Η προσφυγή στη Χάγη και ο τουρκικός εθνικός όρκος

Όσο η ένταση με την Τουρκία «χτυπάει κόκκινο», τόσο περισσότερο και όλο και πιο έντονα ο πολιτικός κόσμος της χώρας συλλήβδην, στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, πολλοί έγκριτοι διεθνολόγοι και προβεβλημένοι αναλυτές υποστηρίζουν την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (από εδώ και εμπρός ΔΔΧ ή απλά ‘‘Χάγη’’) ως τη «δέουσα λύση» και «αποτελεσματική διέξοδο» επί της συγκρουσιακής πια δυναμικής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ζούμε, αναμφισβήτητα, στην εποχή μιας ιδιότυπης «Χαγηάδας» (αν μου επιτρέπεται τούτος ο ‘‘πρωτότυπος νεολογισμός’’), την εποποιία της οποίας συντηρούν και τρανώνουν οι πολυπληθείς πλέον «Χαγολόγοι».

Έχω ήδη γράψει* για το προϋποθετικό πλαίσιο της προσφυγής στο ΔΔΧ και τις εν γένει αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματος, αυτού καθ’ εαυτού, ωστόσο φρονώ ότι εάν δεν εισδύσει κανείς στα ‘‘έγκατα του τουρκικού ψυχισμού’’ και, συνεπαγωγικά, στις ‘‘μύχιες προθέσεις’’ του τουρκικού γεωστρατηγικού σχεδιασμού, δύσκολα θα εκτιμήσει τις πραγματικές πιθανότητες και τη ρεαλιστική βασιμότητα των προσδοκιών για μια τέτοια προσφυγή στη ‘‘Χάγη’’, η οποία είναι πολύ της… ‘‘διπλωματικής μοδός’’, ειδικά στις μέρες μας.

Αυτήν δε την είσδυση στα… ‘‘φαιά κύτταρα της πολιτικής ηγεσίας’’ των γειτόνων (και δη όχι μόνο της τρέχουσας), την εξαρτώ, κάνοντας μια αναγωγή στο ιστορικό παρελθόν και στα γεγονότα βάσει των οποίων ‘‘δημιουργήθηκε’’ η σημερινή ‘‘Τουρκική Δημοκρατία’’, από την αληθή ερμηνεία του τουρκικού εθνικού όρκου, ο οποίος θεωρητικά αποτελεί γνήσια πολιτική παρακαταθήκη των απανταχού Τούρκων.

Ο τουρκικός εθνικός όρκος (περίφημος ως ‘‘Misak i Milli’’*) είναι μια διακήρυξη έξι σημείων που ψήφισε το τελευταίο Οθωμανικό Κοινοβούλιο το 1920, θέτοντας τα σύνορα της μελλοντικής Τουρκικής Δημοκρατίας, τα οποία σε κάποιο (μελλοντικό) χρονικό σημείο, προς ‘‘αναβίωση’’ ή ‘‘επανασύσταση’’ της εδαφικής επικράτειας της συνθηκολογήσασας, ως ηττημένης μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν περιοχές που ιστορικά ανήκαν σ’ αυτήν. Μεταξύ των άλλων, αυτό που ιδιαίτερα ενδιαφέρει, καθώς μας αφορά, είναι ότι τα σύνορα του Τουρκικού Κράτους κάποια στιγμή, με βάση τον εθνικό όρκο, είναι επιθυμητό να συμπεριλάβουν, πέρα από το Κιρκούκ και τη Μοσούλη στο Ιράκ και το Χαλέπι στη Συρία, και τη δική μας Θεσσαλονίκη (!), ενώ σύμφωνα με μια από τις έξι αναφορές του όρκου, το καθεστώς της περιοχής της Δυτικής Θράκης (της ελληνικής Θράκης δηλαδή) θα πρέπει να καθοριστεί με δημοψήφισμα των κατοίκων της!

Προσεγγίζοντας, λοιπόν, όλα τα παραπάνω όχι με το πάθος της μισαλλοδοξίας και …‘‘αντιτουρκισμό’’, αλλά με το πνεύμα του αρχαίου, σοφού Κινέζου Στρατηγού Sun Tzu*, του συγγραφέα της ‘‘Τέχνης του Πολέμου’’, προσπαθώντας δηλαδή να ψηλαφήσουμε νοητά τις ίδιες τις ρίζες της σκέψης του ‘‘τουρκικού ιδεόκοσμου’’, δύο είναι τα άμεσα ερωτήματα που προκύπτουν: Κατά πρώτον, αναφύεται το ερώτημα περί της ισχύος και επήρειας του άνω όρκου όχι μόνο στις ψυχές των γειτόνων μας, αλλά και στη σμίλευση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και κατά δεύτερον ενδιαφέρει το ερώτημα περί της συνάρτησης και συνδετικής σχέσης που πιθανώς αυτή η ισχύς και επήρεια έχει σε μια υποθετική συμφωνία των Τούρκων να συμπροσφύγουμε, υπό προϋποθέσεις, στη ‘‘Χάγη’’.

Στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, ο προβληματισμός εστιάζεται στο εάν ο τουρκικός εθνικός όρκος είναι απλά μια μάταιη ρητορεία, μια τρόπον τινά κενοδοξία ενός υπερφίαλου και μεγαλοϊδεατικού τουρκικού εθνικισμού, ένα ‘‘απολειφάδι’’ μιας ιστορικής μεν, αλλά ‘‘σκουριασμένης’’, παρωχημένης και ανεπίκαιρης τουρκικής δοξασίας που δεν έχει να κάνει όχι μόνο με το παρόν της Τουρκίας και τις σύγχρονες φιλοδοξίες της, αλλά ούτε και με το όλο και πιο περίπλοκο, απαιτητικό και δυσανάγνωστο γεωπολιτικό παίγνιο της περιοχής. Ή, αντιθέτως, αν ο όρκος αυτός είναι ένας υπαρκτός και μεγαλεπήβολος τουρκικός στόχος, μια ιερή ‘‘φλόγα’’, που άσχετα αν άλλοτε σιγοκαίει και αν άλλοτε φουντώνει, δεν παύει ωστόσο, ασίγαστη ούσα, να τροφοδοτεί σταθερά την ευρύτερη εθνική στρατηγική των Τούρκων. Κινδυνεύουμε, άραγε, αν οι Τούρκοι ακολουθήσουν τον όρκο τους και τον… ‘‘πετύχουν’’, να τους δούμε μέχρι και την… Θεσσαλονίκη, όπως οραματίζεται ο εθνικός τους όρκος, γεγονός που σήμερα δεν υπάρχει ούτε στην πιο κακοφορμισμένη και απεχθή φαντασία μας;

Επί του ερωτήματος, ουσιαστικά, έγραψε και απάντησε ο μέγας θεωρητικός του τουρκικού αναθεωρητισμού Ahmed Davutoglu (‘‘Το στρατηγικό βάθος, η Διεθνής Θέση της Τουρκίας’’ σελ. 304): ‘‘Τα σύνορα του εθνικού όρκου (Misak i Milli) τα οποία προσδιορίζουν τον ζωτικό χώρο των οθωμανικών καταλοίπων που προέκυψαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και από την άποψη αυτήν νομιμοποιούν και τα μελλοντικά γεωγραφικά όρια της Τουρκικής Δημοκρατίας, αποτυπώνουν αυτήν την προσπάθεια.’’

Ενώ ο σημερινός Τούρκος Πρόεδρος Erdogan, κινούμενος στο πλαίσιο της εξουσίας και της πραγματικής πολιτικής, εδώ και κάποια χρόνια υπερθεματίζει και επιδαψιλεύει ιδιαίτερες μνείες και τιμές στη σημασία του όρκου αυτού για όλους τους Τούρκους (https://www.hurriyetdailynews.com/misak-i-mill-or-the-national-oath-turkeys-new-foreign-policy-compass-105529).

Περαιτέρω, εξετάζοντας το δεύτερο άνω βασικό ερώτημα (της επήρειας δηλαδή του άνω εθνικού όρκου σε μια πιθανή απόφαση των Τούρκων να δεχθούν συνυποβολή των διαφορών τους με την Ελλάδα στο ΔΔΧ), νόημα έχει πάλι να εντρυφήσουμε στα κατάβαθα των τουρκικών βουλητικών κινήτρων και εθνικών στρατηγημάτων. Και σε τούτη την περίπτωση, από τη μια πλευρά o θεωρητικός guru Davutoglu υπογράμμιζε (ίδετε το άνω βιβλίο, στη σελ. 270): ‘‘Η Τουρκία, για να γίνει μια πραγματική περιφερειακή δύναμη, είναι υποχρεωμένη να αυξήσει την οικονομική και πολιτική της επιρροή στις θαλάσσιες αρτηρίες που εκτείνονται από το Αιγαίο έως την Αδριατική και από το Σουέζ έως την Ερυθρά Θάλασσα.’’, ενώ από την άλλη ο Πρόεδρος Erdogan διακηρύττει πανταχόθι ότι η Τουρκία, στα επόμενα χρόνια, θα είναι μια ‘‘ασταμάτητη δύναμη’’ (unstoppable power) στη γεωγραφική της περιφέρεια (https://www.al-monitor.com/pulse/originals/2020/07/erdogan-turkey-path-unstoppable-power-syria-russia-iran.html).

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο άνω εθνικός όρκος είναι ιστορικά αναλλοίωτος ‘‘μύλος’’ που διαπλάθει τις προδιαγραφές και στοχεύσεις του τουρκικού ηγεμονισμού. Ωστόσο, φρονώ ότι οι σύγχρονες περιστάσεις αναδιατυπώνουν ως προς τις ‘‘πραγματιστικές του ορίζουσες’’ και τη ρεαλιστική εφικτότητά του το νοηματικό περιεχόμενο του τουρκικού εθνικού όρκου και τους ενυπάρχοντες συμβολισμούς του. Η ανασύσταση του οθωμανικού ιδεώδους δεν συνδέεται σήμερα, πρακτικά και εννοιολογικά, με την κατοχή εδαφών και τη γεωγραφική επικυριαρχία επί άλλων κρατών, αλλά μάλλον παραπέμπει στη δημιουργία και λειτουργική αυτοτέλεια ενός εκτεταμένου γεωπολιτικού δικτύου υπό την εποπτεία και καθοδήγηση της σημερινής Τουρκίας, ενός δικτύου απλωμένου σε όσο το δυνατόν περισσότερα από τα εδάφη της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στα οποία η Τουρκία χρησιμοποιώντας ως ‘‘συγκολλητική ουσία’’ το Ισλάμ, τις πολιτιστικές καταβολές και επιρροές της και την ισχύ της οικονομικής διεισδυτικότητας θα μπορεί να ασκεί σε ισχνότερους απ’ αυτήν εθνικούς σχηματισμούς εξουσιαστική επιρροή ή ήπια κυριαρχική επιβολή (soft power), θα ελέγχει την πορεία της βαλκανικής πραγματικότητας, θα επηρεάζει και θα καθορίζει τις γεωπολιτικές εξελίξεις και κυρίως θα έχει το δικαίωμα, ως καθολικά αποδεκτή περιφερειακή δύναμη και de facto τοποτηρητής, να παρεμβαίνει*.

Επίδειξη δε αυτής της ‘‘παρεμβατικότητας’’ είναι όλα όσα ζούμε. Έτσι εξηγείται γιατί ο Erdogan αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάνης, ήτοι τη Συνθήκη που ‘‘τελείωσε’’ και με τη διεθνή βούλα την Οθωμανική Αυτοκρατορία, έτσι αιτιολογείται γιατί οι Τούρκοι θεωρούν τους Έλληνες Μουσουλμάνους που ζουν στη (Δυτική) Θράκη ως ‘‘τουρκική μειονότητα’’, έτσι ερμηνεύεται γιατί δεν σταματούν τις παράνομες πτήσεις των πολεμικών αεροσκαφών τους πάνω από τον εναέριο χώρο μας, γιατί διεμβολίζουν ακταιωρούς μας και γιατί ‘‘γκριζάρουν’’ το Αιγαίο με επιτελικό στόχο τη συνδιαχείρισή του. Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί πάση θυσία προσπαθούν, αν όχι να επιβάλλουν, τουλάχιστον να μην αποκλειστούν από τον έλεγχο των θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, έτσι ‘‘δικαιολογείται’’ γιατί εισέβαλαν στη Συρία, ενεπλάκησαν στο Ιράκ και πρωτοστατούν στο Λιβυκό Ζήτημα.

‘‘Αφοσιωμένοι’’, συνεπώς, σε δικές τους μεγα-επιθυμίες και στον δικό τους ‘‘γεωπολιτικό οραματισμό’’, όσο κι αν κάποιοι δυσαρεστούνται ή διαφωνούν, οι Τούρκοι είναι σχεδόν αδύνατον να συμφωνήσουν μαζί μας μια προσφυγή στη ‘‘Χάγη’’, ειδικά αν θεωρηθεί ότι τούτη η προσφυγή ενδέχεται να ‘‘καλουπώσει’’ και ‘‘συστείλει’’ στα στενάχωρα κιτάπια του διεθνούς δικαίου τα δικά τους εθνικά στρατηγήματα.

Η ‘‘Χάγη’’, λοιπόν, για την οποία σχεδόν όλοι μιλούν εδώ στην Ελλάδα, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα, είναι μάλλον μια συλλογική, εθνική ‘‘παρηγοριά’’, ένα ‘‘επιχειρηματολογικό’’, νομικό και ‘‘διεθνολογικό’’ ελληνικό ‘‘αποκούμπι’’ όταν τα πράγματα ζορίζουν. Στην καλύτερη περίπτωση, (είναι) μια ιδεατή πρόταση στον όποιο διμερή διάλογο, ‘‘βάση’’ και κεντρική, αξονική παράμετρος για τις εκατέρωθεν συνομιλίες, η ‘‘Ιθάκη’’ που πάντα θα υπάρχει, είτε στη θεωρία είτε στην άμεση οπτική επαφή μας, αλλά θα είναι από πολύ δύσκολο έως ανέφικτο να πατήσουμε σε αυτήν. Ένα desideratum, ίσως, που πάντα θα επικαλούμαστε.

Ωστόσο, το κυριότερο με τη ‘‘Χάγη’’ (για το οποίο δεν μιλά κυριολεκτικά κανείς στην Ελλάδα) είναι θαρρώ άλλο: Το κυριότερο δεν είναι αυτή καθ’ εαυτή η προσφυγή στη ‘‘Χάγη’’, αλλά η ‘‘μετά τη Χάγη εποχή’’. Και εξηγούμαι:

Εάν κάποτε Έλληνες και Τούρκοι προσφύγουμε στη ‘‘Χάγη’’, η απόφαση του Δικαστηρίου της προβλέπω ότι θα έχει ριζικά διαφορετική αντιμετώπιση από τις δύο πλευρές. Για εμάς θα είναι μια απόφαση που θα εμφορείται από τις προδιαγραφές του διεθνούς, γραπτού και εθιμικού, δικαίου, τις κεκυρωμένες από τη δικανική σοφία ενός έμπειρου διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, θα συνιστά ένα δικαιο-πολιτικό διεθνούς χαρακτήρα ‘‘θέσφατο’’ που πρέπει να εφαρμοστεί, θα αποτελεί αντικείμενο σεβασμού και αρχική και τελευταία αναφορά της εθνικής μας πολιτικής, μια διεθνής νόρμα ασφάλειας και συνεργασίας, δικλείδα σταθερότητας για όλη την ευρύτερη περιοχή.

Για τους Τούρκους όμως, η απόφαση της ‘‘Χάγης’’ θα είναι το ‘‘σκαλί’’ για την επόμενη διεκδίκηση. Με πιο δυναμικά μέσα και από το σημείο που η Χάγη θα ‘‘σταματήσει’’ τη διεύρυνση του κύκλου των τουρκικών αιτημάτων, που θα θέσει ως όρια του τουρκικού βουλιμικού επεκτατισμού. Το ΔΔΧ δεν έχει κατασταλτική δύναμη στις αποφάσεις του, ούτε δυνατότητα απαρέγκλιτης και κυριαρχικής εξουσιαστικής επιβολής. Η απόφαση της ‘‘Χάγης’’ ούτε θα είναι ‘‘mandatum divinum’’ (θεϊκή εντολή), αλλά και ούτε θα μπορούσε να καταστεί αδιαμφισβήτητη ‘‘εγγύηση’’ πολιτικής σταθερότητας και διαρκούς ειρήνης στην περιοχή. Πολύ περισσότερο δεν θα είναι μια τέτοια απόφαση ο ‘‘ex machina Deus’’ (ο από μηχανής Θεός) που μονομιάς οριστικά και αμετάκλητα, εις το διηνεκές, με απολυτότητα και πέραν κάθε αμφισβήτησης θα τακτοποιήσει τις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Είναι, μάλλον, ευήθης και αφελής αυτός που πιστεύει ότι με τη ‘‘Χάγη’’ όλα τελειώνουν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ειδικά στις μεταξύ μας διαφορές. Με τη ‘‘Χάγη’’ και μετά από αυτήν, αντιθέτως, όλα επαναρχίζουν σε νέα βάση. Ο μεγαλοϊδεατισμός του τουρκικού αναθεωρητισμού δεν ανακόπτεται από τη ‘‘Χάγη’’, δεν περιστέλλεται με νομικές αποφάσεις, δεν περιορίζεται με επιβαλλόμενες δικαιϊκές υποχρεώσεις, δεν ‘‘απονευρώνεται’’ από τον ήσσονα βαθμό σχετικότητάς του με αυτά που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.

Ο μαξιμαλιστικός ορίζοντας του νεοθωμανισμού μπορεί να γκριζάρει από την τρομερή δυναμική των μαζικών αντισυσπειρώσεων που προκαλεί σε διεθνές επίπεδο (Ήδη η Γαλλία, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ορθώνουν ανάχωμα στον Παντουρανισμό). Μπορεί να συσταλεί από την εξάντληση που προκαλεί η τριβή της πολυειδίας των συμφερόντων του και οι απώλειες σε πολυεπίπεδες γεωστρατηγικές στοχεύσεις και στρατιωτικές επιχειρήσεις, στις οποίες ‘‘άγει’’ τη σύγχρονη Τουρκία, μπορεί να ανακοπεί από την οικονομική περιδίνηση που ήδη βιώνουν οι γείτονες, να ζαρώσει από τη ‘‘σεισμογένεια’’ των εσωτερικών αντιθέσεων, της πολιτικής αστάθειας και της εθνοτικής αντιφατικότητας της σημερινής ή και της μετά τον Erdogan Τουρκίας.

Γι’ αυτό και υποστήριξα και συνεχίζω να υποστηρίζω ότι η εθνική μας στρατηγική είναι απαραίτητο να εγκολπώσει και παραμετροποιήσει στη ‘‘διαλεκτική σχέση’’ της με την Τουρκία το ‘‘βάθος του χρόνου’’, το οποίο μπορεί να προσδώσει στα ελληνικά συμφέροντα εκφραστική δύναμη και εφαρμοστική δυναμική.

Είναι προφανές και βέβαιο, ωστόσο, ότι η ‘‘Χάγη’’ (αν ποτέ καταλήξουμε σ’ αυτήν) θα αποτελέσει έναν ‘‘σταθμό’’, σίγουρα αξιομνημόνευτο και σημαντικό, στην ταραχώδη και πολυκύμαντη διαδρομή της Ιστορίας των σχέσεων των δύο λαών. Όπως ακόμα πιο βέβαιο είναι το γεγονός ότι δεν θα σταματήσει ούτε η Ιστορία, ούτε η Διπλωματία ούτε το ‘‘γεωπολιτικό γίγνεσθαι’’ στη ‘‘Χάγη’’.

Η ‘‘Χάγη’’, επομένως, δεν πρέπει να μετατραπεί σε εθνικό ‘‘κυνήγι μαγισσών’’, σε ιστορικό ‘‘χυτήριο’’ που αναζωπυρώνει τις συλλογικές αυταπάτες. Είναι, άλλωστε, στο ιστορικο-γεωγραφικό πεπρωμένο της Ελληνόσφαιρας, από τότε που από το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου άρχισε να διαμορφώνεται η κρατική της δομή (αυτό που καλούμε ‘‘ελληνική επικράτεια’’) να συνυπάρχει (στην ίδια γεωγραφική γειτονιά) με τους Τούρκους. Και αυτό είναι κάτι που δεν αλλάζει. Η ‘‘Χάγη’’, λοιπόν, έχει νόημα να καταλαμβάνει θέση στο εθνικό μας αφήγημα όχι ως καταφυγή της ελληνικής υποχωρητικότητας και ως ‘‘θεσμικός προστάτης’’ ενός αδύναμου και ενδοτικού ελληνισμού, αλλά ως ‘‘πυρηνική’’ έννοια μιας πολυδιάστατης διπλωματίας, ως ‘‘προβολή’’ της ελληνικής αυτοπεποίθησης, ως πιθανός φορέας κατάφασης της ισχύος των δικαίων μιας ολιστικής και γενναίας εθνικής στρατηγικής.

Ο Χρήστος Γκουγκουρέλας είναι δικηγόρος, LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW, LLM IN EUROPEAN LAW, Cer. LSE in Business, International, Relations and the political science

* Ό λόγος είναι για το από τις 14-12-2019 άρθρο μου με τίτλο ‘‘Είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ‘‘πανάκεια’’ για την Ελλάδα ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;’’ (https://www.pierianews.gr/2019/12/14/ine-i-prosfygi-sto-diethnes-dikastirio-tis-chagis-panakia-gia-tin-ellada-os-pros-tis-ellinotourkikes-schesis/) το οποίο συνίσταται να διαβαστεί ή επαναδιαβαστεί για την κατανόηση και του παρόντος άρθρου.

* Δείτε περισσότερα στο βιβλίο του Douglas Howard, 2016, The History of Turkey, 2nd Edition. Για μια σύντομη δε γνωστική διερεύνηση του εν λόγω όρκου, δείτε στη διεύθυνση

* Ο Κινέζος Στρατηγός Sun Tzu έδινε απόλυτη σημασία στην κατανόηση του αντιπάλου. Σε αυτόν ανήκει η φράση: ‘‘Αν ξέρεις τον εχθρό σου και ξέρεις και τον εαυτό σου, δεν χρειάζεται να φοβάσαι για το αποτέλεσμα 100 μαχών. Αν ξέρεις τον εαυτό σου, αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε κερδισμένη μάχη, θα υποφέρεις και μια ήττα. Αν όμως δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό σου, αλλά ούτε και τον εαυτό σου, θα υποκύπτεις σε κάθε μάχη.’’

* Για τις βλέψεις της Τουρκίας να καταστεί περιφερειακή δύναμη συνιστώ να διαβαστεί το από 9-6-2020 άρθρο μου με τίτλο ‘‘Το Γεωπολιτικό Δυναμικό στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και οι επιλογές της Ελλάδας’’ (http://olympiobima.gr/geopolitiko-dynamiko-stis-ellinotoyrkikes-sheseis-kai-oi-epiloges-tis-elladas).