεναν στην ίδια γειτονιά και άραζαν στη λεγόμενη «παραλία», ένα στέκι που βρισκόταν μπροστά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Πήραν τυχαία το όνομά τους από ένα κοκτέιλ που βρισκόταν στον κατάλογο του Snowball, ενός από τα πρώτα τους στέκια. Το γκρουπ σχηματίστηκε το 1983 με ποικίλες μουσικές αναφορές –ροκ, γκαράζ, σερφ των 60s– φτιάχνοντας έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό ήχο που καθόρισε την πορεία τους. Απέκτησαν σύντομα τεράστιο κοινό παρόλο που –με λίγες εξαιρέσεις– δεν έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τους μουσικούς κριτικούς. Πολλά ελληνικά συγκροτήματα κινήθηκαν αργότερα στα μουσικά μονοπάτια που άνοιξαν και διαμόρφωσαν οι Last Drive. Εκείνη την εποχή, εξάλλου, μπάντες σχηματίζονταν διαρκώς. Οπως αναφέρει και σε συνέντευξή του στο βιβλίο ο Γιώργος Καρανικόλας, η διαδικασία ήταν η εξής: «Σε ρωτούσε κάποιος: “Θα παίξεις;”. “ΟΚ, φύγαμε”. Και την επόμενη μέρα ξεκινούσαν οι πρόβες».

Ο Αγγελόπουλος, η Ντενέβ και το Χημείο

Από το βιβλίο μαθαίνουμε ότι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε ζητήσει κάποια κομμάτια από το «Underworld shakedown» (1986) για την ταινία «Τοπίο στην ομίχλη». Το κομμάτι «Repulsion» ήταν εμπνευσμένο από την ταινία «Αποστροφή» του Ρόμαν Πολάνσκι με την Κατρίν Ντενέβ. Διαβάζουμε για τις ανατρεπτικές ενδυματολογικές επιλογές των θαμώνων στο Swing στα Εξάρχεια, για τα στέκια των πάνκηδων στη διπλανή πολυκατοικία, για το Green Door στην Καλλιδρομίου στο οποίο σύχναζαν φοιτητές καλών τεχνών, για το Αλλοθι στη Θεμιστοκλέους στο οποίο έπινε το ποτό του ο Νικ Κέιβ, για την Ομπρε, μια θρυλική ντισκοτέκ στα Σίδερα Χαλανδρίου, αλλά και για τις συναθροίσεις γύρω από το δισκάδικο Pop Eleven. Τα γεγονότα της εποχής όπως η επιχείρηση «Αρετή», η δολοφονία του Καλτεζά, η κατάληψη στο Χημείο καθόρισαν την πορεία τους.

Οι φωτογραφίες του Δημήτρη Μυλωνά που φιλοξενούνται στο λεύκωμα με τίτλο «The Last Drive – Overloaded», απεικονίζουν τους Last Drive στις πιο σπουδαίες στιγμές τους, από τη γιορταστική ατμόσφαιρα ενός λάιβ μέχρι τη διαδικασία μιας στούντιο ηχογράφησης.

Οι τρελές περιοδείες και οι όψεις του Βερολίνου

Εδωσαν το πρώτο τους λάιβ στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ ακολούθησαν χιλιάδες συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Aλέξης Καλοφωλιάς, τραγουδιστής και μπασίστας των Last Drive, είχε μεταφέρει με συνεντεύξεις του το κλίμα από τις περιοδείες για τις οποίες έλεγε ότι «ήταν κάτι ανάμεσα σε πολεμική επιχείρηση, καλλιτεχνικό εγχείρημα και διακοπές χωρίς λεφτά». Στην αφήγησή του αναφέρει: «Το 1987 δώσαμε δεκαπέντε συναυλίες σε ένα μήνα και ήμασταν εννιά άνθρωποι σε ένα βανάκι που ήταν αρκετά σχιζοφρενικό επίσης. Τις πιο άγριες συναυλίες τις δώσαμε στη Γαλλία και την Ιταλία». Για το Βερολίνο που επισκέφτηκαν το 1987 σημειώνει: «Ηταν μια νησίδα παρανοϊκής δύσης μες στην καρδιά ενός παρανοϊκού σοσιαλιστικού παραδείσου και η αίσθηση επικείμενης ισοπέδωσης –την οποία η πόλη είχε βιώσει ήδη μια φορά και ίχνη της υπήρχαν παντού– έδινε στην ατμόσφαιρα μία διαρκώς παρούσα ανησυχία. Η πόλη που πάντα χρωστάει κάτι στην Ιστορία. Ισως αυτή να είναι η γοητεία της». Για την περίοδο που επισκέφτηκε ξανά το Βερολίνο μετά την πτώση του Τείχους λέει: «Το παλιό ανατολικό κομμάτι ήταν μία αστική έρημος όπου έκοβαν βόλτες πρώην Ανατολικογερμανοί νεοναζί και το παλιό δυτικό πνιγόταν στο ροκ του MTV».

Ο Νίκος Κοντογούρης, ο άνθρωπος πίσω από το θρυλικό δισκάδικο Art Nouveau, μετέφερε την κοσμοθεωρία του συγκροτήματος γύρω από το ροκ: «Δεν περιορίζονταν μόνο στη μουσική. Εβλεπαν και cult ταινίες που αναφέρονταν στις αρχές και στα τέλη του ’60, κάτι surf ταινίες, ροκαμπίλι ταινίες, κυρίως b movies με χαμηλό προϋπολογισμό και γνώριζαν τους ηθοποιούς. Τα είχαν παρατήσει όλα και είχαν επικεντρωθεί σε αυτό. Είχανε το πρωί τις δουλειές τους και από εκεί και πέρα συνέχεια παίζανε».

Κρατάμε για το τέλος τα λόγια του Αλέξη Καλοφωλιά όταν έδωσαν τις συναυλίες μετά την επανένωση: «Η μουσική θα είναι πάλι τα φτερά μας, όχι γιατί μας βοηθάει να δραπετεύουμε, αλλά γιατί οι κιθάρες γιόρταζαν πάντα ωραία τις νίκες και τις ήττες μας».

Ετικέτες