Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Σύγκρουση κομμάτων εντός και εκτός..

Βρισκόμενοι σε μια δύσκολη φάση, σε σχέση με την εξέλιξη των Εθνικών μας θεμάτων στα Ελληνοτουρκικά, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα έπρεπε να συγκαλέσει Συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, προκειμένου να ενημερωθούν οι πολιτικοί αρχηγοί με ποια Εθνική γραμμή πορεύεται η χώρα.

Ίσως όμως αυτό για την ώρα να φαντάζει ως ανέκδοτο, όχι βέβαια αν η κα πρόεδρος θα κατάφερνε να φέρει εις πέρας τη σχετική διαδικασία, αλλά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αν κρίνουμε από:

1) τις λεπτές αποχρώσεις διαφοροποίησης των δηλώσεων του κ. Μητσοτάκη με τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Δένδια,

2) τη σύγκρουση των πρώην Πρωθυπουργών κ. Σημίτη και κ. Καραμανλή, όπου ο μεν πρώτος παρεμβαίνει με άρθρο του για να δικαιώσει τη πολιτική του για το Ελσίνκι και τα Ελληνοτουρκικά, μήπως και επηρεάσει και τον κ. Μητσοτάκη προς στη δική του κατεύθυνση, ο δε δεύτερος τον βάζει στη θέση του, αναφέροντας τις προσπάθειες που έκανε η κυβέρνησή του για να απομακρύνει τις συνέπειες της αποτυχημένης πολιτικής του κ. Σημίτη στα παραπάνω θέματα,

3) τον υπαρξιακό διχασμό του ΚΙΝΑΛ, το οποίον πρώτα εφάρμοσε τη πολιτική του Σημίτη και έπειτα με τη συγκυβέρνηση της ΝΔ την απεμπόλησε και

4) την γνωστή τακτική του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, όταν διαβλέπει εσωκομματικές πολιτικές διαφωνίες να σφυρίζει «προς Θεού μη σπάσουμε τώρα αυγά και γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες! Οι παλαιότεροι θα θυμούνται εκείνη την θυελλώδη ψηφοφορία της Κεντρικής Επιτροπής του Συνασπισμού για το Σχέδιο Ανάν, όπου είχε ήδη ανακοινωθεί το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στις ειδήσεις για οριακό «ναι»της Επιτροπής στο σχέδιο ενώ η διαδικασία της ψηφοφορίας ήταν ακόμη σε εξέλιξη! Ο Γιάννης Δραγασάκης θα θυμάται καλύτερα, καθώς ήταν ο ίδιος που το κατήγγειλε από το βήμα της Επιτροπής.

Στο σχετικό λοιπόν θέμα τα πολιτικά κόμματα διαμορφώνουν μια ωραία ατμόσφαιρα, όπως θα έλεγε και ο Ηλιόπουλος!

Το θέμα έχει ως κύρια αφετηρία την διαφορετική ερμηνεία του Ελσίνκι που ο κ. Σημίτης θέλει να αποδώσει, αφενός μεν δικαιώνοντας τη πολιτική του που μας έβαλε οικειοθελώς και δουλοπρεπώς όταν αποδέχθηκε για τα Ίμια το«noships, notroops, noflags”, αφετέρου δε να πείσει τον κ. Μητσοτάκη να την συνεχίσει.

Μιλάμε για το μακρινό 1999 στο Ελσίνκι, όπου η Ελλάδα του Σημίτη συμφώνησε στην υποψηφιότητα της Τουρκίας ως μέλος στην ΕΕ ένωση, χωρίς να πάρει κάτι ως αντάλλαγμα, ούτε καν την άρση τουcasusbelliτης Τουρκίας και ουσιαστικά συναινώντας στην αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας στα νησιά του Αιγαίου, τα οποία κατοχυρώνονται στη χώρα από διεθνείς συνθήκες και τα οποία πάνω από 30 χρόνια προσπαθεί να γκριζάρει η Τουρκία.Δηλαδή την ώρα που διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό το ενδεχόμενο προοπτικής ένταξης της Τουρκίας στη ΕΕ, εμείς δημιουργούσαμε μόνοι μας νέα μελλοντικά εθνικά προβλήματα για να ευχαριστήσουμε ίσως τη γερμανική πλευρά που για διάφορους γεωπολιτικούς λόγους της εποχής, επεδίωκε διακαώς την ενταξιακή υποψηφιότητα της Τουρκίας στην ΕΕ.

Χάσαμε τότε μοναδική ευκαιρία να βάλουμε κάποια πράγματα με τη Τουρκία στη σωστή τους βάση, όπως αντίστοιχα είχε συμβεί το 1991 στο διαμελισμό της πρώην Γιουγκοσλαβίας,που επιζητούσε διακαώς τότε η Γερμανία και ο Αντώνης Σαμαράς συναίνεσε, χωρίς να διεκδικήσει πρώτα τη λύση του ονόματος της Βόρειας Μακεδονίας με όποιο άλλο όνομα ήθελε και που οι Γερμανοί θα του είχαν παραχωρήσει. Βέβαια πως θα έκτιζε μία πολιτική καριέρα πάνω στο ζήτημα της τότε αποτυχίας του! Έτσι ας μην σπεύδουν κάποιοι να εξωραϊσουν το Ελσίνκι του Σημίτη με τη συμφωνία των Πρεσπών της κυβέρνησης Τσίπρα. Πήρανε την απάντησή τους από τον κ. Κοτζιά.

Έτσι λοιπόν αντί της «μίας και μοναδικής διαφοράς» με τη Τουρκία, που αναγνωρίζουν όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974, δηλαδή την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ, η εξωτερική «επιτυχημένη» πολιτική της Ελλάδας του Σημίτη, αναγνώρισε το δικαίωμα της Τουρκίας σε «συνοριακές διαφορές», αφού στη παράγραφο των συμπερασμάτων της Ευρωπαϊκής Συνόδου στο Ελσίνκι αναγράφεται ότι για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες «Η ΕΕ παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων». Καλεί δε την όποια διαφορά έχει το υποψήφιο κράτος μέλος να τη φέρει ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς η Τουρκία να έχει πρώτα αναγνωρίσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την δικαιοδοσία του ίδιου Δικαστηρίου της Χάγης. Δηλαδή η Τουρκία να προσφύγει μόνη της, χωρίς την υπογραφή συνυποσχετικού με την Ελλάδα γι’ αυτά που η ίδια η Τουρκία θεωρεί αυθαίρετα δικά της κατά παράβαση διεθνών συνθηκών!
Με το Ελσίνκι του κ. Σημίτη, το θέμα της διαπραγμάτευσης των δύο χωρών δεν έμεινε μόνο στα συναφή θέματα, όπου περιλάμβανε, όχι μόνο όλες τις γκρίζες ζώνες που θεωρούσαν οι Τούρκοι, αλλά άγγιζε και αυτήν ακόμη την αιγιαλίτιδα ζώνη, δηλαδή τα χωρικά μας ύδατα!

Όλο το πακέτο λοιπόν των τουρκικών διεκδικήσεων μαζί με την αποδοχή τους από την ΕΕ, που οι άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες έπρεπε να επιλύσουν, η πολιτική Σημίτη το πακέταρε με την ενταξιακή υποψηφιότητα της Τουρκίας στην ΕΕ και πανηγύρισε για τη μεταφορά πλέον των ελληνοτουρκικών διαφορών σε Ευρωτουρκικές διαφορές!

Κατά τον κ. Σημίτη η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκιο της Θάλασσας που κυρώθηκε από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου το 1995 και δίνει το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα η Ελλάδα μ’ ένα απλό προεδρικό διάταγμα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ., όπως το Διεθνές Δίκαιο επιτρέπει σε όλες τις χώρες,έπρεπε για την Ελλάδα να ξεχαστεί, αφού ο ίδιος είχε δεσμευτεί στη Μαδρίτη το 1997, σε επίπεδο ΝΑΤΟ,ότι η Ελλάδα θα αποφύγει τις μονομερείς ενέργειες. Έτσι η Τουρκία κέρδισε την υποψηφιότητα ένταξής της στη ΕΕ, χωρίς η Ελλάδα, όχι μόνο να πάρει κάτι ως αντάλλαγμα, αλλά αντιθέτως η χώρα να προβεί οικειοθελώς σε περιορισμό της εθνικής της κυριαρχίας!

Ο κ. Σημίτης επιμένει και σήμερα ότι οι διαφορές με τη Τουρκία πρέπει να αντιμετωπίζονται ενεργά, χωρίς να συμπληρώνει ορθά τη φράση του, «οι διαφορές που η Τουρκία αντιλαμβάνεται ως τέτοιες»!

Είπε κάποιος στον κ. Σημίτη ότι η «σημασία του να κάνεις τίποτα» είναι πάρα πολύ ενεργητική διπλωματία, αλλά συγχρόνως και δύσκολη; Εκτός αν θεωρούσε το σχέδιο Ανάν σωτηρία για την Κύπρο, ένα σχέδιο απολύτως μη λειτουργικό, που θα οδηγούσε σίγουρα σε διχοτόμηση και την Τουρκία ήδη στην ΕΕ, μέσω της Βόρειας Κύπρου κανονικά και με το νόμο. Κι ας μην βιαστούνε καλοθελητές να μας λένε ότι ήδη το Κυπριακό βρίσκεται ένα βήμα πριν τη διχοτόμηση, ως απότοκο της πολιτικής της αδράνειας. Ακούγεται πολύ απλουστευτικό μετά την απεμπόληση από τον κ. Σημίτη του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας – Κύπρου των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου και Γλαύκου Κληρίδη, αλλά και μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τις συμφωνίες του EastMedτης κυβέρνησης Αναστασιάδη, θεωρώντας ότι είναι πολύ συνετό να αποκλείεις την Τουρκία ενεργειακά από τη περιοχή για ένα έργο που φαίνεται μάλλον απίθανο να περατωθεί.

Με τη κυβέρνηση Μητσοτάκη η εξωτερική πολιτική της χώρας ισορροπεί σ΄ ένα τεντωμένο σχοινί. Με την αποδοχή της κυριαρχίας μας στα 6 ν. μ. από τον κ. Γεραπετρίτη, τη διάθεση δικαιωμάτων και μεγαλύτερης έκτασης στις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο, που σε παρελθόντα χρόνο θα είχαμε αποφύγει, την υποφαινόμενη απώλεια ΑΟΖ με τη Κύπρο, την ΕΕ να μην μας υπολογίζει ακόμη και ως προσκεκλημένους σε θέματα που μας αφορούν και να φορτώνει την ήδη εύθραυστη και επιβαρυμένη οικονομία μας με περαιτέρω εξοπλισμούς.

Οι άγραφοι νόμοι μας επιβάλλουν να συμβάλλουμε, ώστε η νεότερη γενιά να ζήσει καλύτερα από τη δική μας και να διατηρήσουμε τη πατρίδα που μας κληρονόμησαν οι παλαιότεροι στο ακέραιο, τίποτα λιγότερο. Θα τα καταφέρουμε;

H Ελένη Αυλωνίτου είναι πρώην βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ / μέλος ΚΕΑ ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία