Η μάσκα των «αρνητών» και η μασκαράτα των κυβερνώντων

Οι συγκεντρώσεις των συνωμοσιολόγων όπου ποδοπατούνται οι μάσκες δίνουν βολικό άλλοθι στην ανικανότητα της «επιτελικής κυβέρνησης»

Εχοντας κοινό παρονομαστή ότι τα σχολεία πρέπει να ανοίξουν, γονείς, εκπαιδευτικοί, πολιτεία αλλά και μέλη της επιστημονικής κοινότητας «κονταροχτυπιούνται» λίγες ώρες πριν από το πρώτο κουδούνι. Ενώ ο διαγωνισμός της ΚΕΔΕ για 410.000 μάσκες κηρύσσεται άγονος, παρέχοντας οριακά όσες απαιτούνται, βλέπουμε συγκεντρώσεις με γονείς που ποδοπατούν μάσκες, ανθρώπους της εκκλησίας που νιώθουν ότι κινδυνεύει η πίστη τους με τη μάσκα στο πρόσωπό τους αλλά και επιστήμονες που δεν πείθουν κανέναν λέγοντας ότι ο κίνδυνος διάδοσης του ιού τόσο σε 15 όσο και σε 25 μαθητές ανά τάξη είναι σχεδόν ο ίδιος. Ολα προκαλούν προβληματισμό και θυμό ακόμη και στην ψύχραιμη μερίδα των γονιών που συμφωνούν με τη χρήση μάσκας, αλλά νιώθουν ότι κάποιοι υποτιμούν τη νοημοσύνη τους.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, με τριψήφιο πλέον αριθμό κρουσμάτων καθημερινά, η ατμόσφαιρα μυρίζει μπαρούτι. Χωρίς να έχει γίνει λόγος για τη μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, χωρίς να έχουν λυθεί ζητήματα καθαριότητας και χωρίς να έχουν απαντηθεί βασικά ερωτήματα καθημερινότητας στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι γνωρίζουν όσο κανείς άλλος τη λειτουργία της τάξης, η πολιτεία ανοίγει τα σχολεία «επενδύοντας» στο εργαλείο του κοινωνικού αυτοματισμού, που στρέφει την κοινή γνώμη ενάντια στους «αρνητές της μάσκας» (σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα, βαδίζουν με τη στάση τους σε πολύ επικίνδυνα

μονοπάτια) και όχι προς τη σωστή κατεύθυνση. Ποια είναι αυτή; Η επαναλειτουργία των σχολείων με ολιγομελή τμήματα. Εκπαιδευτικοί κυρίως της πρώτης βαθμίδας ζητούν απαντήσεις που αφορούν την καθημερινότητα των παιδιών και τις κοινωνικές τους σχέσεις. Το χρόνιο πρόβλημα της παιδείας στην Ελλάδα –οι ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού αλλά και εγκαταστάσεων– επανήλθε στο προσκήνιο φανερά διογκωμένο και αναζητά άμεσες λύσεις.

«Αναρωτιέμαι αν το δίλημμα είναι μάσκα ή όχι. Το θέμα είναι ευρύτερο και η ελαχιστοποίησή του στη μορφή αυτού του ψευτοδιλήμματος τελικά εξυπηρετεί στο να ταυτίζονται όλοι οι προβληματισμοί και οι αντιδράσεις για τη λειτουργία του σχολείου με τη συνωμοσιολογία και την άποψη ότι ο ιός δεν υφίσταται. Θα ήταν πράγματι πολύ βολικό για την κυβερνητική πολιτική αυτήν τη στιγμή να μπουν όλα σε ένα τσουβάλι» λέει στο Documento η Ηλέκτρα Αναγνωστοπούλου, αναπτυξιακή ψυχολόγος.

Η πολιτεία άναψε το φιτίλι

Στην ασάφεια των οδηγιών της πολιτείας σχετικά τόσο με τη χρήση μάσκας όσο και με την επαναλειτουργία των σχολείων αποδίδουν κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι την οργή και τον θυμό μερίδας πολιτών που ζητούν να μη φορέσουν τα παιδιά τους μάσκα στα σχολεία. Οι αντιφάσεις της πολιτείας τόσο για τη χρήση της μάσκας όσο και για την επαναλειτουργία των σχολείων αλλά και οι οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας που μιλούν για μη χρήση της μάσκας στα μικρότερα παιδιά ήταν το φιτίλι που άναψε προκαλώντας σειρά αναρτήσεων στα social media για την υποχρεωτική χρήση μάσκας στα σχολεία. Πρόκειται βέβαια για φαινόμενο που δεν είναι μόνο ελληνικό.

«Το φαινόμενο που εμφανίζεται στην Ελλάδα επικρατεί και σε πολλές άλλες χώρες. Ανθρωποι αρνούνται ότι υπάρχει επιδημία Covid-19 ή ότι δεν είναι τα πράγματα έτσι όπως μας τα λένε ή πως είναι κάτι κατασκευασμένο. Αυτές οι απόψεις δεν έχουν μόνο παγκοσμιότητα, έχουν και μια ιστορικότητα, καθώς ακόμη και στην ισπανική γρίπη του 1918 -19 υπήρχαν αφίσες που καλούσαν τον κόσμο να πάρει μέρος σε πάρτι ενάντια στην επιδημία» εξηγεί ο ψυχολόγος Γιώργος Στυλιαράς και συνεχίζει αναφερόμενος στους παράγοντες που προκαλούν αυτού του είδους τις ανορθολογικές αντιδράσεις. «Ο ένας παράγοντας έχει να κάνει με τον ανορθολογισμό. Πολλές φορές δεν σκεφτόμαστε λογικά, απλώς αντιδρούμε. Η αντίδραση σημαίνει ότι αφήνω τα ένστικτά μου ή τις παρορμήσεις μου –συναισθηματικού τύπου– να βγουν στην επιφάνεια. Ενα δεύτερο θέμα είναι ότι υπάρχουν αντιφατικές κατά καιρούς πληροφορίες από τα επίσημα χείλη. Είτε είναι η πολιτική ηγεσία είτε είναι η επιστημονική κοινότητα. Αυτό μπερδεύει τον κόσμο, τον θυμώνει και τον απογοητεύει. Σου λέει τι να κάνω; Αλλα μου έλεγαν για τις μάσκες χτες, άλλα μου λένε τώρα. Μια διαφορετική προσέγγιση είναι ότι υπάρχουν και κατευθυνόμενες αντιδράσεις, οι οποίες προέρχονται είτε από εκκλησιαστικούς είτε από παρεκκλησιαστικούς κύκλους που λένε ότι αυτό είναι μια συνωμοσία για να πλήξουν την ορθοδοξία ή την πίστη. Η πολιτεία δεν έχει δείξει συνέπεια σε μια σειρά από πράγματα. Εχει ανεπαρκή πολιτική και αυτό ο κόσμος δεν μπορεί να το εκλάβει με θετικό τρόπο, θυμώνει, αγανακτεί και αυτό καλλιεργεί τον ανορθολογισμό» εξηγεί ο κ. Στυλιαράς και καταλήγει: «Και αυτά επειδή ζούμε σε μια εποχή που δεν έχουμε σταθερές ιδεολογίες, σταθερές πίστης και μάλιστα δημιουργικού τύπου. Οι άνθρωποι αφήνονται στο έλεος του ίντερνετ, στην παραπληροφόρηση, την ανάρτηση χωρίς τεκμηρίωση όπου ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει χωρίς συνέπειες».

Χωρίς κοινωνικές σχέσεις

Στην ασάφεια των οδηγιών από τις οποίες απουσιάζει το κομμάτι της λειτουργίας των κοινωνικών σχέσεων αναφέρθηκε η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Βασιλική Καντζάρα. «Ολες οι οδηγίες έχουν πολύ έντονο το επιστημονικό κομμάτι και δεν εμπεριέχουν καθόλου τις κοινωνικές σχέσεις. Πώς θα αναπτυχθούν οι φιλίες, πώς θα παίξουν τα παιδιά στο προαύλιο, πώς θα συμπεριφερθούν οι εκπαιδευτικοί. Αυτό προκαλεί ασάφεια και φόβο. Πρέπει να συγκροτηθούν επιτροπές στο υπουργείο στις οποίες να μη συμμετέχουν μόνο οι γιατροί αλλά να εντάσσονται και κοινωνικοί επιστήμονες και να τα εξηγήσουν όλα αυτά» τονίζει η κ. Καντζάρα. «Να φύγουμε από αυτό το βιολογικό μοντέλο και να δούμε τους ανθρώπους ως μέρη κοινωνικών σχέσεων» καταλήγει.

Όπως εξηγούν οι ειδικοί που εργάζονται σε σχολικές δομές, υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα της καθημερινότητας και αφορούν τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών και των μαθητών, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες που η αγκαλιά της παρηγοριάς στο στάδιο προσαρμογής του παιδιού αποτελεί κομμάτι της παιδαγωγικής τακτικής. «Τα παιδιά είναι ευπροσάρμοστα», λέει η πολιτεία. «Σε τι;» απαντούν οι ειδικοί.

Οδηγίες χωρίς αντίκρισμα

«Το επιχείρημα του υπουργείου και των επιστημόνων είναι ότι τα μικρά παιδιά μαθαίνουν γρήγορα. Σωστά. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν μαθαίνουν γρήγορα, αλλά τι θέλουμε να μαθαίνουν γρήγορα. Σε όλες τις ιστορικές συνθήκες, ακόμη και σε πολέμους, τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα να επιβιώνουν και να προσαρμόζονται. Το ερώτημα όμως είναι με ποιο κόστος για τη συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Η προσχολική αγωγή πραγματοποιείται με τη μέθοδο της διαθεματικής μάθησης (ΔΕΠΠΣ) και περιλαμβάνει συζήτηση στον κύκλο, ομαδικά παιχνίδια, τραγούδι, μουσικοκινητική, παιχνίδι ρόλων, δραστηριότητες σε εξωτερικούς χώρους κ.ά.» αναφέρει η κ. Αναγνωστοπούλου. Και εξηγεί: «Λύσεις υπάρχουν και οι προτάσεις έχουν διατυπωθεί: αύξηση των σχολικών αιθουσών, 15 μαθητές ανά τμήμα, προσλήψεις εκπαιδευτικών, προσλήψεις μόνιμου προσωπικού καθαριότητας, δωρεάν επαναλαμβανόμενα τεστ».

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν το συντονιστικό των νηπιαγωγών που αναζητούν απαντήσεις σε βασικές λειτουργίες της καθημερινότητας, τις οποίες δεν αποσαφηνίζουν οι οδηγίες του υπουργείου Παιδείας και αναρωτιούνται γιατί η κυβέρνηση δεν είχε προετοιμαστεί εφόσον είχε στη διάθεσή της τουλάχιστον έξι μήνες από το ξέσπασμα της επιδημίας.

«Ποιος είναι ο ακριβής τρόπος εφαρμογής των γενικών αρχών των μέτρων προφύλαξης στα σχολεία; “Καλός αερισμός των αιθουσών, καθαριότητα χώρων και τακτική εφαρμογή απολυμαντικού σε επιφάνειες” όταν στο νηπιαγωγείο δεν υπάρχει καθαριστής σε όλη τη διάρκεια ανάπτυξης του προγράμματος και στους περισσότερους δήμους όταν θα τοποθετηθούν θα είναι για ένα τρίωρο; Θα υπάρχουν καθαρίστριες καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του νηπιαγωγείου; Ποιο ακριβώς θα είναι το συγκεκριμένο μέλος του προσωπικού που θα παραλαμβάνει τα παιδιά και πώς θα αφήνει χωρίς επίβλεψη τους υπόλοιπους μαθητές που θα βρίσκονται ήδη στο σχολείο όταν στο νηπιαγωγείο δεν υπάρχει επιπλέον προσωπικό ούτε σχολικοί βοηθοί; Πώς διασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή της μάσκας με έναν και μοναδικό νηπιαγωγό σε 25 κατά ανώτατο αριθμό παιδιά; Πώς διαφυλάσσεται η ορθή χρήση της από τα μικρά παιδιά, που αρκετά σχολούν στις 16.00, άρα θα πρέπει να φορούν για ένα οκτάωρο τη μάσκα; Τι γίνεται με τα παιδιά που έχουν αυξημένες ρινικές ροές και η μάσκα τους πρέπει να εναλλάσσεται συνέχεια;

Ποιος θα είναι ο υπεύθυνος εκπαιδευτικός για την ετοιμασία ή και επιμέλεια του φαγητού στο πρωινό ή στο μεσημεριανό γεύμα εφόσον δεν υπάρχουν βοηθοί και πώς θα αφήνει χωρίς επιμέλεια τους μαθητές που θα βρίσκονται στην τάξη; Τα ερωτήματα είναι ήδη πάρα πολλά» αναφέρει το συντονιστικό των νηπιαγωγών, «και σίγουρα θα προκύψουν πολύ περισσότερα όταν ξεκινήσει η λειτουργία των σχολείων» καταλήγει.

Την εκπαιδευτική κοινότητα και στην πλειονότητά τους τους γονείς που δεν αμφισβήτησαν πότε τη σημασία της μάσκας δεν τους εκφράζει το δίλημμα «με μάσκα ή χωρίς» αλλά η επαναλειτουργία των σχολείων με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια, όπως άλλωστε έκαναν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με πρώτη την Ιταλία. H γειτονική χώρα έχει εγκρίνει 2,9 δισ. ευρώ, τα οποία θα επενδυθούν στα σχολεία για το ασφαλές άνοιγμά τους –κι αυτά– αύριο, 14 Σεπτεμβρίου. Μπροστά σε αυτή την προσπάθεια για τη διαφύλαξη της υγείας των μαθητών και των εκπαιδευτικών η επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων με 25μελή τμήματα φορώντας οι μαθητές μάσκες μοιάζει το λιγότερο… ελλιπής. Στην Ελλάδα άρχισαν να καταγράφονται σποραδικά κρούσματα σε μέλη της σχολικής κοινότητας, ενώ στην Ισπανία ήδη κλείνουν σχολικές δομές μόλις μία εβδομάδα μετά την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς.

Ετικέτες