Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος είναι εδώ

Ο κόσμος χωρίζεται πάλι σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα, με το γεωπολιτικό παιχνίδι να απειλεί τη σταθερότητα σε περιφερειακό επίπεδο

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτελεί ορόσημο στην τάση για κλιμάκωση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού των διαφορετικών πόλων που διαμορφώνονται σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού φέρνει αντιμέτωπες τη Δύση με τη Ρωσία.

Με τα στρατόπεδα σαφώς καθορισμένα, από τη μια πλευρά η Δύση (ΗΠΑ και ΕΕ) και από την άλλη η Ανατολή (Ρωσία, Κίνα και Ινδία), διαμορφώνεται ένα νέο ψυχροπολεμικό σκηνικό, με τους στρατηγικούς αναλυτές να μην αποκλείουν το ενδεχόμενο να περιέχει περιφερειακούς «θερμούς» πολέμους.

Ολοταχώς στροφή στη στρατιωτικοποίηση

Σε μια μάλλον ατυχή έμπνευση της στιγμής, ο Αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν είπε το 2011 ότι «εάν ο πληθωρισμός και τα ελλείμματα έπαιρναν δευτερεύουσα θέση και ο πλανήτης συσσώρευε μαζικά πόρους για να αντιμετωπίσει μια εξωγήινη απειλή, η ύφεση (του 2008) θα μπορούσε να ξεπεραστεί σε 18 μήνες». Ο Κρούγκμαν, υπέρμαχος του πολεμικού κεϊνσιανισμού, επανέφερε τότε στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου, μέσω αυτού του ασυνήθιστου παραδείγματος, το γεγονός ότι ουσιαστικά η πολεμική βιομηχανία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν αυτή που έβγαλε από τη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του 1930 την αμερικανική οικονομία, δημιουργώντας αφειδώς θέσεις εργασίας και αυξάνοντας τις εξαγωγές. Επειτα όμως, το στρατοβιομηχανικό σύμπλεγμα –όρος που αποδίδεται στον πρόεδρο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ– απέκτησε τέτοια δυναμική που τελικά οδήγησε τις ΗΠΑ σε μια ξέφρενη κούρσα εξοπλισμών με την τότε μεγάλη αντίπαλο, τον κίνδυνο εξ Ανατολών, τη Σοβιετική Ενωση.

Να σημειωθεί ότι η κούρσα εξοπλισμών που έλαβε χώρα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εξασθένισε οικονομικά τις χώρες, φουσκώνοντας τα δημόσια χρέη και τα ελλείμματα του αναπτυσσόμενου κόσμου προς όφελος των οπλοπαραγωγών χωρών, ενώ ακόμη και η ΕΣΣΔ δεν μπόρεσε να αντέξει το δυσανάλογο βάρος που έδινε στον αμυντικό της προϋπολογισμό.

Αυτό που γίνεται στη Δύση αυτές τις μέρες είναι μια επανάληψη αυτού ακριβώς του κλίματος: αναβίωση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, του μιλιταρισμού και του εθνικισμού, που κάνουν δυναμική επανεμφάνιση ακόμη και σε χώρες όπως η Γερμανία, ώστε να δαπανηθεί πακτωλός χρημάτων για το «ξεκόλλημα» της οικονομίας από τη στασιμότητα.

Πέρα από τον υστερικό αντιρωσισμό που αναπαράγεται από τα δυτικά ΜΜΕ και που οδήγησε σε απαγόρευση έργων Ρώσων συνθετών ή προκάλεσε επιθέσεις σε μαγαζιά Ρώσων στην Ευρώπη, χαρακτηριστική είναι η ανακοίνωση της Γερμανίας ότι θα ξοδεύει δισεκατομμύρια ευρώ από εδώ και στο εξής ώστε να επανεξοπλίσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις, η οποία σπάει ένα ευρωπαϊκό ταμπού που κρατά εδώ και έξι δεκαετίες και αλλάζει εξ ολοκλήρου τις ισορροπίες στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα ασφαλείας της μεταπολεμικής Ευρώπης.

Παράλληλα, η στρατηγική αυτονομία της γηραιάς ηπείρου στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, μια συζήτηση που γίνεται τα τελευταία χρόνια με πρωτοβουλία της Γαλλίας και –κατ’ επέκταση– της στρατιωτικής της βιομηχανίας, αναμένεται να πάρει σάρκα και οστά, αφού φαίνεται πλέον ότι ο κίνδυνος εξ ανατολών είναι υπαρκτός και χρειάζεται άμεση ανταπόκριση. Η Ευρώπη φαίνεται να έχει εμπεδώσει ότι οι ΗΠΑ έχουν βάλει την ασφάλειά της σε δεύτερη μοίρα, αφού μετά και την αποχώρηση από το Αφγανιστάν, αλλά και τη συμφωνία AUKUS, έγινε σαφές ότι ο στρατηγικός τους προσανατολισμός έχει στραφεί στην περιοχή του Ειρηνικού και Ινδικού ωκεανού, για την αναχαίτιση της κινεζικής ανόδου. Δέκα χρόνια μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ενωση «για τη διατήρηση της ειρήνης στην ήπειρο για έξι δεκαετίες», το «καλύτερο project που διαθέτει η Ευρώπη για την ειρήνη» ρέπει προς τον μιλιταρισμό.

Αυξημένες αμυντικές δαπάνες

Ακόμη και πριν από την εισβολή στην Ουκρανία και την εμπέδωση του εξ ανατολών κινδύνου από την Ευρώπη, και ευρύτερα τη Δύση, οι δαπάνες για εξοπλισμούς εμφάνιζαν αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με έκθεση από το Ινστιτούτο Ερευνών για την Παγκόσμια Ειρήνη στη Στοκχόλμη (SIPRI), το 2020 οι δαπάνες για την αμυντική θωράκιση των χωρών άγγιξε τα $2 τρισεκατομμύρια. Οι πέντε χώρες που ξόδεψαν τα περισσότερα για εξοπλισμούς –σχεδόν 62% του συνολικού ποσού– ήταν με τη σειρά: ΗΠΑ, Κίνα, Ινδία, Ρωσία και Ηνωμένο Βασίλειο. Μόνο οι ΗΠΑ ($778 δισ.) ξόδεψαν το 39% του συνολικού ποσού, ενώ όλες οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ αύξησαν τις αμυντικές τους δαπάνες. Παράλληλα, η Ρωσία και η Κίνα αθροιστικά δεν ξόδεψαν ούτε τα μισά από τις ΗΠΑ ($61,7 και $252 δισ. αντίστοιχα). Οι χώρες αυτές είναι και οι πρωταγωνίστριες στο νέο γεωπολιτικό παιχνίδι, αυξάνοντας τις πιθανότητες περαιτέρω αποσταθεροποίησης και επέκτασης της αυξητικής τάσης των αμυντικών δαπανών σε έναν κόσμο που πλήττεται από πολλαπλές κρίσεις.

Από τη μία η πανδημία και οι οικονομικές συνέπειες των lockdowns, από την άλλη οι χώρες που παλεύουν με το χρέος που έχουν συσσωρεύσει εξαιτίας των δαπανών για την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Παράλληλα, ο πληθωρισμός είναι σε επίπεδα-ρεκόρ, με τον κίνδυνο να γυρίσουμε σε καταστάσεις στασιμοπληθωρισμού να είναι περισσότερο από πιθανός. Κερασάκι στην τούρτα αποτελεί η ενεργειακή κρίση. Σε όλα αυτά προστέθηκε η σύγκρουση στην Ουκρανία, για να κάνει την κατάσταση ακόμη πιο αποσταθεροποιημένη, με τη Μόσχα να μη φαίνεται διατεθειμένη να αφήσει τη Δύση να κάνει κουμάντο στη γειτονιά της.

Αποφασισμένη για αλλαγή καθεστώτος η Μόσχα

Η Ρωσία κλιμάκωσε τις επιθέσεις της την περασμένη εβδομάδα, περνώντας από τον υβριδικό πόλεμο στον βομβαρδισμό μεγάλων πόλεων, όπως του Κιέβου και του Χάρκοβου, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Ουκρανίας, και της Μαριούπολης. Μάλιστα, οι Ρώσοι κατάφεραν να πάρουν τη Χερσώνα, η οποία αποτελεί στρατηγικό σημείο για την επιχειρούμενη δημιουργία ενός «διαδρόμου» στα νότια της Ουκρανίας, από το Ντονμπάς μέχρι την Υπερδνειστερία, που θα αποκλείσει την πρόσβαση της Ουκρανίας στη θάλασσα, τουλάχιστον για όσο κρατά η επίθεση. Η διαβεβαίωση του Πούτιν στον Μακρόν την Πέμπτη ότι οι στόχοι της «αποναζιστικοποίησης» και «αποστρατιωτικοποίησης» θα επιτευχθούν σε κάθε περίπτωση δείχνει ότι ο Ρώσος πρόεδρος φαίνεται να είναι αποφασισμένος να αλλάξει το καθεστώς του Κιέβου σε φιλορωσικό, κάτι που θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει η Ευρώπη.

Ουκρανική αντίσταση και οικονομικές συνέπειες

Η Ρωσία βρήκε αντίσταση ακόμη και από πολίτες οπλισμένους με μολότοφ, ενώ παραδέχτηκε ότι έχει μερικές εκατοντάδες απώλειες, που ελέγχεται αν είναι τόσο περιορισμένες. Ομως ο βομβαρδισμός πολιτικών στόχων από τις ρωσικές δυνάμεις, ακόμη και νοσοκομείων ή σχολείων, άφησε πίσω του εκατοντάδες νεκρούς αμάχους, με την Ουκρανία και τη Δύση να κάνουν λόγο για εγκλήματα πολέμου.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί ήδη σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις σε άλλες χώρες, δήλωσαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, προειδοποιώντας ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, του σιταριού και άλλων εμπορευμάτων κινδυνεύει να τροφοδοτήσει τον ήδη υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος είναι σίγουρο ότι θα επηρεάσει περισσότερο τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι πιθανό να επιδεινωθούν εάν η σύγκρουση συνεχιστεί, ενώ οι δυτικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία, μαζί με τη μεγάλη ροή προσφύγων από την Ουκρανία, είναι επίσης πιθανό να έχουν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα πρόσθεσαν ότι εργάζονται για να παρέχουν πακέτα χρηματοδοτικής βοήθειας συνολικής αξίας άνω των 5 δισ. δολαρίων για τη στήριξη της Ουκρανίας.

Πενιχρά αποτελέσματα

Στις συνομιλίες μεταξύ των δύο μερών τις προηγούμενες μέρες δεν φάνηκε να βρίσκεται κοινό έδαφος για συνεννόηση και παύση του πυρός. Το μόνο ουκρανικό αίτημα που έγινε δεκτό από πλευράς Ρωσίας ήταν η δημιουργία διαδρόμων διαφυγής για τους αμάχους. Επιπλέον, οι Ουκρανοί ζήτησαν κατάπαυση του πυρός και εκεχειρία. Η Ρωσία από την πλευρά της επέμεινε στις πάγιες θέσεις της ότι η Ουκρανία πρέπει να αφοπλιστεί και να μείνει έξω από το ΝΑΤΟ, ενώ πρέπει να αναγνωριστεί η Κριμαία ως ρωσικό έδαφος. Καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων η Ρωσία δεν σταμάτησε να επιτίθεται σε ουκρανικούς στόχους. Οι δύο χώρες συμφώνησαν για νέο γύρο διαπραγματεύσεων. Από την πλευρά του ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξη Τύπου την Πέμπτη επανέλαβε τη θέση ότι η Ουκρανία είναι ζωτικός χώρος για την ασφάλεια της Ρωσίας και ότι η Δύση δεν μπορεί να «αλωνίζει» στα περίχωρά της δίχως να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της Μόσχας. Προσέθεσε ότι «η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας θα αποτρέψει τη γενοκτονία» των ρωσόφιλων στο Ντονμπάς, επιχείρημα που χρησιμοποιεί ευρέως η Μόσχα για να δικαιολογήσει την εισβολή. Παράλληλα, καταδίκασε την απαγόρευση του αγωγού αερίου Nord Stream 2, λέγοντας ότι η Ευρώπη θα πληρώσει χρυσό το σχιστολιθικό αέριο των ΗΠΑ.

Επικείμενη ανθρωπιστική κρίση

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΗΕ, πάνω από 1.000.000 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει την Ουκρανία από την αρχή του πολέμου. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών έχει αποδράσει προς την Πολωνία, που ελπίζει η κρίση αυτή να μαλακώσει τη στάση της Ευρώπης σχετικά με τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου. Σλοβακία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Μολδαβία έχουν υποδεχτεί επίσης αρκετές δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Η Υπηρεσία Εκτακτης Βοήθειας του Γραφείου του ΟΗΕ για τον Συντονισμό των Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) υπολογίζει ότι θα χρειαστεί 1,1 δισ. δολάρια για τους Ουκρανούς που επηρεάζονται άμεσα από την εισβολή. Επίσης, το OCHA εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει ότι σχεδόν 6 εκατομμύρια πολίτες της Ουκρανίας χρήζουν άμεσης βοήθειας. Παράλληλα, στην ανατολική Ουκρανία πάνω από επτά χρόνια συγκρούσεων στην περιοχή του Ντονμπάς έχουν αφήσει τους πολίτες σε κατάσταση επείγουσας ανάγκης για στέγη, υγειονομική περίθαλψη, νερό και την κάλυψη άλλων βασικών αναγκών.

Στην αγκαλιά του Πεκίνου η Μόσχα

Η Κίνα φαίνεται να είναι ένας από τους αφανείς κερδισμένους της σύγκρουσης στην Ουκρανία, καθώς κερδίζει ένα σύμμαχο στον γεωστρατηγικό ανταγωνισμό τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο απέναντι στις ΗΠΑ και στους συμμάχους τους όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Χώρες που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Πακιστάν, το Ιράν και η Ινδία, θα αναγκαστούν να ευθυγραμμιστούν με τα κελεύσματα μιας τέτοιας συμμαχίας.

Ο πρόεδρος της ρυθμιστικής επιτροπής για τον τραπεζικό και ασφαλιστικό τομέα της Κίνας Γκούο Σουτσίνγκ δήλωσε την Τετάρτη σε συνέντευξη Τύπου στο Πεκίνο ότι η Κίνα δεν θα συμμετάσχει στις οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και θα διατηρήσει κανονικές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τα μέρη στη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Παράλληλα, μετά τις κυρώσεις της Δύσης σχετικά με το σύστημα διεθνών πληρωμών SWIFT, η Ρωσία εξετάζει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει το κινεζικό σύστημα διεθνών πληρωμών CIPS. Μετά τον αποκλεισμό της, οι δυτικοί οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η «τιμωρία» αυτή θα απομακρύνει τη Ρωσία από οποιαδήποτε συναλλαγή γίνεται με δολάρια. Ας σημειωθεί ότι το σύστημα CIPS βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υπηρεσία μηνυμάτων του SWIFT, με μόνη διαφορά ότι οι συναλλαγές γίνονται σε γουάν.

ΑΡΙΘΜΟΙ

1.000.000 και πλέον άνθρωποι

έχουν εγκαταλείψει από την αρχή του πολέμου την Ουκρανία

1,1 δισ. δολάρια

θα χρειαστεί για τους Ουκρανούς που επηρεάζονται άμεσα από την εισβολή, υπολογίζει η Υπηρεσία Εκτακτης Βοήθειας του Γραφείου του ΟΗΕ για τον Συντονισμό των Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA)