Γκόραν Μπρέγκοβιτς: Η μουσική είναι σαν το αλάτι στο φαγητό

Γεννημένος στο Σεράγεβο, το οποίο κάθε τόσο θέλει να θυμάται στις κουβέντες του, ο μεγάλος συνθέτης που εδώ και χρόνια ενώνει τη βαλκανική μουσική με το συναίσθημα μίλησε στο Documento με αφορμή τις πρόσφατες εμφανίσεις του όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Oι άσχημες ειδήσεις κινούνται πιο γρήγορα σήμερα: συμβαίνει κάτι τραγικό και μέσα σε λίγες μέρες το ξεχνάς επειδή έγινε κάτι καινούργιο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει χρόνος να επεξεργαστούμε την αληθινή φρίκη. Πώς πιστεύετε ότι αντιδρούν οι άνθρωποι στον φόβο του πολέμου στις μέρες μας;

Αν κάτι συμβαίνει μακριά, είναι πιο εύκολο να το παρατηρήσεις, ακόμη κι αν μοιάζει με κακή ταινία του Χόλιγουντ. Οταν όμως σου χτυπάει την πόρτα, αλλάζουν τα πράγματα. Κατάγομαι από το Σεράγεβο και είχα δει τόσο πόλεμο στο σινεμά, αλλά αυτό που είδα όταν ο πόλεμος χτύπησε την πόρτα του Σεράγεβο δεν μπορεί να συγκριθεί με καμιά ταινία. Οταν ο πόλεμος φτάνει στο σπίτι σου, όλα αλλάζουν. Είναι πραγματικά φρικτή εμπειρία. Εχασα μέλη της οικογένειάς μου, έχασα φίλους μου, από όλες τις πλευρές, και δεν είναι καθόλου ευχάριστο να το θυμάμαι. Ο πόλεμος όπου κι αν γίνεται σημαίνει σκοτάδι και αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί στην ανθρωπότητα.

Σε μέρες δύσκολες, πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ύφεσης, ποιο είναι το μήνυμα που θα θέλατε να φέρετε σήμερα στο ελληνικό κοινό;

Δεν είμαι πολιτικός, μουσικός είμαι, οπότε μόνο μουσική φέρνω. Η μουσική είναι η πρώτη ανθρώπινη γλώσσα. Πριν από τριάντα χιλιάδες χρόνια, προτού ακόμη μάθουν οι άνθρωποι να επικοινωνούν μεταξύ τους με τη γλώσσα, είχαν μάθει να επικοινωνούν με τη μουσική. Προτού μάθουν για τη θρησκεία, την πολιτική και τα παιχνίδια της εξουσίας. Γι’ αυτό με τη μουσική μπορείς να επικοινωνήσεις τόσο εύκολα με κάποιον άλλο και να κάνεις πράγματα που θα ήταν απίθανο να καταφέρεις με την πολιτική ή τη θρησκεία. Ετσι, αυτό που φέρνω στην Ελλάδα είναι μουσική από έναν συνθέτη μιας μικρής παράδοσης, ο οποίος πάντα νιώθει ότι συμβαίνει κάποιο θαύμα όταν βγαίνει στη σκηνή για να παίξει ζωντανά αυτήν τη μουσική. Αυτό είναι το θαύμα για μένα! Γιατί δεν συνέβη ποτέ κάτι ανάλογο σε κάποιον από τον ίδιο τόπο μ’ εμένα.

Ποια είναι η εντύπωσή σας για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα;

Βλέπω όλον αυτό τον φόβο για τους πρόσφυγες σαν κάτι αντιιστορικό. Ζούμε σε έναν πολιτισμό προσφύγων. Φανταστείτε πώς θα ήταν ο κόσμος αν οι Ελληνες δεν ταξίδευαν. Δεν γίνεται να θεωρούμε ότι δεν έχουμε να κερδίσουμε τίποτα όταν μας πλησιάζουν άνθρωποι από μακρινούς πολιτισμούς. Μπορεί να μην είχαμε το iPhone αν ο πατέρας του τύπου που ανακάλυψε το iPhone δεν καταγόταν από τη Συρία. Αυτή η σκέψη από μόνη της θα μπορούσε να είναι μια καλή αλληγορία για όλα τα υπόλοιπα.

Παράλληλα με την κρίση των προσφύγων, οι κοινότητες των Ρομά αντιμετωπίζουν σήμερα την άνοδο της ξενοφοβίας και του λαϊκισμού σε όλη την Ευρώπη. Ποια θεωρείτε ότι θα ήταν η ιδανική λύση γι’ αυτή την ευάλωτη ομάδα;

Οι Ρομά έχουν ιστορία έξι αιώνων στην Ευρώπη. Και ήταν έξι πολύ δύσκολοι αιώνες γι’ αυτούς. Υπάρχουν αρκετές χώρες που προσπαθούν να τους ενσωματώσουν στην κοινωνία, όπως για παράδειγμα η Αγγλία, η Ιρλανδία και η Γαλλία. Δούλεψα στο παρελθόν με Ιρλανδούς τσιγγάνους και ήταν πολύ ωραίο όταν είδα ότι ζουν όπως όλοι οι υπόλοιποι, σε σπίτια. Ολοι τους βέβαια είχαν και ένα τροχόσπιτο στον κήπο και ήταν έτοιμοι να φύγουν ανά πάσα στιγμή. Αλλά δεν έφευγαν. Δεν ταξιδεύουν πια τόσο πολύ. Δεν ταξιδεύουν καθόλου. Αλλά το τροχόσπιτο ήταν εκεί, έτοιμο να τους πάρει και να φύγουν όποτε θελήσουν. Κάποια στιγμή είχα πάρει μέρος σε μια δράση στη Σερβία που παρότρυνε τους τσιγγάνους να ψηφίσουν. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για να μπορέσουν να έχουν έναν αντιπρόσωπο στην κυβέρνηση. Μετά την πολιτική έρχεται το μεγάλο θέμα της παιδείας. Γιατί αν είσαι φτωχός, πολύ φτωχός, και έρχεσαι από ένα σπίτι με δέκα παιδιά που δεν έχει μπάνιο και δεν έχεις πάει ποτέ σχολείο, είσαι πραγματικά πολύ διαφορετικός. Με την εκπαίδευση όμως οι τσιγγάνοι προόδευσαν και έγιναν σαν όλους τους άλλους. Για παράδειγμα, στην ορχήστρα μου έχω πολλούς τσιγγάνους που έχουν σπουδάσει το όργανο που παίζουν. Ο τρομπετίστας μου είναι ο πρώτος τσιγγάνος που έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο όργανό του. Γι’ αυτό λέω ότι αν οι τσιγγάνοι είχαν σχολεία θα ήταν σαν όλους εμάς. Αλλά οι περισσότεροι παγιδεύονται σε αυτές τις λίγες πιθανότητες που τους δίνει η ζωή τους. Αλλοι θα ζητιανέψουν, κάποιοι άλλοι θα κλέψουν και στην καλύτερη περίπτωση κάποιοι θα γίνουν καλοί εργάτες. Γι’ αυτό επιμένω ότι μόνο η παιδεία μπορεί να τους σώσει.

Μέχρι ποιο βαθμό μπορούν η μουσική και η τέχνη να είναι ανατρεπτικές σήμερα; Μπορούν να αλλάξουν την κατανόησή μας για τον σημερινό κόσμο;

Φυσικά και η μουσική δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο! Αλλά μπορεί να χτίσει έναν όμορφο και μεγάλο δρόμο τον οποίο μπορούμε να διαβούμε όλοι φωτισμένοι από τη χάρη της. Κι αυτός ο δρόμος οδηγεί σε έναν καλύτερο κόσμο. Η μουσική όμως δεν είναι κάτι απαραίτητο γι’ αυτό τον κόσμο. Είναι σαν το αλάτι στο φαγητό. Μπορείς να το φας και χωρίς αλάτι, απλώς δεν θα είναι το ίδιο.

Σε αυτό το σημείο της σταδιοδρομίας σας πώς ορίζετε την επιτυχία;

Θα ήταν αλαζονικό εκ μέρους μου να εύχομαι να είχα περισσότερα. Ηδη, όπως σας είπα, θεωρώ ότι όλο αυτό που έγινε με εμένα είναι ένα μεγάλο θαύμα. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Και ίσως καμιά φορά το μόνο που εύχομαι είναι να μπορέσω να έχω λίγο χρόνο ακόμη για να συνεχίσω να γράφω. Επιτυχία για μένα είναι που βρίσκομαι σήμερα στη Λυών και παρουσιάζω το «Three letters from Sarajevo», ένα κονσέρτο για οριεντάλ βιολί και ορχήστρα, και μιλάω μαζί σας και σκέφτομαι ότι θα ήταν ωραία να παίξω αυτό το έργο και στην Αθήνα με τη συμφωνική σας ορχήστρα.

Πώς τροφοδοτείτε τη δημιουργική ζωή σας;

Αν κοιτάξουμε στην ιστορία της τέχνης θα δούμε ότι οι αγαπημένοι μας καλλιτέχνες δούλευαν πολλές ώρες την ημέρα, όπως κάθε απλός εργαζόμενος. Βέβαια, αν δεν υπήρχαν καλές αμοιβές μπορεί να μην είχαμε τον Σαίξπηρ ή τον Μότσαρτ ή τον Μιχαήλ Αγγελο. Οπότε κι εγώ δουλεύω με αυτόν τον τρόπο, καταρχάς γιατί υπάρχει καλλιτεχνική ελευθερία, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο, και έπειτα υπάρχει και μια ημερομηνία που πρέπει να έχεις τελειώσει το έργο. Το καλύτερο είναι ότι πληρώνεσαι γι’ αυτό που παραδίδεις. Γι’αυτό και η ιστορία της τέχνης δεν είναι τίποτε άλλο από μια ιστορία μεγάλων αμοιβών. 

Ετικέτες