Γιάννης Οικονομίδης: «Ταράζεις τα νερά όταν κάνεις πράγματα που στάζουν αίμα»

Η «Στέλλα» του επιστρέφει στο Εθνικό, ενώ ο ίδιος ετοιμάζεται για την καινούργια του ταινία. Μια κουβέντα μαζί του πάντα ανεβάζει την αδρεναλίνη.

Φωτογραφία: Χρήστος Τερζής

Από το 2002 που έκανε το «Σπιρτόκουτο» μέχρι σήμερα που ετοιμάζει την «Μπαλάντα μιας τρύπιας καρδιάς» ο Γιάννης Οικονομίδης έχει φτιάξει τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους που συζητήθηκαν έντονα και μία παράσταση που τάραξε τα νερά του θεατρικού κόσμου. Ο σκηνοθέτης που βραβεύτηκε, διακρίθηκε και αμφισβητήθηκε έχει δυναμική διαδρομή στον χώρο του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου εδώ και 15 χρόνια και συνεχίζει να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του από την αρχή, να δηλώνει παρών στη ζωή του τόπου όπου ζει.

Το θεατρικό του έργο «Στέλλα κοιμήσου», που στις 14 Οκτωβρίου ξεκίνησε παραστάσεις για δεύτερη σεζόν στο Εθνικό Θέατρο, άνοιξε αυλαία στη Θεσσαλονίκη στις 5 Οκτωβρίου στο πλαίσιο των 52ωνΔημητρίων μπροστά σε ένα θερμό και ενθουσιώδες κοινό στο κατάμεστο θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Τον Νοέμβριο θα τον ξαναδούμε στη Θεσσαλονίκη ως ηθοποιό στη νέα ταινία του Φατίχ Ακίν, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, ενώ ο ίδιος θα βρίσκεται στη Στερεά Ελλάδα όπου ξεκινά την προετοιμασία για τη νέα ταινία του.

Είναι τελικά «υποκριτική» η ερμηνεία των ηθοποιών στην παράσταση «Στέλλα κοιμήσου»;

Προσπαθώ να μην είναι. Να είναι ενσαρκωμένη. Η βασική οδηγία όταν ξεκινήσαμε και μέχρι τέλους ήταν: «Αφήστε το θέατρο έξω από εδώ». Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει η υποκριτική ερμηνεία όπως την εννοούμε. Υπάρχει ενσάρκωση. Δεν παίζεις τον ρόλο, είσαι αυτός ο άνθρωπος. Μια εκδοχή του εαυτού σου που πάει προς τον Γερακάρη, προς τη Στέλλα, προς τον Αγγελή.

Πώς γίνεται να συμβαίνει αυτό κάθε βράδυ στη σκηνή;

Απαιτεί μεγάλη ενέργεια και κέφι. Είμαι τυχερός που έχω αυτό τον θίασο από άποψη όχι μόνο επιδεξιότητας των μελών του αλλά και του ψυχικού τους αποθέματος. Είναι 100% διαθέσιμος και αφοσιωμένος σ’ εμένα και στην ιδέα της παράστασης. Αλλιώς δεν θα γινόταν η «Στέλλα» όπως έγινε. Οι ηθοποιοί βιώνουν κάθε βράδυ αυτό το χρονικό. Αυτήν τη φέτα ζωής δεν την παίζουν, τη ζούνε, και μάλιστα με την ταραχή του άγνωστου γιατί δεν υπάρχει κείμενο. Σε κάθε παράσταση όλο το πράγμα ξαναγεννιέται από το μηδέν και στη συνέχεια πεθαίνει.

Γιατί συζητήθηκε έντονα η « Στέλλα»;

Η «Στέλλα» είναι μια κατά μέτωπο σύγκρουση με αυτό που μας περιβάλλει. Είναι μια αληθινή αναπαράσταση χωρίς ενδιάμεσα φτιασίδια σε σχέση τόσο με το δραματουργικό όσο και με τον πολιτικό λόγο της παράστασης. Ολα στο φως. Και αυτό είναι αφοπλιστικό. Δεν θα σας κάνω εγώ μια παράσταση στη σκηνή του Εθνικού, θα ’ρθείτε εσείς στο σαλόνι του Γερακάρη να δείτε αυτήν τη μιάμιση ώρα τι έγινε εκείνη την Κυριακή το μεσημέρι. Δεν θα δείτε θέαμα, θα είστε μάρτυρες ενός χρονικού.

Το έργο μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αντίποδες. Και μιλάμε για παράσταση που δεν έχει κείμενο.

Μας έβαλε την ιδέα ο εκδότης Κώστας Σπαθαράκης και μπήκαμε στη διαδικασία να συλλέξουμε ηχογραφημένες παραστάσεις από πέρυσι, τις οποίες επιμελήθηκε ο Αντώνης Ιορδάνου, ώστε να βγει ένα απαύγασμα από τις καλύτερες και να προκύψει μια εκδοχή της «Στέλλας» στο χαρτί. Θέλαμε να μείνει ένα αποτύπωμα. Πάντα με όρους ανοιχτούς. Αν αύριο το θέλει κάποιος, εννοείται ότι παίρνει το κείμενο και το ξεσκίζει κατά βούληση.

Τι έχει μεγαλύτερη αξία για σένα στην τέχνη που υπηρετείς;

Η αναζήτηση της αλήθειας. Στην κυριολεξία της που είναι αδιαμφισβήτητη, όχι μέσα από τεχνικές όπως η μεταφορά ή η αλληγορία. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι η γυμνή αλήθεια και αυτήν κυνηγάω. Μόνο με αυτό ικανοποιούμαι στη θεατρική πράξη, όπως και στην κινηματογραφική. Και βλέπω ότι αυτό, είτε αρέσει είτε δεν αρέσει στο κοινό, εμπνέει σεβασμό. Ο άλλος αναγνωρίζει ότι κάτι συμβαίνει, ότι εδώ έχει πέσει μπουρλότο.

Στη νέα σου ταινία σας στηρίζει μεταξύ άλλων το Film Office της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας μετά την πρόσφατη συμφωνία του συνεταιρισμού Hellenic Film Office με το κράτος. Επαιξε ρόλο η συμμετοχή του στην παραγωγή για την επιλογή του τόπου;

Η ταινία έτσι κι αλλιώς προβλεπόταν να γίνει εξ ολοκλήρου στην επαρχία. Η βοήθεια στα εκτός Αττικής γυρίσματα είναι πάντα σημαντική γιατί είναι πολυδάπανα και αυτή η στήριξη ήταν καταλυτική στο να αποφασίσουμε –γιατί όχι;– να γίνει στη Στερεά Ελλάδα. Θα γυριστεί με επίκεντρο τη Λαμία και κάποιες σκηνές στη Θεσσαλονίκη. Η Λαμία είναι ο ιδανικός τόπος για την ατμόσφαιρα της ταινίας σύμφωνα με το σενάριο.

Περί τίνος πρόκειται λοιπόν;

Είναι μαύρη κωμωδία που ξεκινά με μια απιστία, ένα ερωτικό τρίγωνο που ανοίγει και μπαίνουν μέσα οι οικογένειες, η νύχτα, ο υπόκοσμος και γίνεται το έλα να δεις. Κακός χαμός. Δεν υπάρχει ένας ήρωας αλλά πολλοί. Πολλά δάκρυα, πολύ αίμα, πολλά ψέματα, πολλή καψούρα, πολύ μαράζι, πολλή μοχθηρία. Ολο αυτό το χαρμάνι των παθών είναι μέσα. Είναι μαύρη κωμωδία με την έννοια της ιλαροτραγωδίας. Το μαύρο χιούμορ πηγάζει από τις απίστευτες καταστάσεις που συμβαίνουν στην Ελλάδα του σήμερα η οποία βουλιάζει στα σκατά της και όλα είναι δυνατόν να συμβούν. Γιατί να μη συμβούν και στην κινηματογραφική οθόνη;

Η μαύρη κωμωδία είναι νέο βήμα για σένα αλλά το μαύρο χιούμορ όχι.

Το μαύρο, το βιτριολικό χιούμορ εισβάλλει σε όλο το έργο μου. Ακόμη και στη «Στέλλα» υπάρχει. Είτε από την μπροστινή είτε από την πίσω πόρτα. Αλλά σε αυτή την ταινία υποχωρεί κάπως ο ζόφος. Από την ώρα που έκατσα να γράψω, πριμοδότησα το μαύρο χιούμορ.

Η οικογένεια αποτελεί πάλι το δραματουργικό περιβάλλον σου;

Πάντα. Η βασική μυθολογία μας είναι η οικογένεια. Ολα γύρω από την οικογένεια γυρίζουν. Αυτή είναι η κυρίαρχη μυθολογία των Ελλήνων. Οπως και των Ιταλών· ο «Νονός» του Κόπολα είναι μια οικογενειακή ιστορία. Το μόνο που με τρώει πάντα είναι να ’μαι εδώ. Και εννοώ εδώ, εδώ. Αλλά δεν κάνω ηθογραφία, όμορφες ιστοριούλες για την Ελλάδα. Είμαι πάνω στα πρόσωπα και πάω βαθιά. Στα συναισθήματα, στους χαρακτήρες, στη γλώσσα, σε ακραίες καταστάσεις – και όλα αυτά ζέχνουν Ελλάδα. Το βασικό μου κίνητρο όταν σηκώθηκα από την καρέκλα μου και είπα θα κάνω το «Σπιρτόκουτο» έτσι όπως καταλαβαίνω εγώ ήταν ότι είχα βαρεθεί να βλέπω ελληνικές ταινίες που δεν είχαν καμία επικοινωνία με τον κόσμο που ζούμε στην Ελλάδα. Κάνεις μια ταινία για να αυτοχαϊδεύεσαι, να παίρνει βραβεία, αλλά στην πραγματικότητα να μην έχει αντανάκλαση πουθενά;

Εσύ γιατί κάνεις ταινίες;

Για να επικοινωνήσω. Να δηλώσω παρών στη ζωή του τόπου μου. Και πολλές φορές φέρνω ως παράδειγμα –γιατί εγώ με αυτούς μεγάλωσα– τις Τρύπες, την μπάντα όπου ήταν ο «δικός» μου ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, που έγραψε τη μουσική στο «Μικρό ψάρι». Το γεγονός ότι ένα γκρουπ καταφέρνει να διεισδύσει και να αφήσει ένα αποτύπωμα είναι μεγάλη ιστορία. Είναι αυτό που έλειπε από το ελληνικό σινεμά από το ’90 και μετά. Γι’ αυτό θεωρώ μεγαλειώδη στιγμή όταν έσκασε το «Από την άκρη της πόλης» του Γιάνναρη. Αν δεν μπεις σε αυτή την ιστορία με ειλικρίνεια και διάθεση να ξετρυπώσεις την αλήθεια, περνάς απαρατήρητος, δεν ενδιαφέρει κανέναν αυτό που κάνεις. Η μόνη πραγματικότητα είναι η διείσδυση και το αποτύπωμα. Και αυτό που πραγματικά ταράζει τα νερά είναι να κάνεις πράγματα που στάζουν αίμα! 

Ετικέτες