Η κρυφή γοητεία της απογοήτευσης

Από την πρώτη μέρα που η ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης εμφανίστηκε στην Ελλάδα, τη συνόδευε η διαδρομή της γραφομηχανής. Τακ, τακ, τακ, αριστερά, αριστερά, αριστερά, ωραία στοιχισμένες αράδες, αγώνες, θυσίες, λίγο ακόμα θα δούμε, κι ύστερα ένα βίαιο χτύπημα και όλο το σύστημα τουμπάριζε δεξιά. Με το ιδιώνυμο, τον Μεταξά, την Αντίσταση, τον εμφύλιο, την παρανομία, τη χούντα. Τόσο συστηματικά, που οι αριστεροί να υπάρχουν για τον δημοκρατικό κόσμο ως άγιοι, ως ήρωες, αλλά και ως ονειροπαρμένοι. Αντί να αλλάξουν το σύστημα, τους άλλαζε αυτό τα φώτα. Και φτου κι απ’ την αρχή.

Έτσι γεννήθηκε σιγά – σιγά η κρυφή γοητεία της απογοήτευσης. Πόσες σφαλιάρες να φάει ο άνθρωπος για να μην είναι σίγουρος για την επόμενη; Για να μην καταλήξει ότι δεν γίνεται τίποτε, δεν θα γίνει τίποτε, δεν θα μας αφήσουν, δεν μπορούμε; Για να μην προβλέπει, και πολλοί προβλέπουν, ότι ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος και οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε; Για να μην του φταίει τούτο και κείνο, και να μην τον καταθλίβει το άλλο, που προετοιμάζουν την επόμενη ήττα; Για να μην φτάνουμε σε διασπάσεις κάθε τρεις και δύο, σε αποχωρήσεις, αναχωρήσεις, αποσκιρτήσεις; Και ασφαλείς εκτιμήσεις για την επερχόμενη νέα ήττα;

Αυτή η σχεδόν μαζοχιστική με ψυχολογικούς όρους, αν και εξηγήσιμη με ιστορικούς, γοητεία της απογοήτευσης, όσο κρυφή θέλουμε να είναι για μας, τόσο φανερή είναι για τους απέναντι. Την έχουν κάνει από την αρχαιότητα των διωγμών εργαλείο μετάλλαξης συνειδήσεων και ελιξίριο μακροζωίας και ευζωίας του συστήματος. Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε; Αφού δεν γίνεται τίποτε, ρε μαλάκες, τι κάθεστε και τις τρώτε άδικα; Δεκάδες και δεκάδες τέτοιες φρασούλες, ευρηματικές ή όχι, πάντα όμως συνώνυμες της ματαιότητας των αγώνων και των ιδεών, χαρακτήριζαν τις σχέσεις των αριστερών με βασανιστές, στρατοδίκες, δεξιούς χωροφύλακες της ιδεολογίας.

Σήμερα, θα πείτε, τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Ποτέ αριστερό κόμμα δεν κυβέρνησε τόσα χρόνια και δεν είχε τέτοια επιρροή. Αλήθεια; Άλλαξαν τόσο ριζικά; Δεν σκοντάψατε μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ στη βεβαιότητα της επόμενης ήττας; Στο αρνητικό αποτέλεσμα της επόμενης μάχης, πριν δοθεί; Στον δημοσκοπικό βομβαρδισμό ότι ο Μητσοτάκης χάνει, αλλά δεν κερδίζει ο Τσίπρας; Παρούσα ακόμα η γοητεία της απογοήτευσης, όλοι το ξέρουμε. Και δεν είναι απάντηση η παράλογη αισιοδοξία, αλλά η αποφασιστικότητα που κινεί την Ιστορία: Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει, όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα… Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα. Από τον Αναγνωστάκη, το ματωμένο 1954. Έχει κι αυτό τη γοητεία του, δεν συμφωνείτε;

Πηγή ΑΥΓΗ