Η αρχαιολόγος Μαρία Βλαζάκη μιλάει για τα αρχαία του μετρό της Θεσσαλονίκης

Η τέως γγ του υπουργείου Πολιτισμού Μαρία Βλαζάκη για την απόσπαση των αρχαιοτήτων. 

Πολλές συζητήσεις έχουν ανοίξει αφήνοντας μετέωρα πολλά ερωτήματα σχετικά με τη σκοπιμότητα της ανατροπής της απόφασης του 2015 για την in situ διατήρηση των μοναδικών βυζαντινών αρχαιοτήτων που ήρθαν στο φως κατά τις εργασίες για τη διάνοιξη του μετρό Θεσσαλονίκης στον υπό κατασκευή σταθμό Βενιζέλου. Το βυζαντινό σταυροδρόμι Decumanus Maximus και Cardo με τα κατάλοιπα της εμπορικής και κοινωνικής ζωής με γνωμοδότηση πλέον του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) θα αποσπαστεί και θα επανατοποθετηθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις αρχαιότητες και τον σταθμό του μετρό. Οσοι αντέδρασαν στη συνεδρίαση του ΚΑΣ μοιάζει να εκπαραθυρώνονται από τις θέσεις τους κατά περίεργη σύμπτωση –απομακρύνθηκαν η ομότιμη καθηγήτρια Σοφία Καλοπίση-Βέρτη, ο καθηγητής Γιώργος Καραδέδος και ο αναπληρωτής προϊστάμενος της Εφορείας Πόλης Θεσσαλονίκης Γιώργος Σκιαδαρέσης– ενώ ήδη προσχηματικά, με αφορμή μια δήθεν σύγκρουση αρμοδιοτήτων του «επιτελικού κράτους», αλλάζει η σύνθεση του ΚΑΣ και του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων και απομακρύνονται οι γενικοί διευθυντές Αρχαιοτήτων και Αναστηλώσεων με πρόσωπα απολύτου επιλογής της υπουργού, αυξάνοντας τον ήδη ασφυκτικό έλεγχο.

Απόφαση που ικανοποιεί την πρωθυπουργική επιθυμία

Η κίνηση της υπουργού Λίνας Μενδώνη να υπογράψει την απόφαση που ανοίγει τον δρόμο για την απόσπαση και επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων προκάλεσε τις αντιδράσεις του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και της Κίνησης Πολιτών Θεσσαλονίκης για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, οι οποίοι κάνουν λόγο για νομική απόκρουση της υπουργικής απόφασης. Το Documento απευθύνθηκε για το θέμα στην τέως γενική γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού, αρχαιολόγο Μαρία Βλαζάκη, η οποία έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Περίπου δυόμισι μήνες μετά την ντροπιαστική γνωμοδότηση του ΚΑΣ για τις ιδιαίτερα σημαντικές αρχαιότητες του σταθμού Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη το έγκλημα της απόσπασης και μετακίνησης του μοναδικού μνημειακού συνόλου υπογράφηκε. Τόσο πήρε στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού να συντάξει την απόφαση, αφού προηγουμένως συμπίεσε τις υπηρεσίες να μελετήσουν εκατοντάδες σελίδες και να εισηγηθούν στο ΚΑΣ μέσα σε δύο μέρες!

Η απόφαση ικανοποιεί μεν τη δεδηλωμένη πρωθυπουργική βούληση, όπως εκφράστηκε στη ΔΕΘ στις 7 Σεπτεμβρίου 2019, όμως έρχεται σε αντίθεση με την αυξημένη υποχρέωση προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η οποία δεν εξαντλείται σε μια υπουργική θητεία αλλά έχει βάθος εις το διηνεκές καθώς έχει θεσμοθετηθεί χάριν και των επερχόμενων γενεών.

Είναι λίαν επικίνδυνο και καταστροφικό για την πολιτιστική κληρονομιά να παρερμηνεύεται από το ίδιο το υπουργείο Πολιτισμού ο ισχυρός αρχαιολογικός νόμος που εκπορεύεται απευθείας από το σύνταγμα και να δηλώνεται σε μια υπουργική απόφαση: “…επανατοποθέτηση της κάθε μιας από αυτές (ενν. αρχαιότητες) στην αυτή θέση κατά ποσοστό 92% μετά τη λήξη των εργασιών, συνεπώς τη διατήρησή τους στο περιβάλλον όπου βρέθηκαν”.

Ομως όσο και να προσπαθούν να ενδύσουν με τον μανδύα της νομιμότητας την υπουργική απόφαση της 4ης Μαρτίου 2020, η αλήθεια παραμένει γυμνή. Ο αρχαιολογικός νόμος είναι σαφής (ν. 3028/2002, άρθρο 42, παρ. 1) και δηλώνει ρητά: “Η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνον όταν ύστερα από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του”. Τότε μόνο εξετάζεται η μετακίνηση ενός μνημείου. Οχι πρώτα να το αποσπούν και να το μετακινούν και όταν το επιστρέφουν, βαριά τραυματισμένο, κομματιασμένο, έχοντας απολέσει την αυθεντικότητά του, να βαπτίζουν εξοργιστικά τη διαδικασία “διατήρησή του στο περιβάλλον του”.

Στην περίπτωση των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου και επιστημονικός έλεγχος έγινε και λύση διατήρησης στο περιβάλλον τους σε συνδυασμό με τη λειτουργία του σταθμού είχε βρεθεί. Ο έγκριτος μελετητής μάλιστα παρουσίασε εντελώς πρόσφατα την εμπεριστατωμένη και πλήρη μελέτη του δημοσίως στο γεμάτο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Επειτα από αυτήν τη δημόσια και λίαν αναλυτική παρουσίαση θα περίμενε κανείς να είχε συγκρατηθεί από το υπουργείο Πολιτισμού η έκδοση της ούτως ή άλλως καθυστερημένης απόφασης. Ομως προέκυψε το αντίθετο αποτέλεσμα. Φρούδες οι ελπίδες για αναγνώριση του μεγάλου λάθους.

Κουρελιάζουν ακόμη και την ιστορική υπουργική απόφαση του Οκτωβρίου 2015 με την οποία εγκρίθηκε η κατά χώραν διατήρηση των αρχαιοτήτων, καθώς κρίθηκε “αναγκαία για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στη διαφύλαξη και προστασία της αυθεντικότητας του μοναδικού αυτού μνημειακού συνόλου για την παγκόσμια κληρονομιά”, ανεξάρτητα από την κατασκευή ή όχι του σταθμού. Οι ιδιότητες αυτές του μνημείου ούτε ανατράπηκαν ούτε και θα μπορούσαν άλλωστε!

Κρίμα που για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί ο αρχαιολογικός νόμος αλλά απαιτείται η προσφυγή σε περαιτέρω νομικές διαδικασίες ως έσχατο όπλο και καταφύγιο».

Ετικέτες