Νίκος Νικολόπουλος: «Είναι απαράδεκτο να υποτάσσεται το μείζον δημόσιο συμφέρον στα όποια προσωπικά δεδομένα»

Με έκπληξη και απορία ο πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος και Ανεξάρτητος Βουλευτής Νίκος Νικολόπουλος «υποδέχτηκε» την απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στα ΜΜΕ να δημοσιοποιούν τον ιδιωτικό βίο δικαστικών, ακόμη και στις περιπτώσεις που «εφάπτεται» αυτός με την υπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.

Με αφορμή την συγκεκριμένη απόφαση, ο Νίκος Νικολόπουλος απαντώντας σε ερωτήσεις του δημοσιογράφου Βασίλη Ανδριανόπουλου, προέβη στις ακόλουθες δηλώσεις:

«Στις Δημοκρατίες έχει θεσπισθεί η δημοσιότητα στις δίκες πάσης μορφής, εκτός εκείνων στις οποίες πλήττονται ανήλικοι.

Η διαφάνεια και δημοσιότητα φτάνουν μάλιστα στο σημείο να καθιερώνουν καταθέσεις δημοσίων προσώπων σε απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις. Ηχηρό παράδειγμα η κατάθεση του εν ενεργεία Αμερικανού προέδρου για «ερωτική του περιπέτεια» και εύνοια προς υφισταμένη – εργαζομένη στο Λευκό Οίκο.

Το ίδιο συνέβη με ερωτικές περιπέτειες του εν ενεργεία Ισραηλινού προέδρου κ.α. περιπτώσεις. Θεμελιώδης κατάκτηση είναι ότι πρέπει να ενημερώνονται οι πολίτες για κάθε τι που διαπράττουν άνθρωποι των συνταγμένων εξουσιών.

Τούτων δοθέντων, προκαλεί κατάπληξη η απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, που ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητά την λογοκρισία των βουλευτών, αφού απαιτεί οι δηλώσεις τους ή οι αποκαλύψεις σκανδάλων να μην δημοσιεύονται!

Προσωπικά άσκησα το δημοκρατικό μου δικαίωμα να ζητήσω από τους αρμοδίους Υπουργούς να ενημερώσουν την Βουλή για τα όσα έπραξαν για την αποκάλυψη ή συγκάλυψη δραστηριοτήτων του κορυφαίου μέλους της δικαστικής εξουσίας, δηλαδή του Αντιπροέδρου του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου (ΣτΕ).

Ο έλεγχος αφορούσε στην διακρίβωση, εάν η στάση κατά την ψηφοφορία για την υπόθεση της αδειοδότησης των τηλεοπτικών σταθμών, καθορίστηκε από πιθανότητα ή δυνατότητα εκβίασης του συγκεκριμένου δικαστικού, εξαιτίας διαθρυλούμενων «ερωτικών δραστηριοτήτων» του με υφισταμένη του, η οποία επίσης έχει την ιδιότητα μέλους της δικαστικής εξουσίας.

Είναι τουλάχιστον ατυχής και περίεργη η απόφαση, όταν έχει προηγηθεί η παραγγελία του πρώην Υπουργού Νίκου Παρασκευόπουλου, την οποία ανέλαβε και έφερε εις πέρας ο Πρόεδρος του ΣτΕ κ. Ν. Σακελλαρίου, ο οποίος και απέστειλε τον Δεκέμβριο του 2016, το πόρισμα που αναφέρεται -όπως μας πληροφόρησαν- στην «ερωτική σχέση» του ανώτατου δικαστικού και σε όσα απορρέουν εξ αυτών.

Και για να μην παρεξηγούμεθα, αφορά στον διαγωνισμό της επιλογής δικαστών του ΣτΕ, στον οποίο συμμετείχε και πέτυχε η φερόμενη «ερωμένη» του ανώτατου δικαστικού.

Μάλιστα, όπως μου επιβεβαιώνει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Βασιλική Θάνου, από τις 09.03.2017, ο Υπουργός Δικαιοσύνης απέστειλε το πόρισμα Σακελλαρίου και ζητά να συγκροτήσει το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, προκειμένου να αθωώσει ή να τιμωρήσει τον Ανώτατο Δικαστικό Λειτουργό.

Το ΧΡΙ.Κ.Ε. πήγε το θέμα πριν λίγες μέρες στην Βουλή και ζητά, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αλλά και δεοντολογίας, να πληροφορηθεί υπεύθυνα η Βουλή και η κοινή γνώμη για την κατάληξη της έρευνας αυτής που διενήργησε μάλιστα ο ίδιος ο Πρόεδρος του ΣτΕ.

Ειδικότερα, τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι, αν τελικά ο Αντιπρόεδρος εξέτασε και βαθμολόγησε την «ερωμένη» του κατά την διάρκεια του δεσμού τους και εάν αυτό συνέβη, τότε μήπως έχει διαπραχθεί πέραν των ηθικών ζητημάτων και ποινικό αδίκημα, που έχει να κάνει με την παράβαση καθήκοντος και επίσης εάν μερολήπτησε υπέρ συγκεκριμένης υποψηφίας και λειτούργησε εναντίον άλλων.

Δυστυχώς, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, όντας και ο ίδιος πολλαπλώς λειτουργός της Δικαιοσύνης, παρ’ ελπίδα και προς μεγάλη έκπληξή μας, προτίμησε να κρατήσει «στο σκοτάδι» τους πολίτες και δεν απάντησε καν στην ερώτηση μας με αρ. πρωτ. 2144/10.12.2016, παρότι το δημόσιο συμφέρον υπαγορεύει να χυθεί άπλετο φως στις πράξεις του πιθανώς εκβιάσιμου ανώτατου δικαστικού λειτουργού, του οποίου η εξωσυζυγική σχέση, ίσως τον κατέστησε ευάλωτο στους «εκβιαστές» του.

Μετά τις εντολές Παρασκευόπουλου, Κοντονή, Παπαγγελόπουλου, γίνεται φανερό, ότι το όλο θέμα προσπερνά τα προσωπικά δεδομένα και γιατί υπέρτατο αγαθό είναι η τήρηση της νομιμότητας και οι αποδείξεις γι’ αυτό με τρόπο δημόσιο, ώστε η κοινή γνώμη να διατηρήσει ή να επανακτήσει την εμπιστοσύνη στις συντεταγμένες εξουσίες, οι οποίες κατά το Σύνταγμα πηγάζουν από το λαό και ασκούνται υπέρ του λαού και όχι των λειτουργών τους. Τούτων λογιζομένων, ποτέ ένας δημόσιος διαγωνισμός μπορεί να υποτάσσεται στα όποια προσωπικά δεδομένα ή να αποτελεί ιδιωτικά προσωπικά δεδομένα.

Η διενέργεια της έρευνας Ν. Σακελλαρίου, το πόρισμα και η παραπομπή -με εντολή Υπουργού- στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικαστικών, κατέρριψε την αιτίαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ότι η ηλεκτρονική αλληλογραφία του ανωτάτου δικαστικού με την «ερωμένη» του δεν έπρεπε να δημοσιοποιηθεί γιατί ήταν προϊόν υποκλοπής.

Ιδιαίτερα, η τελευταία εξέλιξη αποδεικνύει, ότι σωστά ασκήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, γιατί, ενίοτε, πάνω από τα προσωπικά δεδομένα στέκεται η ανάγκη να υπηρετηθεί και να προασπισθεί το δημόσιο συμφέρον, από κάθε προσπάθεια διαβολής και υπονόμευσης του.

Στην προκείμενη περίπτωση, η σοβαρότητα των διακυβευμάτων (μόνιμες, πανάκριβες μα προπαντός νόμιμες τηλεοπτικές άδειες, επιτυχόντες του διαγωνισμού), σε συνάρτηση με την πιθανή αλλοίωση της σύνθεσης της ολομέλειας του Σ.τ.Ε, είναι ικανοί λόγοι για να παρακαμφθούν τα προσωπικά δεδομένα.

Οι πολίτες πρέπει να ενημερωθούν δημόσια και κατηγορηματικά με αποδείξεις, ότι μέχρι τώρα έγιναν οι πρέποντες χειρισμοί από τις ηγεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του ΣτΕ, και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο με δημόσια ενημέρωση του Κοινοβουλίου για κάθε πτυχή της σοβαρότατης αυτής υπόθεσης, η οποία μόνο ιδιωτική δεν είναι.

Ασφαλώς, δεν ενδιαφέρει η ιδιωτική ερωτική ζωή γενικά των πολιτών και αυτή είναι σεβαστή και απαραβίαστη. Όταν όμως αυτή «συναντάται» με το δημόσιο συμφέρον (και μάλιστα μείζονος ενδιαφέροντος), τότε επιβάλλεται η διερεύνηση κάθε πτυχής για να ερευνηθεί νόμιμα, αν ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός φέρεται ως «θύμα εκβιασμού». Ενδιαφέρει αν η συμμετοχή του στην ολομέλεια του ΣτΕ γίνεται υπό καθεστώς φερόμενης πίεσης και εκβίασης, διότι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο και υποκύπτει στις φερόμενες πιέσεις και τους εκβιασμούς, ζημιώνεται το δημόσιο συμφέρον».