Με ποιο σχέδιο προχωράμε;

Αναπτυξιακό στρατηγικό σχέδιο είναι έτοιμο από το 2018, αλλά πρέπει να αξιοποιηθεί

Η πανδημία του κορονοϊού έχει χτυπήσει σκληρά την ευρωπαϊκή και βέβαια την ελληνική οικονομία, η οποία μάλιστα μετά την άνοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη βρέθηκε μόλις μέσα σε πέντε μήνες από την ανάπτυξη στην ύφεση.

Η Κομισιόν στις αρχές Ιουνίου έκανε μια πρόταση βοήθειας με επιχορηγήσεις ή δάνεια προς τις χειμαζόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες ύψους 750 δισ. ευρώ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, ποσό που ακόμη και για την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Κριστίν Λαγκάρντ θεωρήθηκε πολύ μικρό για να επανορθώσει τη ζημιά που έχουν υποστεί.

Ανεξάρτητα από τις αντιδράσεις του «σκληρού πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης που ακολούθησαν την ανακοίνωση του ποσού αυτού, η χώρα μας σε μια πρώτη κατανομή που έγινε δικαιούται περίπου 32 δισ. ευρώ. Ποσό που κυβερνητικοί κύκλοι εκτιμούν ότι μπορεί να φτάσει και τα 60 δισ. ευρώ αν συνυπολογιστούν κονδύλια από το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της περιόδου 2021-2027, από το πρόγραμμα SURE, το Ταμείο Εγγυήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Σταθερότητας. Τη διαχείριση του ιλιγγιώδους αυτού ποσού ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανέθεσε σε μια επιτροπή υπό τον φιλελεύθερο νομπελίστα οικονομολόγο καθηγητή του LSE και του Πανεπιστημίου Κύπρου Κυριάκο Πισσαρίδη.

Το μεγάλο ερώτημα που τίθεται πλέον, εκτός από το ύψος του τελικού ποσού που θα λάβει η χώρα μας, είναι αν υπάρχει ουσιαστικό σχέδιο αξιοποίησης αυτού του πακτωλού των χρημάτων. Σχέδιο που δεν θα διοχετεύει χρήματα με αδιαφανείς διαδικασίες σε ημέτερους επιχειρηματίες, αλλά θα συμβάλει ουσιαστικά σε μια στρατηγική με ισχυρή, βιώσιμη, σε ανανεωμένη βάση ανάπτυξη και ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων της οικονομίας που μεγιστοποίησε η δεκάχρονη μνημονιακή κρίση και επιδείνωσε η πανδημία του κορονοϊού.

Αν κρίνουμε από την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη από τον περασμένο Ιούλιο μέχρι σήμερα, σχέδιο δεν υπάρχει, αλλά ούτε διαφαίνεται ότι θα υπάρξει.

Το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης υπό τον Γιάννη Δραγασάκη είχε επεξεργαστεί και δημοσιεύσει στο τέλος του 2018 ένα εμπεριστατωμένο σχέδιο αναπτυξιακής στρατηγικής της Ελλάδας για τη δεκαετία 2020-2030.

Στόχος του ήταν ο μετασχηματισμός του παραγωγικού υποδείγματος και η μετάβαση σε ένα μοντέλο διατηρήσιμης ανάπτυξης, δίκαιης, βιώσιμης και ανθεκτικής έναντι εξωγενών αναταράξεων και κινδύνων. Για τον λόγο αυτό υιοθετήθηκε η ολιστική αντίληψη για την ανάπτυξη και ενσωματώνει τις τρεις διαστάσεις της –οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική– όπως ορίζονται στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ.

Η επιτροπή Πισσαρίδη δεν έχει παρά να πατήσει πάνω στο ήδη εκπονημένο σχέδιο Δραγασάκη για να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία ώστε να ξεφύγει οριστικά από τις παθογένειες του παρελθόντος και τα τραύματα της κρίσης, να σχεδιάσει με αυτοπεποίθηση το μέλλον και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που ανακύπτουν από την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, την κλιματική αλλαγή, τη μείωση των ανισοτήτων και των αρνητικών δημογραφικών τάσεων.