Ντάριο Αρτζέντο: Il grande maestro del giallo

(© Matteo Cocco)

Ο Δημήτρης Κολιοδήμος και ο Ακης Καπράνος γράφουν για τον Ντάριο Αρτζέντο με αφορμή την καινούργια του ταινία «Μαύρα γυαλιά».

Το giallo (κίτρινο στα ιταλικά) ξεκίνησε ως ένα διακριτό pulp κινηµατογραφικό είδος. Με υλικό εµπνευσµένο από τα pulp ιταλικά µυθιστορήµατα (κυκλοφορούσαν µε κίτρινα εξώφυλλα, εξού και το όνοµα), χαρακτηρίζεται από τη σαδιστική δράση κατά συρροή δολοφόνων, το άφθονο γυναικείο γυµνό και την αποθέωση της νατουραλιστικής εικονοποίησης της βίας. Κι αν οι ιερείς του είδους που αρχικά αντιµετωπίστηκε σαν trash είναι ο Μάριο Μπάβα και ο Λούτσιο Φούλτσι, αρχιερέας του είναι ο Ντάριο Αρτζέντο, ο σκηνοθέτης που δανείστηκε µανιέρες του λυρικού θεάτρου για να γυρίσει µερικές από τις πιο τροµακτικές ταινίες όλων των εποχών.

Ο μαριονετίστας του τρόμου

Κείμενο

Δημήτρης Κολιοδήμος

Κριτικός κινηματογράφου – συγγραφέας

Για τους ανά την υφήλιο λάτρεις των ταινιών τρόμου η ανακάλυψη ενός φιλμ του Ντάριο Αρτζέντο, γεννημένου το 1940, είναι ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς που έχει να προσφέρει το συγκεκριμένο είδος, ενώ η θέασή του είναι μια ανεπανάληπτη οπτικοακουστική εμπειρία. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι απαράμιλλη και η μαγευτική υπερφυσική ατμόσφαιρα που δημιουργεί ανυπέρβλητη – δύο ειδοποιά στοιχεία που τον διακρίνουν από πολλούς άλλους συναδέλφους του, με τρόπο ανάλογο εκείνου που κάνει τους ανθρώπους να ξεχωρίζουν από την υπογραφή τους.

Ο «Χίτσκοκ της Ιταλίας», όπως συχνά πυκνά αποκαλούν τον Αρτζέντο, άρχισε τη σκηνοθετική του καριέρα το 1969, φτιάχνοντας ταινίες που ανήκουν στο ιδιαίτερο ευρωπαϊκό είδος που οι συμπατριώτες του αποκαλούν giallo (κίτρινο). Δηλαδή νατουραλιστικά θρίλερ τρόμου που περιστρέφονται γύρω από τα παρανοϊκά έργα ενός ψυχωτικού δολοφόνου. Η αφήγηση συνδυάζει μια πλειάδα εκκεντρικών χαρακτήρων που όλοι τους είχαν κάποιο λόγο (και κάποιο κίνητρο) να διαπράξουν ένα φόνο, με μια αρκετά περίπλοκη ιστορία και ένα καθαρά προσωπικό εκφραστικό ύφος που κάνει τον θεατή να αισθάνεται μέρος του θεάματος – κατ’ ορισμένους, τον μετατρέπει σε μια άψυχη κούκλα, έρμαιο στα χέρια ενός επιδέξιου μαριονετίστα.

Το «Πουλί με τα κρυσταλλένια φτερά» (L’uccello dalle piume di cristallo, 1969), η πρώτη ταινία του Αρτζέντο, έχει ήρωα έναν Αμερικανό συγγραφέα σε διακοπές στη Ρώμη ο οποίος γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονικής επίθεσης. Στη δεύτερη, «Ο γάτος με τις 9 ουρές» (Il gatto a nove code, 1971), ένας τυφλός πρώην δημοσιογράφος και ένας νυν συνάδελφός του ενώνουν τις δυνάμεις τους (και την πείρα τους) για να διαλευκάνουν μια σειρά ανατριχιαστικών εγκλημάτων. Στην τρίτη, «4 μύγες σε πράσινο βελούδο» (4 mosche di velluto grigio, 1971), ένας μουσικός πέφτει θύμα εκβιασμού και καταδιώκεται από ένα σχιζοφρενή. Και στις τρεις το νατουραλιστικό ύφος του σκηνοθέτη γίνεται αντιληπτό από τα πρώτα κιόλας πλάνα και η βία, αν και κάπως συγκρατημένη λόγω των συμβάσεων και του συντηρητισμού της εποχής που γυρίστηκαν, είναι ιδιαίτερα έντονη.

Με το «Σουσπίρια» (Suspiria, 1976), που στα λατινικά σημαίνει ψίθυροι, ο Αρτζέντο περνάει στον χώρο του υπερφυσικού θρίλερ και υπογράφει την καλύτερη ταινία του: ένα αριστούργημα αποκρυφισμού και δαιμονολογίας, όπου η μαγεία επικαθορίζει τις πράξεις και τη συμπεριφορά των χαρακτήρων. Η ταινία αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα τους θρύλους γύρω από τις Μητέρες των Ψιθύρων, των Δακρύων και του Σκότους, που όλες τους ήταν μορφές της ευρωπαϊκής μεσαιωνικής παράδοσης – μιας τριλογίας που θα ολοκληρωθεί με τις ταινίες του «Οι 3 πύλες της κολάσεως» (Inferno, 1980) και «H μητέρα των λυγμών» (La terza madre, 2007).

Με τα επόμενα φιλμ του, από το «Βαθύ κόκκινο» (Profondo rosso, 1975) μέχρι την «Οπερα του τρόμου» (Opera, 1987) και από το «Τενέμπρε: Ο παρανοϊκός δολοφόνος» (Tenebrae, 1982) μέχρι «Το σύνδρομο του Στένταλ» (La sindrome di Stendhal, 1996), ο φρικιαστικός χορός του αίματος συνεχίζεται και τα πτώματα στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, δολοφονημένα από τα πιο κοινότοπα (και πρόσφορα) αντικείμενα: ένα ξυράφι, ένα μαχαίρι, ένα τσεκούρι… Η ένταση και το τσίτωμα των νεύρων του θεατή δημιουργούνται εν μέρει από την καθαρή εκμίσθωση της κάμερας στο αιματηρό γαϊτανάκι των φονικών και εν μέρει από τα αλλόκοτα μοτίβα των κινήτρων που προσφέρει στον θεατή. Το είπαμε και στην αρχή: η υπογραφή του Ιταλού δημιουργού αποτελεί εγγύηση για την ποιότητα, μαζί και την τρομακτικότητα της κάθε ταινίας του, αλλά και τεκμήριο της παρουσίας σε αυτή –σε σωστά υπολογισμένες δόσεις– ζωντανών δειγμάτων έκδηλου όσο και υποβλητικού τρόμου. Ακόμη και όταν καταπιάνεται με παραδοσιακά θέματα, όπως αυτό του επώνυμου βρικόλακα που ονομάζεται Δράκουλας, για να το δώσει με την τρισδιάστατη τεχνοτροπία και να αποτύχει.

«Μαύρα γυαλιά» σε κίτρινο φόντο

Κείμενο

Ακης Καπράνος

Κριτικός κινηματογράφου

Ηταν οδυνηρό να είσαι φαν του Ντάριο Αρτζέντο τα τελευταία 20 χρόνια. Με θυμάμαι να βγαίνω αποσβολωμένος από το Palais du Cinema των Καννών όπου είχε κάνει την πρεμιέρα του το φρικτό «Dracula 3D», η αμέσως προηγούμενη ταινία του, και να πέφτω πάνω στον συγχωρεμένο τον Τάσο Θεοδωρόπουλο που με κοιτούσε και αυτός με ένα βλέμμα γεμάτο κατανόηση. «Πότε επιτέλους θα τον κηδέψουμε τον μακαρίτη;» μου είπε με χαμόγελο πικρό. Λυπάμαι που δεν βρίσκεται ανάμεσά μας, νομίζω πως θα αισθανόταν μια κάποια ικανοποίηση βλέποντας τα «Μαύρα γυαλιά», την τελευταία ταινία του, που έκανε την έξοδό της στα σινεμά την περασμένη Πέμπτη.

Ο Ντάριο Αρτζέντο έχει να μας εντυπωσιάσει πραγματικά από το 1987, τότε δηλαδή που σκηνοθετούσε τον «Τρόμο στην όπερα» (Opera) με βιρτουοζιτέ που σπανίως συναντούσε κανείς στα αντίστοιχα αμερικανικά φιλμ του είδους. Ομως οι σκηνοθέτες του Χόλιγουντ είχαν κρατήσει σημειώσεις από τις αρχές της καριέρας του: βάλτε δίπλα δίπλα τα κορυφαία giallo του ιταλικού τρόμου με τη «Νύχτα με τις μάσκες» του Τζον Κάρπεντερ και τα αμέτρητα φιλμ της σειράς «Παρασκευή και 13». Οι διαφορές είναι ελάχιστες, εκτός από μία: το know-how των αμερικανικών συνεργείων (και φυσικά οι ολοένα και μεγαλύτεροι προϋπολογισμοί), που εντέλει σκέπασαν το γεγονός αυτής της επιρροής.

Κανείς βέβαια δεν περίμενε να δει ένα νέο αριστούργημα με τα «Μαύρα γυαλιά» του, τα οποία σκηνοθέτησε βασισμένος σε σενάριο γραμμένο προ δεκαετιών από τον ίδιο και τον επί σειρά ετών μόνιμο συνεργάτη του, Φράνκο Φερίνι. Αλλωστε είχαμε δει ενδιαμέσως τη «Μητέρα των λυγμών» (La terza madre, 2007), το «Σας αρέσει ο Χίτσκοκ;» (Ti piace Hitchcock?, 2005), το «Giallo» (2009) και τον «Δράκουλα», αναζητώντας μια στιγμή που θα μας παρέπεμπε στις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Μάταια. Προσωπικά έτριβα τα μάτια μου με τον «Δράκουλα»: τίποτε από αυτό το κακότεχνο και εξωφρενικά ληθαργικό δημιούργημα δεν θύμιζε τον σκηνοθέτη του «Profondo rosso» (1975), του «Πουλιού με τα κρυστάλλινα φτερά» (L’uccello dalle piume di cristallo, 1969) και του «Tenebrae» (1982). Οπότε δεν ήξερα τι να περιμένω από αυτό το καινούργιο θρίλερ που γύρισε στα 82 του χρόνια και έκανε την πρεμιέρα του στο τελευταίο Φεστιβάλ Βερολίνου.

Κι όμως, εδώ ο ηλικιωμένος σκηνοθέτης δείχνει να προσπαθεί –σχεδόν φιλότιμα, θα έλεγε κανείς– να βρει κάτι από την παλιά του λάμψη, ενώ σε μια σκηνή, ντεκουπαρισμένη ξεκάθαρα πάνω στις ραφές του «Suspiria», μοιάζει σαν να μας κλείνει το μάτι, μοιάζει σαν να μας λέει «ναι, εγώ είμαι, ο ίδιος Αρτζέντο που αγαπήσατε στα 70s, ο Αρτζέντο που παραμένει πιστός σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα, να σας τρομάζει». Οπως μπορεί. Οσο ακόμη μπορεί. Γι’ αυτό –και σε αντίθεση με όλους αυτούς που ανατριχιάζουν με τα στυγερά φονικά του ή διασκεδάζουν κοροϊδευτικά με τα σεναριακά χάσματα της πλοκής– εγώ μάλλον συγκινούμαι απ’ αυτή την προσπάθεια. Κι ας έχει «πεθάνει» αυτό το σινεμά που αρνείται να αναλωθεί σε συμβολισμούς και κοινωνικές παρατηρήσεις, που θέτει έναν απλό στόχο –την αγωνία μας– και προσπαθεί να τον φέρει σε πέρας.

Οπότε δικαιολογώ την κούρασή του: το δεύτερο μισό του φιλμ απογοητεύει, ακριβώς επειδή αυτό που έχει προηγηθεί δείχνει τόσο ελπιδοφόρα συναρπαστικό. Και δεν ξέρω αν θέλω να το δω και σε αίθουσα, να σας πω την αλήθεια. Οχι πως δεν θα δικαιολογήσω τις φάλτσες αντιδράσεις ενός κοινού που έχει συνηθίσει αλλιώς. Αλλά –πώς να το κάνουμε;– η σχέση με αυτά που αγαπάμε είναι προσωπική.

Ο Ακης Καπράνος είναι κριτικός κινηματογράφου στην εφημερίδα «Ναυτεμπορική», ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δημοτικό Ραδιόφωνο του Πειραιά και υπεύθυνος για το μεταμεσονύχτιο κύκλωμα προβολών «Midnight Express»