Η Μεταρρύθμιση που πνίγηκε στο αίμα

Στις 27 Μαΐου 1525 ο Τόμας Μίντσερ αποκεφαλίζεται έξω από τα τείχη του Μιλχάουζεν και το σώμα του εκτίθεται ψηλά στην πύλη της πόλης για εκφοβισμό.

«Οι άρχοντες οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι που έκαναν τους φτωχούς ανθρώπους εχθρούς τους. ∆εν θέλουν να εξαλείψουν την αιτία της εξέγερσης· πώς λοιπόν τότε, µακροπρόθεσµα, θα βελτιωθούν τα πράγµατα; Το λέω αυτό δηµόσια και ανοικτά και γι’ αυτό ο Λούθηρος πιστεύει ότι είµαι ένας εξεγερµένος. Ας είναι!» (Τόµας Μίντσερ, «Μια οφειλόµενη υπεράσπιση»).

Στις 12 Μαΐου του 1525 ο Τόµας Μίντσερ πηγαίνει στο Φρανκενχάουζεν όπου βρίσκονται συγκεντρωµένοι περίπου 8.000 εξεγερµένοι αγρότες. Στις 15 Μαΐου οι εξεγερµένοι απορρίπτουν το αίτηµα των ηγεµόνων για να παραδώσουν τον Μίντσερ. Αυτή η άρνηση θα οδηγήσει τα στρατεύµατα των ηγεµόνων σε µια συντριπτική νίκη εναντίον τους, µε αποτέλεσµα 6.000 νεκρούς αγρότες. Ο Μίντσερ διαφεύγει και κρύβεται σε κάποιο συντροφικό σπίτι µέχρι τη στιγµή που οι στρατιώτες του κόµη Ερνέστου του Μάνσφελντ διενεργώντας έλεγχο τον εντοπίζουν µε χειρόγραφες επιστολές και γράµµατα για τους εξεγερµένους, οπότε αναγνωρίζεται και αιχµαλωτίζεται. Φυλακίζεται και βασανίζεται στο κάστρο της πόλης Χέλντρουνγκεν στη Θουριγγία. Οµολογεί, αναλαµβάνει την ευθύνη των εξεγέρσεων ενώ συγχρόνως γράφει µια επιστολή προς τους κατοίκους του Μιλχάουζεν, όπως επίσης και µια υποτιθέµενη δήλωση µετανοίας υπό τη σκιά της δαµοκλείου σπάθης.

Στις 27 Μαΐου του 1525 ο Μίντσερ αποκεφαλίζεται έξω από τα τείχη του Μιλχάουζεν. Μετά την εκτέλεσή του το σώµα του και το κεφάλι του εκτίθενται ψηλά στην πύλη της πόλης, προς γνώση και συµµόρφωση όλων εκείνων που εξακολουθούσαν να σκέφτονται την εξέγερση.

Με σάτιρα καρναβαλιστών και γλώσσα προφητών

Ο Τόµας Μίντσερ, νεαρός ακόµη, προτού γίνει γνωστός στις θρησκευτικές και πολιτικές αρχές, κινητοποιούνταν αθόρυβα, πάντα πλάι στους ήδη υπάρχοντες συνωµότες. Στην πορεία, αφότου έλαβε την ιδιότητα του θεολόγου και κλήθηκε να υπηρετήσει το λειτούργηµα της ιεροσύνης, παρέµεινε ένας εξεγερµένος άνθρωπος. Με µια προφητική στάση ζωής προσπάθησε να αφυπνίσει τις φτωχές µάζες των µητροπόλεων και να υποδαυλίσει θεολογικά και κοινωνικά τις ήδη εξεγερµένες αγροτικές κοινότητες. Με την ανδρεία ενός ανθρώπου που δεν φοβόταν ούτε την εξουσία των καθολικών ηγεµόνων και κληρικών ούτε την εξουσία των µεταρρυθµισµένων εξουσιαστών, κυκλοφορούσε ελεύθερος και κήρυττε τόσο το πρώιµο ευαγγέλιο της δηµοκρατίας της ερήµου, των προφητών της Παλαιάς ∆ιαθήκης, όσο και το έσχατο ευαγγέλιο των κοινών δείπνων και κοινών ταµείων της αρχέγονης χριστιανικής εκκλησίας.

Με πλούσιο εκφραστικά λεξιλόγιο, συγχρωτιζόταν µε τους διανοούµενους παρίες των δρόµων. Με τη δυναµική σάτιρα των καρναβαλιστών και την κριτική γλώσσα των βιβλικών προφητών µπορούσε να συνοµιλήσει σχεδόν µε όλους, ακόµη και µε εκείνους που τον απέρριπταν σαν «δαιµονισµένο» και «τρελό». Ωστόσο η ρήξη του µε τη θεολογική διανόηση ήταν ξεκάθαρη. Ο Μίντσερ υποστήριζε, αντίθετα µε τους θιασώτες του «νεκρού γράµµατος των Γραφών», ότι το Αγιο Πνεύµα µπορεί να επισκεφτεί τον κάθε φτωχό µητροπολιτάνο και αγρότη, ανεξάρτητα από τις σπουδές, την τάξη και το φύλο. Αλλωστε µια µυστικίστρια µαγείρισσα ήταν αυτή που κάποτε του ερµήνευσε ολόκληρη την ανθολογία της γερµανικής µυστικής θεολογίας και εκείνος κάθισε να την ακούσει σαν διψασµένος µαθητής.

Ο εξεγερµένος Μίντσερ, η εξουσία και η µνήµη

Τα κηρύγµατά του έγιναν γνωστά και όσο παρέµεναν αποκλειστικά στη σφαίρα του θρησκευτικού η εξουσία απλώς παρακολουθούσε. Οταν όµως η ριζοσπαστική πολιτική θεολογία του άρχισε να δηµιουργεί τριγµούς στους θρόνους των ηγεµόνων, οι πολυάριθµες οµάδες που τον ακολουθούσαν αφυπνίστηκαν και σύντοµα οι εξουσιαστές θα λάµβαναν δραστικά µέτρα. ∆ιάσπαρτοι πυρήνες των αναβαπτιστών, όσοι είχαν αποµείνει και συνέχιζαν τον αγώνα των θαβωριτών, µαύροι µαχητές που ήδη κρύβονταν και πολεµούσαν στον Μέλανα ∆ρυµό, ανέστιοι, αµόρφωτοι, άξεστοι, εργατοτεχνίτες των µητροπόλεων και πιστοί όλων των τάξεων, που έβλεπαν στο πρόσωπο του Μίντσερ την ελπίδα µιας άλλης, όχι κρατικής, γενικευµένης και υπόγειας Μεταρρύθµισης, ήταν εκείνοι που τον πλησίαζαν και µάθαιναν ότι «τα πάντα είναι κοινά» όχι γιατί το είπε ο ίδιος, αλλά επειδή η χριστιανική εκκλησία των αποστόλων, καθώς και εκείνη των προφητών της ερήµου, τα βίωνε πάντοτε µε αυτό τον τρόπο.

Οσοι από τους ευαγγελικούς συντρόφους του τον κατηγόρησαν ότι παρασέρνει στη βία και στο χάος το λεγόµενο χριστεπώνυµο ποίµνιο του Κυρίου ήταν οι ίδιοι που προέτρεπαν µε βιβλικά χωρία την εξουσία, τόσο των καθολικών όσο και των µεταρρυθµισµένων ηγεµόνων, να χύσει ανελέητα το αίµα των χριστιανών εξεγερµένων. Για τον λόγο αυτό στη σκέψη του Μίντσερ κυριαρχούσε η άποψη ότι καµία εξουσία δεν πρέπει να αποκαλείται χριστιανική, γιατί αργά ή γρήγορα θα αδικήσει, θα λεηλατήσει και θα αιµατοκυλήσει αθώους αδερφούς.

Η Γερµανική Μεταρρύθµιση έµεινε γνωστή σχεδόν αποκλειστικά ως Μεταρρύθµιση του Λούθηρου και οι επίγονοι των πασιφιστών αναβαπτιστών (π.χ. οι σύγχρονοι µενονίτες) έχουν διακόψει κάθε ιστορική σχέση και συγγένεια µε τον εξεγερµένο Μίντσερ. Ιστορικοί και θεολόγοι τον περιεργάζονται µε τα µάτια της ακαδηµαϊκής ασφάλειας. Ελάχιστοι αναφέρουν το όνοµά του µε κάποια συµπάθεια, καθώς εγκλωβίζονται στις ανατρεπτικές πρακτικές του. Μόνο οι εξεγερµένοι άθεοι και ένθεοι νιώθουν την ανάγκη να πλησιάσουν το µαρτύριό του, να µελετήσουν την ιστορία του, να ξαναδιαβάσουν τις οµιλίες του, να συνειδητοποιήσουν επί της ουσίας την ανατρεπτική πορεία του και, γιατί όχι, να ανάβουν στα κρυφά ένα καντιλάκι µπροστά στην αόρατη εικόνα µνήµης του Τόµας Μίντσερ, του εξεγερµένου προφήτη, του αποκεφαλισµένου, εκείνου που πέρασε τον µεγάλο διωγµό «πλένοντας και λευκαίνοντας τη στολή του µε το αίµα του Αρνίου» («Αποκάλυψη» 7:14).

INFO

Το βιβλίο «Τόμας Μίντσερ – Ο εξεγερμένος προφήτης» του Γιώργου Κουτσοδιάκου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Firebrand