Ελα να πάμε στα καμένα

Οι μελλοντικοί επισκέπτες στα πρώην βασιλικά κτήματα Τατοΐου και στην Αρχαία Ολυμπία θα ακούνε στη διαπασών:

Ελα να πάμε στα καμένα, πουλιά και πεύκα συλλογίσου ενός καμένου παραδείσου. Ερχονται φλόγες απ’ τα δάση και μια φωτιά να μας δικάσει. Μόνο που οι στίχοι του Μιχάλη Γκανά δεν θα απευθύνονται σ’ αυτούς, αλλά σε εκείνους που ευθύνονται για τα χιλιάδες στρέμματα που έγιναν για μία ακόμη φορά αποκαΐδια. Βέβαια, από τον Τζίμη Πανούση που τραγούδαγε «καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες» μέχρι τον Μαχαιρίτσα έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος. Και όσοι επικρίνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το επιτελείο του για λανθασμένους χειρισμούς οφείλουν να του αναγνωρίσουν ότι έχει το χάρισμα. Πριν από περίπου ένα χρόνο, υποστηρίζοντας την επένδυση ενός fund αμερικανικών συμφερόντων, δήλωνε στην Κέρκυρα ότι το δάσος του Ερημίτη έτσι κι αλλιώς κάποια στιγμή θα καεί, οπότε καλά κάνουμε που το χτίζουμε. Ενα μήνα μετά κάηκε. Και δεν ήταν κυνισμός, αλλά πολιτική θέση που επισφραγίστηκε με χωροταξικό νομοσχέδιο. Με τον νόμο υπ’ αριθμό 4759/2020 η κυβέρνηση έδινε περιθώρια έξι χρόνων να οικοδομηθεί κάθε μικρομεσαία εκμεταλλεύσιμη γη καθώς και να ενταχθούν τα εκτός σχεδίου.

Και επειδή scripta manent, ας περάσουμε και στην περιοχή της Βαρυμπόμπης και ας θυμηθούμε τι δήλωνε η υπουργός Πολιτισμού στην εφημερίδα «Παραπολιτικά» τον περασμένο Απρίλιο: «Ο στόχος είναι το “Τατόιον” να λειτουργήσει ως πρότυπη ξενοδοχειακή μονάδα, αλλά για να μπορέσει να είναι ανταγωνιστική και ανταποδοτική, ο φορέας διαχείρισής της θα πρέπει να συμπεριλάβει και κάποια από τα παρακείμενα κτήρια, όπως οι στρατώνες κ.λπ. Μέχρι το 2025 θα είναι ένας πολυσύνθετος τουριστικός και πολιτιστικός πυρήνας της Αθήνας, της Αττικής, με πάρκα, αθλητικές εγκαταστάσεις, υπηρεσίες wellness-spa και εστίασης και πολιτιστικές δραστηριότητες που θα συμβάλουν δραστικά στην εθνική οικονομία. Διότι ο μεγάλος στόχος δεν είναι μόνο η βιωσιμότητα, αλλά και η κερδοφορία που θα αφήσει η μεγάλη αυτή επένδυση, με εκτιμώμενο συνολικό προϋπολογισμό 97-130 εκατ. ευρώ». Υπήρχαν όμως εμπόδια, όπως επισημαίνει ανερυθρίαστα το in.gr στις 9 Φεβρουαρίου: «Πολλοί μνηστήρες σκανάρουν τις γύρω εκτάσεις και διερευνούν τις δυνατότητες αξιοποίησής τους. Ωστόσο, μεγάλο τμήμα τους είναι δασικό, ενώ η διαθέσιμη καθαρή γη είναι ελάχιστη και με περιορισμούς στις χρήσεις της».

Καταστροφικές πυρκαγιές συμβαίνουν φυσικά κάθε καλοκαίρι και στην Ελλάδα και σε άλλα, πολύ πιο οργανωμένα κράτη. Πώς όμως οι πολίτες να μην είναι καχύποπτοι όταν έχουν προηγηθεί όλα αυτά; Ας αφήσουν λοιπόν τις υποκρισίες για τον στρατηγό άνεμο που είδε μόνο ο Χαρδαλιάς και ο Χρυσοχοΐδης, με πειστήριο το ατίθασο τσουλούφι πασπαλισμένο με στάχτη. Ολοι ήξεραν για τις επικίνδυνες συνθήκες λόγω καύσωνα, αλλά επέλεξαν ξανά να αυτοθαυμαστούν και να καλύψουν την ανεπάρκειά τους με μια επιδέξια επικοινωνιακή πιρουέτα ότι δεν θρηνήσαμε ανθρώπινες ζωές.

Ο Νέρωνας ηδονιζόταν μπροστά στη φλεγόμενη Ρώμη, απαγγέλλοντας Ομηρο. Σε λίγα χρόνια που το ψηλότερο δέντρο θα είναι ο μαϊντανός, θα βρεθεί άραγε κάποιος από τους συμβούλους του πρωθυπουργού να του διαβάσει τα λόγια του αρχηγού των Ινδιάνων;

«Ο καιρός της δικής σας παρακμής κοντοζυγώνει. Μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία από τα ίδια σας τα απορρίμματα».

H Χρύσα Κακατσάκη είναι φιλόλογος ιστορικός Τέχνης