Η πανδημία των Λοβέρδων του συστήματος

Η «θηριώδης απόπειρα να πειστεί η ελληνική κοινωνία ότι ο Λοβέρδος της θανατικής ποινής, της διαπόμπευσης φτωχών γυναικών και της Novartis είναι ο δημοφιλέστερος πολιτικός ακόμα και στους κόλπους του σημερινού ΚΙΝΑΛ (μιας σκιάς του ιστορικού κοινωνικοπολιτικού μπλοκ που συγκροτούσε το ΠΑΣΟΚ) ήταν μια επίθεση στα μυαλά μας. Ας το κρατήσουμε αυτό στα υπ’ όψιν για το μέλλον» έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης.

Θα συμφωνήσω σε απόλυτο βαθμό με τον κ. Καμπαγιάννη. Κυρίως με την υπόμνησή του εν είδει προειδοποίησης. Για έναν πολύ απλό λόγο: το πουσάρισμα του Ανδρέα Λοβέρδου ξεγυμνώνει τη διαφθορά και τη διαπλοκή στη χώρα, ξεφλουδίζει το σκληρό καβούκι του καθωσπρεπισμού και των «πρέπει» που διακινούνται ως θέσφατα στη χώρα από τα κυρίαρχα media.

Είναι τα ίδια media που προσπερνούν με χαρακτηριστική ευκολία το γεγονός ότι οι Τσιόδρας – Λύτρας διαπιστώνουν στη γνωστή πλέον μελέτη τους πως εάν το ΕΣΥ είχε ενισχυθεί επαρκώς, θα είχε σωθεί το 38,5% των βαρέως πασχόντων από Covid-19.

Είναι τα ίδια media που συντηρούν στην εντατική, από το 2010 και μετά, το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ ή όπως αλλιώς, επιχειρώντας να επιστρέψουμε παντί τρόπω στις εποχές «του μεγάλου, του ωραίου και του αληθινού» και απολύτως ελεγχόμενου δικομματισμού και να τελειώσουμε με την απειλή ΣΥΡΙΖΑ που ήρθε εξαιτίας της χρεοκοπίας της χώρας και δεν διαθέτει τζάκια της πολιτικής με παγιωμένα συμφέροντα, σταθερά ακροατήρια και ισχυρές συμμαχίες.

Και τι κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι σε όλα τα παραπάνω; Ομφαλοσκοπεί, παραδέρνει μεταξύ της σκληρής αντιπολίτευσης και του ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς. Μεταξύ της νεοεισερχόμενης Προοδευτικής Συμμαχίας και της παλαιοκομματικής Ομπρέλας. Μεταξύ του Παύλου Πολάκη και του Ανδρέα Ξανθού για να δώσουμε και μια πιο προσωπική διάσταση, χωρίς να επικεντρώνουμε όμως σε αυτήν.

Και την ίδια ώρα το κόμμα μοιάζει με αυτοκίνητο τριανταετίας στον ανηφορικό και απαιτητικό δρόμο προς την κορυφή. Αργό, με ανύπαρκτα αντανακλαστικά, που επιμένει να θεωρεί κανονικότητα τη ραθυμία του, αποδίδοντάς της μάλιστα και ιδεολογικά χαρακτηριστικά και χωρίς να συμφωνούν όλοι με τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσουν, ενώ ο οδηγός του έχει προ πολλού κατέβει, αφήνοντας τους επιβάτες να τσακώνονται την ώρα που εκείνος ανεβάζει ταχύτητα.