Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής και οι «επιτελικές» ανορθογραφίες

Αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου για την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιβολής των ποινών και αναστολής μεγάλο μέρος στη δημόσια συζήτηση κατέλαβαν ποινικές ανορθογραφίες, θολά πολιτικά επιχειρήματα και θεσμικά ατοπήματα, με κορυφαία τη δήλωση του κόμματος της κυβερνητικής πλειοψηφίας «με δική μας κυβέρνηση συνελήφθησαν, με δική μας πάνε στη φυλακή».

Τα θύματα της εγκληματικής δράσης, οι φίλοι και οι συγγενείς τους, όσοι έδωσαν μάχες κατά του φασισμού και της βίας, ειδικά την περίοδο της επιχείρησης «κανονικοποίησης» των χρυσαυγιτών, δεν ξεγελιούνται.

Πού ήταν όλοι αυτοί οι όψιμοι αντιφασίστες τα πεντέμισι χρόνια της δίκης;

Ποια στάση κρατούσαν στη δημόσια συζήτηση στα ΜΜΕ;

Πώς συνέβαλαν στην επιτάχυνσή της;

Ποια άποψη είχαν για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και για τον μοναχικό δρόμο των δικών του;

Ποιους τρόμαξαν οι χιλιάδες κόσμου στον δρόμο στις 7/10/2020; Τι διεκδίκησε ο κόσμος εκείνη τη μέρα;

Γιατί από την αμέσως επόμενη μέρα το εμπόρευμα «θα πέσουν στα μαλακά λόγω του νέου ΠΚ» βρήκε αχθοφόρους, την ώρα μάλιστα που η δίκη ήταν ακόμη σε εξέλιξη;

Ποιοι διαχρονικά και όχι ευκαιριακά έχουν δώσει τη μάχη για το κράτος δικαίου, την ελευθερία και τα δικαιώματα;

Το πλαίσιο του ποινικού κώδικα του 1951 διατηρήθηκε για σχεδόν επτά δεκαετίες. Σταθερή τάση στις αποσπασματικές αλλαγές του ήταν σχεδόν πάντα η υπαγωγή του ποινικού δικαίου στη συγκυριακή πολιτική σκοπιμότητα, δίνοντας τροφή στον «ποινικό λαϊκισμό» και τον άκρατο τιμωρητισμό. Η μεθοδολογία αυτή δεν συναντούσε παρά μειοψηφικές διαμαρτυρίες. Μεγάλη μερίδα της κοινωνίας είχε πειστεί ότι πολλά κοινωνικά προβλήματα θα επιλύονταν μέσω του ποινικού δικαίου. Η Αριστερά σταθερά έστεκε κριτικά απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα. Για τον λόγο αυτό πολλές φορές δεχόταν επιθέσεις, ιδίως από αυτούς που εδώ και λίγο καιρό τροφοδοτούν την ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων.

Το αποκορύφωμα του ποινικού παράδοξου συντελέστηκε με την υπαγωγή της χώρας στα μνημόνια και στο «δίκαιο της ανάγκης». Ιδιώνυμα εγκλήματα, συλλήψεις πολιτών για χρέη πάνω από 5.000 ευρώ, ενώ οι διαδικασίες για τις υποθέσεις διασπάθισης του δημόσιου χρήματος μετατρέπονταν έντεχνα σε ποινικά αρχαιολογικά μνημεία.

Την ίδια περίοδο η νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τους νέους ποινικούς κώδικες, με πρώτο πρόεδρο τον Ι. Μανωλεδάκη, εργαζόταν αδιάκοπα προκειμένου η χώρα να αποκτήσει νέο ποινικό πλαίσιο. Το αποτέλεσμα αυτής της διαχρονικής εργασίας με τη συμμετοχή δικαστών, ακαδημαϊκών και δικηγόρων ήταν οι νέοι ποινικοί κώδικες. Η ψήφισή τους δεν έγινε βιαστικά. Εγινε αποφασιστικά, με θάρρος απέναντι στο πολιτικό κόστος, μια καθαρή απάντηση σε όλους όσοι θέλουν να εμφανίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως θεσμικό αποσυνάγωγο.

Η Ελλάδα παραμένει κράτος δικαίου και η τιμωρία αποσκοπεί στην επανένταξη. Το αίμα στην αρένα και η ατιμωρησία είναι δύο άκρα που απορρίπτει το ποινικό μας σύστημα. Και στα δύο πόνταραν όλα αυτά τα χρόνια οι χρυσαυγίτες εγκληματίες. Η καλοστημένη συζήτηση υπονόμευσης του νέου ΠΚ τους βοηθά να συνεχίσουν να το κάνουν μέσα και έξω από τη φυλακή.

Για να το πούμε λοιπόν καθαρά: η τροποποίηση του ΠΚ ως προς το αδίκημα της εγκληματικής οργάνωσης λειτούργησε εγγυητικά χωρίς να επηρεάσει την κρίση για την καταδίκη. Εξού και η καταδικαστική απόφαση. Οι ποινές για τα μέλη της οργάνωσης παρέμειναν ίδιες με εκείνες του προηγούμενου ΠΚ. Το πλαίσιο ποινής 5-15 χρόνια για τη διεύθυνση της οργάνωσης είναι το αυστηρότερο του νέου ΠΚ. Το δικαστήριο επέβαλε δεκατρία έτη κάθειρξης για τη διεύθυνση της οργάνωσης και κανείς δεν μπορεί να εικάζει αν θα είχε επιβάλει αυστηρότερη ποινή στην περίπτωση που το πλαίσιο θα ήταν αυστηρότερο. Η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων απαιτούσε πάντοτε αμετάκλητη ποινική καταδίκη, όπως ορίζεται από το σύνταγμα, δηλαδή να μεσολαβήσουν άλλες δύο δικαστικές κρίσεις. Οι διατάξεις περί αναστολής δεν άλλαξαν με τον νέο κώδικα ποινικής δικονομίας και το δικαστήριο αποφάσισε να οδηγηθεί στη φυλακή το διευθυντήριο της Χρυσής Αυγής. Η έκτιση της ποινής δεν αποτελεί αυτοματοποιημένο μηχανισμό και δεν νοείται να αξιολογείς τι θα γίνει τελικά με αυτήν προτού καν τελειώσει η δίκη και προτού καν αρχίσει η ίδια η έκτιση, χωρίς να λαμβάνεις υπόψη ότι για την υπ’ όρο απόλυση αποφασίζει δικαστικό συμβούλιο που ελέγχει και άλλες προϋποθέσεις που θα προκύψουν στο μέλλον. Εκτός αν προεξοφλούνται η «καλή διαγωγή» των χρυσαυγιτών και η ευνοϊκή μεταχείρισή τους με «μεροκάματα» στη φυλακή.

Οι διαστρεβλώσεις περί του νέου ΠΚ εξυπηρετούν όμως και τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς της ΝΔ. Κάθε φορά που μια δικαστική απόφαση δεν ταιριάζει με το κοινό ή με το δικό της περί δικαίου αίσθημα θα την επαναφέρει έντεχνα. Και σηκώνει σκόνη για τον νέο ΠΚ για να μπορεί να τον αλλάζει κατά το πολιτικό της δοκούν, για να νομοθετεί την αντισυνταγματική ασυλία των τραπεζικών στελεχών, για να ψηφίζει αντικοινωνικά μέτρα, όπως ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας που θα δημιουργήσει μια μάζα νεόπτωχων, που μεταξύ άλλων θα απειλούνται και με φυλάκιση.

Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι με όσα συνέβησαν αυτό το διάστημα η μεγάλη συζήτηση για τους κοινωνικούς όρους που γεννούν τον φασισμό παραμερίστηκε. Ενα μεγάλο ποσοστό ακόμη και σήμερα αποζητά μια σοβαρή Χρυσή Αυγή…

Αποθέσαμε την ελπίδα μας στη δικαστική εξουσία. Η Δικαιοσύνη έδωσε ηχηρή απάντηση προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο φασισμός όμως δεν νικιέται μόνο με δικαστικές αποφάσεις. Νικιέται μέσα στην κοινωνία και με την κοινωνία και υπάρχει ακόμη δρόμος μπροστά.

Ετικέτες